Ημερολόγιο ασημάντων 135: Εμπειρία χειρουργείου

31.5 Παρασκευή. Μικροεπέμβαση στα βόρεια προάστια.  Ήλθε η Μπουμπού στις έξι και μισή το πρωί. Το ραντεβού στο Νοσοκομείο είναι για τις εφτάμιση. Μεγάλη κίνηση στους δρόμους λόγω της στάσεως στο μετρό.  Δυσκολευόμαστε να βρούμε  πάρκιν. Στο τσακ προλάβαμε. Μου ζητάνε στη ρεσεψιόν 200 ευρώ για την εισαγωγή, μα δεν θα μείνω το βράδυ, λέω.  Δεν έχει σημασία και μία ώρα είναι εισαγωγή. Έχω μαζί μου χίλια ευρώ λες κι είμαι κανας μαφιόζος. Τι βλακεία! Δεν παίρνουν κας. Δίνω την κάρτα  με την οποία συνήθως πληρώνω το σουπερμάρκετ.  Δεν παίρνει τον αριθμό. Δεν γίνεται. Μάλλον ξέχασα το πιν νάμπερ. Θα χρειαστεί επιταγή από τη Τράπεζα. Σιγά μη τρέχουμε τώρα στην Τράπεζα, λέει η Μπουμπού. Αρχίζω να αγχώνομαι. «Δεν πειράζει», μου λένε στη ρεσεψιόν, «αλλά και στην κλινική πιστωτική κάρτα θα σας ζητήσουν». Ανεβαίνω στο δωμάτιο. Όλα λαμπίκος.  Ο ιδιωτικός τομέας στα χάι του πάντα εν Ελλάδι. Με γδύνουν και μου δίνουν μια λιβρέα, καπελάκι χειρουργείου, ένα λιλιπούτιο διαφανές σλιπάκι και κάτι καλτσοειδές. ΗMπουμπού με βοηθάει, ύστερα αφιερώνεται στο fb κι εγώ στο τένις σε μια υπερυψωμένη τηλεόραση. Έρχεται ένας άλλος ασθενής για εγχείρηση με ένα τσαντάκι και τη σύζυγό του. Μαθαίνουμε ότι είναι καρδιολόγος και τον εξετάζει ένας άλλος καρδιολόγος. Πού δουλεύεις συνάδελφε;  Εκτός από το Νοσοκομείο  έχω ένα ιατρείο στην Ιωνία κι ένα άλλο στο Χαλάνδρι. Αλλά θ΄ανοίξουμε και στην Κηφισιά. Α επεκτείνεσαι πολύ συνάδελφε! 
Άνθρωποι εισοδημάτων. Πάει εννιά η ώρα και τίποτα, ακόμη να με πάρουν. Φέρνουν ένα νεαρό που μόλις ξυπνάει. Οι γονείς  του είναι από πάνω, δεν τον αφήνουν σχεδόν να αναπνεύσει.  Ο νεαρός συνέρχεται, είναι λίαν συμπαθής, λίγο χλωμός  και πιάνει το κινητό του. Πρέπει να φύγω λέει η Μπουμπού, έχω δουλειές στο σπίτι με περιμένουν τα παιδιά, δεν μπορώ να περιμένω. Κάτσε λίγο. Πρέπει να φύγω. Όπως νομίζεις. Πηγαίνει στη  νοσοκόμα να διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση, η οποία παίρνει τηλέφωνο το γιατρό. Δεν απαντάει, προφανώς είναι  στο χειρουργείο. Μετά από λίγο η ίδια νοσοκόμα έρχεται με ένα κινητό στο χέρι. Θέλει να σας μιλήσει η αναισθησιολόγος, μου λέει. Με συγχωρείτε, ακούγεται  μία φωνή, χίλια συγνώμη είναι δικό μου λάθος, καταδικό μου,  δεν πρόσεξα ότι είσαστε δεύτερος και πήραμε άλλον. Καλά δεν πειράζει, δεν  χάθηκε ο κόσμος, θα περιμένω λιγάκι. Φοβάμαι ότι θα περιμένετε πολύ. Δηλαδή πόσο; Πέντε με έξι ώρες. Χμ, δεν έχω πιει ούτε νερό. Θα σας φέρουμε αμέσως ένα χαμομήλι ή ντυθείτε και βγείτε έξω. Το συζητάμε με την Μπουμπού, να κάτσει να μην κάτσει.  «Πέντε ώρες καθυστέρηση είναι πολύ» λέει ο πατέρας του νεοεγχειρισθέντος που έχει στήσει αυτί, κι έχει προφορά κυπριακή, «εγώ δεν θα το δεχόμουν ποτέ, εδώ πληρώνουμε» και συμφωνεί και η Μπουμπού.

