Περί εκλογών, διπόλων κι άλλων δαιμονίων

Γράφει η Σοφία Χανή

Δύο μέρες λοιπόν πριν από τις εκλογές, και ανήμερα της επετείου του δημοψηφίσματος και των όσων πυροδότησε στη συνέχεια τόσο για τη χώρα γενικότερα όσο και για την Αριστερά ειδικότερα, βαδίζοντας προς το τέλος ακόμα μίας προεκλογικής περιόδου μέσα σε λίγους μήνες, μιας περιόδου μεγάλης πόλωσης και προβληματισμού.

Ανάμεσα λοιπόν σε τρομολαγνικές εκστρατείες και καταστροφικά σενάρια για τη ζωή μετά την Κυριακή που προσιδιάζουν σε αντίστοιχες εκστρατείες της προεκλογικής περιόδου του Ιανουαρίου του ‘2015, σε περιύβριση του “κακού, ηλίθιου και αχάριστου” λαού, όπως αρέσκονται να λένε κάποιοι , που τόλμησε (γιατί άραγε) να μην επιβραβεύσει με την ψήφο του την κυβέρνηση τους , αλλά και σε προσπάθειες υπονόμευσης της μνήμης του, όχι μόνο ως προς τα τελευταία τέσσερα αλλά και ως προς πολλά προηγούμενα έτη αλλά σε κυνικές ομολογίες για την επόμενη μέρα μεταξύ άλλων θα μας βρουν αυτές οι εκλογές.

Παράλληλα θα μας βρουν και σε ένα έντονο κλίμα διπολισμού, με μία πόλωση που οδηγεί σε κωμικά σκηνικά όπου μεταξύ άλλων αν κάποιος κάνει ένα αρνητικό σχόλιο για τη ΝΔ γίνεται αυτομάτως συριζαίος και αποζητά τα διαβόητα 0,60€, ενώ τούμπαλιν αν κρίνει κάποιος αρνητικά τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι εξ αριστερών, σημαίνει ότι αβαντάρει τη ΝΔ. Σε αυτό το κλίμα διπολισμού, εμφανίστηκε και το φαινόμενο του λεγόμενου “δεν είμαι ΣΥΡΙΖΑ….. αλλά” , όπου αρκετοί βολικά ξεχνάνε τα πεπραγμένα της τωρινής κυβέρνησης και την σημασία της εφαρμογής τέτοιων πολιτικών από μια κυβέρνηση ενός κόμματος που ξεκίνησε υποτίθεται ως αριστερό, κι επικεντρώνονται στην επόμενη που όπως φαίνεται θα είναι κυβέρνηση της ΝΔ, σε αστεία για την…. οικογένεια Άνταμς (με ανάλογες αναφορές στην ποπ κουλτούρα και στον κλασικό τρόμο) και πάει λέγοντας. Άλλωστε το κόμμα της Δεξιάς με τις διάφορες δηλώσεις στελεχών του για την επόμενη μέρα, με τα πεπραγμένα (από τα μύρια σκάνδαλα μέχρι τις πολιτικές του παρελθόντος των τόσων κυβερνήσεων στον οποίο ήταν πυρήνας) , ακόμα και τα παρατράγουδα των τελευταίων ημερών σαν τις “καταδρομικές” επισκέψεις στην πλατεία Εξαρχείων, όχι απλά δικαιολογεί την αντιπολίτευση αλλά και την επιβάλλει.

Τι γίνεται όμως όταν αυτό το φαινόμενο φτάνει να παρουσιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ σαν το κατάλληλο αντίδοτο απέναντι στην επέλαση της Δεξιάς και την ψήφο σε αυτόν σαν “αναγκαίο κακό” προκειμένου να μην επανέλθει στην κυβέρνηση το συντηρητικό κόμμα με ενισχυμένες αντιλαϊκές και αντεργατικές ορέξεις; Και πόσο μάλλον, όταν αυτή η στάση δεν χαρακτηρίζει μόνο ανένταχτους αλλά και μέχρι πρότινος ριζοσπάστες αριστερούς που μετείχαν σε κινηματικές διαδικασίες, οι οποίοι αποφασίζουν να βάλουν για λίγο στην άκρη τις επαναστατικές και ριζοσπαστικές θεωρίες και τον αγώνα για το σοσιαλισμό για να στηρίξουν ένα κόμμα που βοήθησε στην καταβαράθρωση της Αριστεράς στη συνείδηση του κόσμου; Όντως υπάρχει κι εδώ ένα ιδιότυπο ΤΙΝΑ, μια απουσία εναλλακτικής δηλαδή απέναντι στην “επάρατο” Δεξιά όπως έλεγε και το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο;

