Ο πολιτικός χαρακτήρας του νεο-μητσοτακισμού

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Πριν μερικές εβδομάδες ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. και επίλεκτο στέλεχος της ελληνικής ακροδεξιάς, Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας δημόσια και σε μια προσπάθεια διακωμώδησης του γεγονότος ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εφήρμοσε καταναγκαστικά μνημονιακή πολιτική, εξέφρασε ειρωνικά την ικανοποίησή του για το γεγονός αυτό και χαρακτήρισε τους συριζαίους που κυβερνώντας έκαναν αυτήν την πολιτική επιλογή, ως σχεδόν «κανονικούς ανθρώπους», μόνο και μόνο επειδή ανταποκρίθηκαν στο πολιτικό «γούστο» Γεωργιάδη. Προφανώς, αν οι συριζαίοι ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει διαφορετικά, θα ήταν «μη κανονικοί άνθρωποι».

Προ ημερών επίλεκτο μέσο ενημέρωσης του φωτισμένου δεξιού νεο-φιλελευθερισμού, χαρακτήρισε επίσης ως «κανονικούς ανθρώπους» μόνον όσους μπορούν να αντιλαμβάνονται τους κώδικες που το ίδιο θέτει ως κριτήρια αποτίμησης της ανθρώπινης ιδιότητας, σχετικά με τις απόψεις των πολιτών για υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος και σε απόλυτη αναλογία με την παραπάνω στάση Γεωργιάδη.

Η παρείσφρηση του όρου της «κανονικότητας» ως κριτηρίου στις αξιολογήσεις επιλογών μεμονωμένων πολιτών και ολόκληρων πολιτικών φορέων, είναι το τελευταίο και αποκρουστικό στάδιο μιας ξεκάθαρα ακροδεξιάς αντίληψης των πολιτικών πραγμάτων. Αντίληψης, που έρχεται από πολύ παλιά, από τις εποχές που μεσουρανούσε  στην Ευρώπη ο φασισμός.

Η καθόλου συμπτωτική χρήση του όρου από τον Γεωργιάδη και την Athens Voice αποδεικνύει ότι τα ετερόκλιτα πολιτικά συστήματα που ενώνονται υπό τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη στην παρούσα απόπειρα εφόδου προς (ανα)κατάληψη της εξουσίας, ενοποιούνται πλέον ιδεολογικοπολιτικά, σ’ ένα σαφές μείγμα κατανόησης της δημοκρατικής διαδικασίας, μ’ έναν τρόπο όπου κυριαρχεί το «νεύμα» του φασιστικού ιδεώδους. Ούτε ιδεολογική δεξιά υπάρχει, ούτε νεο-φιλελευθερισμός ανιχνεύεται, ούτε καραμανλισμός υφίσταται. Μόνον ανομολόγητες προθέσεις φασιστικού υποστρώματος διακρίνονται. Και η αλαζονεία της διαφαινόμενης επικράτησης αυτών των δυνάμεων, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, λειτουργεί απελευθερωτικά ως προς την αναγνώριση δημοσίως προθέσεων που ως σήμερα τηρούσαν τα δημοκρατικά προσχήματα

Αποδεικνύεται, έτσι, η μεγάλη πολιτική τοξικότητα της αντιπολίτευσης του νεο-μητσοτακισμού 2015-2019. Διότι, φυσικά, δημόσιος διάλογος μεταξύ «κανονικών» και «μη κανονικών» πολιτών ή κομμάτων, άγει  με μαθηματική ακρίβεια στις ρίζες του πολιτικού εκείνου στοιχείου που ανιχνεύεται στο DNA του φασιστικού ιδεολογήματος, από το οποίο αναδύθηκαν οι πόλεμοι, οι διώξεις και τα ολοκαυτώματα σε βάρος των όποιων «αντιπάλων» ανθρώπων, οι δικτατορίες και οι δημοκρατικές εκτροπές, η βία και οι νοθείες. Και το πρόβλημα δεν είναι ότι εξακολουθούν και υπάρχουν ακόμη στις μέρες μας αυτά, ουδέποτε άλλωστε εξαφανίστηκαν τελείως όλ’ αυτά τα χρόνια και απλά είχαν περιθωριοποιηθεί, αλλ’ ότι έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός ιδεολογικός «χώρος», στον οποίο συνωστίζονται όλες οι περί τον νεο-μητσοτακισμό δυνάμεις.

Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις οι γκιλοτίνες του Μπογδάνου, οι ρατσιστικές αναφορές Κυρανάκη, οι αστεϊσμοί νεοδημοκρατών περί στρατοπέδων συγκέντρωσης μετά τις εκλογές, οι χυδαία ταξικά διχαστικές και κοινωνικά ρατσιστικές δηλώσεις του ίδιου του αρχηγού της Ν.Δ. για τους «ψυκτικούς» του Περιστερίου και τόσα άλλα! Δεν πρόκειται για φραστικές υπερβολές που ξέφυγαν στο πλαίσιο ενός ανεκτού πάθους υπεράσπισης πολιτικών απόψεων, όπως συχνά συμβαίνει στις δημοκρατίες. Είναι ο πυρήνας της κατανόησης των πολιτικών πραγμάτων από μεριάς όλων εκείνων που συγκλίνουν γύρω από το αστείο «όραμα» να κυβερνήσει την Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως δήθεν θετική προοπτική για χώρα, όταν το «όραμα» αυτογελοιοποιείται παραχρήμα και διά γυμνού οφθαλμού από τους εξωγήινους, τους πολιτικούς κρατουμένους ηλικίας λίγων μηνών, τους διαλόγους με πολίτες που κάθονται σε δεμάτια σανό. (Τις τελευταίες μέρες έχω αρχίσει  να εξετάζω το ενδεχόμενο εκείνη η επιλογή του διαλόγου Μητσοτάκη που κραδαίνει την αγκλίτσα με μερικούς πολίτες επί σανού καθημένους, να μην ήταν μια επικοινωνιακή αστοχία, όπως νόμιζα ως τώρα, αλλά μια επιλεγμένη κίνηση ευφυούς ακροδεξιάς κοπής. Για να ενσταλάζεται υποσυνείδητα στους πολίτες ποιά θα έπρεπε να είναι η θέση τους στα πολιτικά πράγματα και πώς ο αρχηγός δια της ράβδου θα τους «σαλαγήσει» δεόντως. Και -σας διαβεβαιώ- δεν αστειεύομαι καθόλου!)

Πολλοί, διατυπώνουν την άποψη ότι αυτή η έκδηλη και σχεδόν κληρονομικού υποστρώματος τοξικότητα του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι δική του. Όσοι το λένε αυτό, για διάφορους λόγους, προβάλλουν την άποψη ότι ήταν οι πλατείες των  «αγανακτισμένων» που ήρξαντο χειρών αδίκων.

Πρόκειται για προσχηματικές υπεκφυγές! Είναι τελείως διαφορετικές περιπτώσεις η τοξικότητα της «παράφρονος μεταβλητής» από τα κάτω οργισμένων μαζών που αντιδρούν στις μνημονικές επιβολές (ανεξαρτήτως της εκ των υστέρων εκμετάλλευσής τους), με την τοξικότητα της από τα πάνω, πλήρως σχεδιασμένης και απολύτως συνειδητοποιημένης πολιτικής επιλογής κατανομής των πολιτών σε άτομα με «κανονικές» και «μη κανονικές» απόψεις. Και δεν χρειάζεται να πω περισσότερα στο σημείο αυτό –το ίδιο έχω άλλωστε επισημάνει και με άλλες ευκαιρίες. Όσοι είναι καλοπροαίρετοι αναγνώστες μου αντιλαμβάνονται πλήρως τί λέω –είμαι βέβαιος. Όσοι όχι, δεν τον «αντέχουν» αυτόν τον διάλογο, διότι απλά έτσι θα κατέρρεαν οι αφηγήσεις επί των οποίων έχουν δομήσει τις σημερινές ανοχές τους έναντι του ακροδεξιού και νεο-μητσοτακικού φαινομένου.

Εξ ίσου επικίνδυνο για τη δημοκρατία είναι, λοιπόν, ότι αυτά τα ανέχονται (αν δεν επιχαίρουν κιόλας) πολίτες που δηλώνουν δημοκρατικών και προοδευτικών πεποιθήσεων. Η «ευκολία» να ξεπερνούν οι εν λόγω πολίτες όλα όσα σαφώς φασιστικής προέλευσης στοιχεία και συμπεριφορές φέρνουν στον δημόσιο βίο ως την πολιτική «καθημερινότητα» του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι απλή αμηχανία. Είναι συνειδητή αποσιώπηση του επικίνδυνου δρόμου που τείνουν να προσλάβουν οι εξελίξεις στην Ελλάδα. Από ενοχές ή από ανεπάρκεια να ενεργοποιηθούν ουσιαστικές αντιδράσεις στο φαινόμενο.

Την ίδια ώρα, εξ ίσου λανθασμένη και εγκληματικά αφελής είναι και η ανοχή του Κ.Κ.Ε.  σ’ αυτά, με το κομμουνιστικό κόμμα να επιμένει στον ομολογιακού χαρακτήρα μονόλογό του ότι ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Ν.Δ. συμπίπτουν σε πολιτικές προαγωγής των προτεραιοτήτων του διεθνούς καπιταλισμού, ενώ εδώ το πρόβλημα έχει λάβει πλέον διαστάσεις ενδεχόμενης διακυβέρνησης από δυνάμεις που συγκλίνουν σε φασιστικού λόγου προθέσεις.

Σε τέτοιες συνθήκες, η φασιστική ακροδεξιά, που ως τον Σαμαρά δεν ήταν παρά ένας προσεγγίσιμος πολιτικός χώρος προς άγρα ψηφοφόρων για τη Ν.Δ., σήμερα όχι μόνο έχει πλήρως εγκολπωθεί  επί ηγεσίας Μητσοτάκη στο κόμμα, αλλά πλέον διεκδικεί να είναι ο κύριος ιδεολογικός φορέας των ευρύτερων συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων που συγκροτούν τον νεο-μητσοτακισμό.

Δεν διαθέτω μαντικές ιδιότητες για να προβλέπω τις επιπτώσεις όσων εντόπισα ως εδώ. Γνωρίζω, όμως, ότι όποτε στην ιστορία ανάλογα πολιτικά φαινόμενα εμφανίστηκαν, οι συνέπειες για τις χώρες που τα βίωσαν ήταν τραγικές.