Περί Πανεπιστημιακού Ασύλου και λοιπών ψευδών

Γράφει ο Θάνος Καραμπουρνιώτης

Στις 23 Μάη του 2019, τρεις μόλις ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των Ευρωεκλογών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε μεταξύ άλλων πως με κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας «οι κουκουλοφόροι θα φύγουν από τα πανεπιστήμια, θα φύγουν μια και καλή. Το πανεπιστημιακό άσυλο θα καταργηθεί και τα πανεπιστήμια θα επιστρέψουν στους φοιτητές και τους καθηγητές».

Η προσπάθειά του να προσδώσει μια άμεση σχέση ανάμεσα στους «κουκουλοφόρους» και το πανεπιστημιακό άσυλο, αν και δεν είναι πρωτόγνωρη, παρόλα αυτά διαδραματίζει και η ίδια αρκετές φορές εξέχοντα ρόλο στην εκάστοτε προεκλογική περίοδο. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου έχει ουκ ολίγες φορές δείξει πως η ιδεολογική αντίθεση Αριστεράς με Δεξιά στο πλαίσιο του ασύλου είναι βαθιά και οι μάχες χαρακωμάτων που την απαρτίζουν, δεν πρόκειται να αποτελέσουν παρελθόν σύντομα. Η λογική ότι η ίδια η ύπαρξη του ασύλου αποτελεί τόσο την ικανή όσο και την αναγκαία συνθήκη για άνθιση της εγκληματικότητας στα πανεπιστήμια δεν είναι νέα.Ποια είναι όμως σχέση της εγκληματικότητας  με το πανεπιστημιακό άσυλο; Είναι τόσο γραμμική όσο περιγράφεται από τη δεξιά ρητορεία, ή τα όριά της είναι πιο σύνθετα και ομιχλώδη από τον απλοϊκό της οραματισμό;

Ενημέρωσε στις αρχές του Ιούνη ο νυν υποψήφιος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρώην εκπρόσωπος τύπου της, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, μέσω Twitter τους μαθητές που ξεκινούσαν να διαγωνίζονται στις Πανελλαδικές Εξετάσεις πως «θα είναι η πρώτη γενιά που θα μπει σε Πανεπιστήμια χωρίς Άσυλο». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παρόλα αυτά δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια.

Το πανεπιστημιακό άσυλο πρωτοθεσμοθετήθηκε από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1982 με τον νόμο 1268/82[1] για την παιδεία και συνέχιζε να υφίσταται στην ακαδημαϊκή πραγματικότητα ανελλιπώς έως και το 2011. Τη χρονιά εκείνη ο νόμος 4009/11[2] της τότε Υπουργού Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων  Άννας Διαμαντοπούλου με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες κατήργησε το άσυλο με την πλήρη απουσία του από οποιαδήποτε αναφορά. Το κυρίαρχο αφήγημα του αστικού κόσμου που υποστήριξε την εν λόγω απόφαση, ήταν πως με τον τρόπο αυτό θα καταπολεμούνταν στη ρίζα της η εγκληματικότητα από τον ακαδημαϊκό χάρτη. Πλέον τα όργανα της τάξης θα ήταν σε θέση να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία των ιδρυμάτων με την επερχόμενη πάταξη της ανομίας εντός τους. Η πραγματικότητα είχε διαφορετική γνώμη.

Έκθεση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (ΠΑ.ΜΑΚ.) που δημοσιοποιήθηκε τον Μάη του 2018 και ερευνούσε ποσοτικά τα περιστατικά εγκληματικότητας στα διάφορα ελληνικά ιδρύματα κατά την περίοδο 2011-2017 (περίοδο όπου πλέον το άσυλο είχε καταργηθεί) κατέληγε στο συμπέρασμα πως «δεν προκύπτει ξεκάθαρα κατά πόσο η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ελάττωσε τα περιστατικά ανομίας» [3]. Εδώ αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν πως το συγκεκριμένο ίδρυμα ποτέ δεν αποτέλεσε αριστερό πόλο στον ελληνικό ακαδημαϊκό χάρτη, μα ανέκαθεν χαρακτηρίζονταν από οικονομικά φιλελεύθερα και κοινωνικά συντηρητικά αντανακλαστικά. Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η έρευνα αυτή ενδεχομένως να αποτελούσε όχημα θεσμικής υποστήριξης του πανεπιστημιακού ασύλου για όσους γνωρίζουν τα πεπραγμένα και την ιστορία του ΠΑ.ΜΑΚ. και της εκάστοτε διοίκησής του. Αν μη τι άλλο η τοποθέτηση αυτή από διαχρονικούς  πολέμιους του ασύλου, αποτελεί ένα ολοσδιόλου ευκαταφρόνητο τεκμήριο υπέρ της άποψης της Αριστεράς στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εν τοις πράγμασι λοιπόν η συντηρητική εκτίμηση αδυνατεί να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο από το 2011 έως το 2017 όχι απλά δεν εξαλείφθηκαν τα φαινόμενα εγκληματικότητας, μα ανά περιόδους σημειώθηκε σημαντική αύξησή τους συγκρινόμενη με προγενέστερα χρονικά διαστήματα κατοχύρωσης του θεσμού του ασύλου.

