Δημοσκοπήσεις: Το παιγνίδι των αναγωγών και οι υπολογισμοί των εδρών

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Σε νέα δοκιμασία αξιοπιστίας θα υποβληθούν την επόμενη Κυριακή οι εταιρείες δημοσκοπήσεων, σχετικά με τις προβλέψεις τους για το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου. Το ζήτημα της αξιοπιστίας παραμένει ζητούμενο, παρά την επιτυχή αντίδραση των δημοσκοπικών φορέων στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Και παραμένει ζητούμενο, διότι είναι η πρώτη φορά που κάλπες διαφορετικού περιεχομένου (ευρωεκλογές και τοπικές εκλογές στις 26 Μαΐου και γενικές εκλογές στις 7 Ιουλίου) στήνονται τόσο κοντά η μία στην άλλη, αλλά και διότι στην παρούσα φάση κρίνεται και το θέμα των εδρών που θα αποσπάσει κάθε κόμμα στην επόμενη Βουλή.

Αυτονόητο είναι ότι καλές και αξιόπιστες δημοσκοπικές προβλέψεις διευκολύνουν το κομματικό σύστημα να κάνει καλύτερα τη δουλειά του. Και γι’ αυτό, εξ ίσου αυτονόητο θα ήταν να εύχονταν όλοι οι πολίτες αξιόπιστες προβλέψεις.

Την ίδια ώρα, είναι ακόμη γνωστό ότι οι δημοσκοπήσεις έχουν από καιρό ενταχθεί στα συστήματα επικοινωνιακής καταχώρισής τους σε πολιτικές και κομματικές τακτικές. Το φαινόμενο προκαλεί αναμφίβολα κόστος αξιοπιστίας στις δημοσκοπήσεις, όπως είναι λογικό. Και το κόστος αξιοπιστίας του φαινομένου αυτού εντείνεται όταν τη δημοσιοποίηση δημοσκοπικών ευρημάτων διαχειρίζονται μέσα ενημέρωσης στρατευμένα κομματικά (και όχι μέσα ενημέρωσης με πολιτική άποψη, όπως είναι το αναμενόμενο σε ευρύθμως λειτουργούσα δημοκρατία). Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα μέσα ενημέρωσης με το γνωστό ιστορικό τους διαπλοκής και ανοιχτής πολιτικής, επιχειρηματικής και μιντιακής σύμπραξης με ιδιωτικά συμφέροντα που έχουν ονοματεπώνυμο (δηλαδή συμφέροντα που έχουν λόγο να διαστρέφουν το περιεχόμενο του καλώς νοουμένου του δημόσιου συμφέροντος προς όφελός τους), κάνουν το πρόβλημα μεγαλύτερο. Την τελευταία περίοδο, μάλιστα, το πρόβλημα έχει διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, με εταιρίες δημοσκοπήσεων να μην αποφεύγουν διαξιφισμούς (ρητούς ή και κεκαλυμμένους) με κόμματα και μέσα ενημέρωσης.

Ευθύνονται οι εταιρείες για την εκμετάλλευση  του έργου τους, από κόμματα και μέσα ενημέρωσης; Κατ’ αρχήν όχι! Αν, όμως, και στη δημοσκοπική «πιάτσα» κυριαρχεί το μότο «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», τότε αρχίζουν τα προβλήματα. Δημοσκόπηση έχει λόγο ύπαρξης ως διερεύνηση πεδίων πολιτικού ενδιαφέροντος και όχι ως προσχεδιασμένη προτροπή προς τους πολίτες να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους. Αν κάμπτεται αυτός ο κανόνας, καλύτερα να μην είχαμε δημοσκοπήσεις! Και η στάση κάθε εταιρείας, στο βαθμό και το μέτρο που οι αναφορές εκπροσώπων τους εμπλέκονται σε αντιπαραθέσεις με κόμματα ή μέσα ενημέρωσης, τότε η αναξιοπιστία θα καραδοκεί, ακόμη κι αν οι προβλέψεις ευδοκιμούν.

Στην παρούσα φάση των πραγμάτων, οι δημοσκοπήσεις καλούνται, λοιπόν, να προβλέψουν με τόσο πρόσφατο το εκλογικό αποτέλεσμα των διαφορετικού πολιτικού περιεχομένου ευρωεκλογών (κι αυτό είναι ήδη μια δυσκολία), τόσο τα ποσοστά των κομμάτων στις κάλπες της 7ης Ιουλίου, όσο και τις έδρες που θα αντιστοιχούν σε κάθε κόμμα με βάση τα ευρήματά τους.