-Τι εγχείρηση θα κάνετε; με ρωτάει ο νεαρός.

-Τίποτα σπουδαίο, μία μικροεπέμβαση στα δάχτυλα. Εσείς;

-Εγώ έκανα αιμορροΐδες.

-Με λέιζερ! 

-Με νυστέρι.

-Νόμιζα ότι αντιμετωπίζεται πια  χωρίς εγχείρηση αυτή η πάθηση.

– Ήταν τρίτου βαθμού και  δεν γινότανε να περιμένει.

-Είστε από την Κύπρο.

-Είμαι Αλβανός.

Η Μπέμπα θέλει να βγει έξω να πάρει αέρα. Οι ασθενείς, γενικώς Έλληνες ή  Αλβανοί, καρδιολόγοι, επιχειρηματίες, ένας παλιός  διεθνής ποδοσφαιριστής, άνθρωποι καλών εισοδημάτων. Ντύνομαι και βγαίνουμε στο δρόμο της ελευθερίας. Μπαίνουμε σε ένα ατέλειωτο μπαρ με μπαμπού καθίσματα κι είμαστε μόνοι με την Μπουμπού.  Μετά από κανα δυο ώρες μας τηλεφωνούν. Πού είστε;

Με βάζουν στο τσουλιστό κρεβάτι. «Από πού είσαι; ρωτάει, ο μεταφορέας. Από την Ήπειρο;» Από πού να είμαι; όλοι από την ήπειρο είμαστε. Ασανσέρ και χειρουργείο. Άνθρωποι μισοναρκωμένοι συνέρχονται. Η διαταραχή της συνείδησης είναι ονειροειδής και δυσκολεύει την αντίληψη του περιβάλλοντος χώρου, μεγάλοι άνθρωποι με προέχουσες φλέβες τριχωτού κεφαλής παραμιλάνε και διαμαρτύρονται. Τι έφερες; ρωτάει η αδελφή τον μεταφορέα. Ένα σακί με πατάτες, σκέφτομαι.  Αχ εγώ είμαι αυτή που σου κατέστρεψε τη μέρα, λέει η αναισθησιολόγος μία χαρωπή ξανθιά με βαθύ ντεκολτέ, ένα τηλέφωνο στο χέρι κι ακουμπάει το άλλο χέρι στο γυμνό μου στήθος.  

-Είστε απ΄την Ήπειρο; 

-Ναι.

-Είμαι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, λέει η πεταχτή. 

-Κι εγώ  διδάκτωρ Παταφυσικής στο Κρεμλίνο.

– Πλάκα μου κάνετε!

-Πλάκα σας κάνω. 

Παίρνει το χέρι της και αποχωρεί. 

Με σταυρώνουν σαν το Χριστό και γίνεται η έγχυσις στους αντίχειρες. Η βελόνα στα κόκαλα. ΕΣΑ Νο 2

Ω τι μέρα μητέρα! Ο άνθρωπος μπορεί να  αντέξει πολύ πόνο τελικά,  έτσι και δεχτεί το ρόλο του Εσταυρωμένου Για το καλό του βέβαια, για μια Ανάσταση. 

Πάμε στο αυτοκίνητο και διαπιστώνουμε ότι μας έχουν φιλοδωρήσει με κλήση, άδικα λέω εγώ. Η Μπουμπού  οδηγεί εκνευρισμένη και με ψέλνει. Δεν αντέχω πια,  πάρε τις φακές σου και φύγε λέω. Άλλο που δεν θέλει.

Μόνος τώρα, τρυπημένος, τρώω κρύα σουτζουκάκια στο φοιτητικό εστιατόριο του Πολυτεχνείου.  Ο διαχειριστής της κουζίνας με ρωτάει αν ανήκω  στο διδακτικό προσωπικό. Τον ρωτάω κι εγώ πόσες μερίδες έδωσε σήμερα. Κάμποσες, λέει αλλά να, έρχονται και τα παιδιά από τα Εξάρχεια…Ε είναι φτηνά και γι αυτό. Όχι κύριε, δεν πληρώνουνε. Και τους λέω κύριε να φάνε πρώτα οι φοιτητές και μετά ότι περισσέψει να τους το δώσω. Εμείς  δεν τα παίρνουμε μαζί μας τους το λέω κύριε. Κάπως το κατάλαβαν.

-Τώρα θ΄αλλάξει η κυβέρνηση και θα ησυχάσετε.

-Ό,τι είναι να γίνει για το καλό, λέει με ταπεινοφροσύνη ο διαχειριστής της κουζίνας

-Όλα για το καλό γίνονται, λέω.

Φαίνεται πως  όλες οι δουλειές έχουν προβλήματα.