Τον Αύγουστο λοιπόν του 2017, ο νυν υπουργός Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων Κώστας Γαβρόγλου με τον νόμο 4485/17 [4] προχώρησε στην κίνηση να επαναφέρει στο άρθρο 3 το πανεπιστημιακό άσυλο, έξι χρόνια μετά την κατάργησή του. Ενδιαφέρον στοιχείο στην κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί το γεγονός πως στο αρχικό νομοσχέδιο που είχε καταθέσει για διαβούλευση, δεν υπήρχε καμία αναφορά επ’ αυτού. Η πρόσθεσή του στον τελικό νόμο έγινε μεταγενέστερα, ίσως και λόγο πιέσεων που δεχόταν το Υπουργείο από τη νεολαία του κυβερνώντος κόμματος. Από τότε ο πόλεμος απέναντι στην επιλογή αυτή δείχνει να αγγίζει δυσθεώρητα επίπεδα και μάλιστα κατά κύριο λόγο βασισμένα σε μπόλικη παραπληροφόρηση, παρέα με προπαγανδιστικού επιπέδου μηδενισμούς.

Το βασικό επιχείρημα της ηγεμονικής αστικής αφήγησης είναι πως το άσυλο δεν επιτρέπει την είσοδο των δυνάμεων καταστολής στον ακαδημαϊκό χώρο, με άμεσο απότοκο της πολιτικής αυτής, το ελληνικό πανεπιστήμιο να μετατρέπεται σε άντρο άνθισης της βίας και της διακίνησης ναρκωτικών. Για ακόμη μια φορά η πραγματικότητα δείχνει να βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την τεκμηρίωση αυτή. Ο 4485/17 στο άρθρο 3 αναφέρει αυτολεξεί: «1. Στα Α.Ε.Ι. κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και στη διδασκαλία, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών. Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των δημοκρατικών αξιών, των ακαδημαϊκών ελευθεριών στην έρευνα και στη διδασκαλία, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, την προστασία του δικαιώματος στη γνώση και τη μάθηση έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει. 2. Επέμβαση δημόσιας δύναμης σε χώρους των Α.Ε.Ι. επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων, καθώς και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν ισχύουν για επεμβάσεις του Πυροσβεστικού Σώματος σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων».

Εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτό πως ο νομοθέτης προνόησε έτσι ώστε να ορίζονται παραθυράκια στον νόμο όπου θα επιτρέπουν την επέμβαση των σωμάτων ασφαλείας στα τριτοβάθμια ιδρύματα ανάλογα την περίπτωση. Αφενός ανά πάσα στιγμή το εκάστοτε Πρυτανικό Συμβούλιο διατηρεί τη δικαιοδοσία να καλέσει τις δυνάμεις καταστολής εάν αποφασίσει πως οι συνθήκες επιτάσσουν επέμβασή τους, αφετέρου παρέχεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτης επέμβασής των σε «σε περιπτώσεις κακουργημάτων, καθώς και εγκλημάτων κατά της ζωής». Εν προκειμένω λοιπόν στην περίπτωση της διακίνησης ναρκωτικών όπου λαμβάνει χώρα σε διάφορα ιδρύματα ανά την Ελλάδα (που αποτελεί το κύριο παράδειγμα της εκ δεξιών εκφοράς λόγου) η αστυνομία έχει στα χέρια της τη δικαιοδοσία να επέμβει οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμεί, χωρίς υποχρέωση αδειοδότησης, ούτε καν από πλευράς Πρυτανικού Συμβουλίου∙ κάτι το οποίο έχει κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, αλλά χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Βάσει των προαναφερθέντων, ο ισχυρισμός ότι η ανομία και το έγκλημα προχωρούν χέρι-χέρι με την ύπαρξη ενός νομικού πλαισίου που προσφέρει μια περαιτέρω προστασία από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας δείχνει να μην ευσταθεί, ακόμη και με όρους ποσοτικών δεδομένων. Καλώς ή κακώς η αντιπαράθεση σε επίπεδο δημοσίου λόγου όσον αφορά στις ακαδημαϊκές ελευθερίες εν γένει, αλλά και την ύπαρξη ή όχι του πανεπιστημιακού ασύλου πιο συγκεκριμένα, είναι βαθιά ιδεολογικοπολιτική και ως τέτοια θα πρέπει να εκλαμβάνεται. Η σύγκρουση ιδεών σε οποιοδήποτε ζήτημα με άμεση αναφορά στα κοινά δεν είναι απλά αναπόφευκτη ή θεμιτή, μα και βασικός όρος κοινωνικής εξέλιξης. Η ειδοποιός διαφορά όμως ανάμεσα σε κάθε πλευρά έγκειται στο κατά πόσο αυτή είναι πρόθυμη να αξιοποιήσει εργαλεία και επιχειρηματολογία που δεν έχουν οποιαδήποτε ανταπόκριση στο πλαίσιο του πραγματικού, απλά και μόνο επειδή είναι ευκολότερα αφομοιώσιμα από τις μάζες. Κάποιες φορές, η αλήθεια και η ηθική ευρύτητα, μπορεί να αποτελούν ακόμη και επαναστατική πράξη.

 

[1]: https://www.e-nomothesia.gr/kat-ekpaideuse/tritobathmia-ekpaideuse/nomos-1268-1982.html

[2]: https://www.kodiko.gr/nomologia/document_navigation/120922/nomos-4009-2011

[3]: https://www.tanea.gr/2018/05/11/greece/ekthesi-sok-gia-tin-anomia/

[4]: https://www.kodiko.gr/nomologia/document_navigation/274328/nomos-4485-2017