Τα μέχρι σήμερα στοιχεία δίνουν άνετη νίκη στη Ν.Δ. και αυτοδυναμία από 152-158 έδρες.

Εδώ τελειώνει το εύρος προβλέψεων των εταιρειών δημοσκοπήσεων, που δεν αναμένεται να αλλάξει δραματικά πλην συγκλονιστικού απροόπτου και δεν απομένει παρά να δούμε το αποτέλεσμα της κάλπης, που μοιάζει να συγκαταλέγεται στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν θα κομίζει συζητήσεις υπό το βαρετό μετεκλογικό κλισέ «ποιά μηνύματα έστειλε», αλλά να ανοίγει τη συζήτηση για την επόμενη φάση.

Στις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, ανεξαρτήτως μεθοδολογίας, ο υπολογισμός των εδρών γίνεται με βάση τον εκλογικό νόμο.

Με απλά νούμερα, διαιρώντας τον αριθμό των 250 εδρών που θα κατανεμηθούν εκτός του μπόνους των 50 εδρών που θα λάβει το πρώτο κόμμα, προσδιορίζεται η εκτίμηση. Για παράδειγμα, αν υποθέσουμε ότι το 100% των ψηφοφόρων επέλεξαν κόμματα που θα υπερβούν το όριο του 3% και θα εκπροσωπούνται στην Βουλή, τότε ένα κόμμα που συγκέντρωσε 40% λαμβάνει 100 έδρες (κάθε 10% αντιστοιχεί σε 25 έδρες) + 50 έδρες μπόνους για το πρώτο κόμμα = 150 έδρες της αυτοδυναμίας.

Όμως, ποτέ δεν θα εκπροσωπείται στη Βουλή το 100% των ψηφοφόρων, διότι κάθε κόμμα που δεν «πιάνει» το όριο του 3% μένει εκτός Βουλής. Σ’ αυτό το σημείο ο εκλογικός νόμος αρχίζει να λειτουργεί κατεβάζοντας τον πήχη της αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα.

Ένας εύκολος τρόπος να υπολογιστεί πότε το πρώτο κόμμα θα έχει αυτοδυναμία είναι να ξέρουμε ότι κάθε 1% που δεν θα εκπροσωπείται στη Βουλή επειδή το κόμμα που ψήφισε δεν πέρασε το όριο του 3%, ρίχνει τον πήχη κατά 0.4%. Δηλαδή, αν δεν εκπροσωπείται το 10% των ψήφων, τότε ο πήχης της αυτοδυναμίας πέφτει στο 36% (40% – 4% (0,4% x 10) = 36%.

Ακριβέστερους υπολογισμούς μπορεί κανένας να κάνει αν διαιρεί το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή πολλαπλασιασμένο επί 10, διά του 250 (οι έδρες εκτός του μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα).

Ένα παράδειγμα: Τα κόμματα που δεν εκπροσωπούνται αθροίζουν 10%. Πόσο πρέπει να «πιάσει» το πρώτο κόμμα για κερδίσει την αυτοδυναμία; Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε: 90% (το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται) x 10 = 9.000 : 250 = 36%. Η μέθοδος αυτή είναι καλύτερη γιατί το βράδυ των εκλογών  της 7ης Ιουλίου, μπορεί να είμαστε με τα κομπιουτεράκια στα χέρια και να πρέπει να υπολογίζουμε και δεκαδικά ψηφία για να δούμε αν θα υπάρξει αυτοδυναμία.

Ένα πραγματικό παράδειγμα-σενάριο: Το πρώτο κόμμα έλαβε 36,5%. Τα εκτός Βουλής κόμματα αθροίζουν 7%. Υπάρχει αυτοδυναμία;

Για το διαπιστώσουμε: 93 (το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται) x 10 – 9300 : 250 = 37,2% είναι το ποσοστό που θα πρέπει να έχει συγκεντρώσει το πρώτο κόμμα για να κατακτήσει την αυτοδυναμία. Στο δικό μας παράδειγμα-σενάριο το πρώτο κόμμα συγκέντρωσε 36,5%, άρα δεν θα έχει αυτοδυναμία.

Αυτά για παρακολουθείτε τις εξελίξεις και να έχετε εικόνα των προβλέψεων των εταιρειών δημοσκοπήσεων για τις έδρες που προβλέπουν ότι λαμβάνουν τα κόμματα με βάση τα ευρήματα των μετρήσεών τους.