Το τι είναι η Δεξιά και το τι συνεπάγεται η επαναφορά στην εξουσία του μεγαλύτερου κόμματος που την εκφράζει στη χώρα, γνωρίζουμε τι σημαίνει και σε καμία περίπτωση κανένας αριστερός/η δεν μπορεί να την καλοβλέπει, έστω κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι έτσι μπορεί να “ξυπνήσει” το λεγόμενο κίνημα. Σαφώς και οι συνέπειες της σε πολλά πεδία, είτε των δικαιωμάτων και της κοινωνικής πολιτικής, είτε των εργασιακών και πάει λέγοντας, θα είναι δυσάρεστες και βέβαια μεγάλο μέρος του λαού δυστυχώς θα συνεχίσει να περνάει δύσκολα. Στο τι σημαίνει η Δεξιά και στο τι έρχεται (ή και συνεχίζεται) δεν υπάρχει κανένα “αλλά”.

Τα περίφημα σενάρια καταστροφής που μεταξύ άλλων δυστυχώς αναπαράγουν και πολλοί αριστεροί/ες δεν στοχεύουν απλά στην κατάδειξη των όσων έρχονται σύντομα με μια κυβέρνηση της ΝΔ αλλά στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως του άλλου, φιλολαϊκού και μετριοπαθούς υποτίθεται πόλου, που θα πολεμήσει γενναία το “δράκο” του νεοφιλελευθερισμού πέρα από αυτόν του συντηρητισμού και της μισαλλοδοξίας. Και κάπως έτσι, τέσσερα χρόνια εφαρμογής αντιλαϊκών κι επαχθών μέτρων σβήνονται. Σβήνεται και η ανατροπή της λαϊκής ετυμηγορίας στο δημοψήφισμα και η μετέπειτα εφαρμογή των μνημονίων που υποτίθεται ότι είχε έρθει στην εξουσία για να καταργήσει.

Η τετραετία αυτής της “αριστερής”, όπως θέλει να λέγεται, κυβέρνησης έφερε την εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια μέσω του Υπερταμείου, ενισχυμένη επιτήρηση μέχρι το 2060 (ακόμα κι αν τυπικά υποτίθεται ότι σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα το μνημόνιο τελείωσε) , πλειστηριασμούς ακόμα και πρώτης κατοικίας, και ένα ιδιότυπο ιδιώνυμο για όσους αντιστέκονται σε αυτούς, πλήρης πρόσδεση στο Ευρωατλαντικό άρμα και προσπάθεια για τη μεγαλύτερη δυνατή διευκόλυνση των συμφερόντων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην περιοχή , ενθάρρυνση των εξορύξεων σε διάφορα οικόπεδα που έχουν παραχωρηθεί ανά τη χώρα σε μεγάλες εταιρείες όπως η πρόσφατη συμφωνία με την Exxon Mobil αλλά και συνέχιση του έργου στις Σκουριές που υποβαθμίζει το περιβάλλον της περιοχής, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί τσιτάτα περί «πράσινης Αριστεράς». Ακόμη, ένα ενισχυμένο κράτος καταστολής με ενίσχυση του τρόμο νόμου και συνεχιζόμενη χρήση επικίνδυνων χημικών από τα ΜΑΤ που υποτίθεται θα καταργούσε, προνόμια και φοροαπαλλαγές σε μεγάλες επιχειρήσεις και άριστες σχέσεις με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου που κάποτε πολεμούσε, περικοπή συντάξεων που έπληξε πολλούς συμπολίτες μας συνταξιούχους, στο ότι δυσχέρανε την κήρυξη απεργίας αλλά και αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος με θλιβερό αποτέλεσμα τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης σε camps όπως αυτό της Μόριας στη Μυτιλήνη.

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς το ίδιο με τη ΝΔ, ειδικά σε επίπεδο δικαιωμάτων θα πουν κάποιοι φέρνοντας το παράδειγμα των (ορθών) νομοθετήσεων για τα ομόφυλα ζευγάρια; Όχι, η ΝΔ παραμένει ένα συντηρητικότατο κόμμα με ταμπού κι οπισθοδρομικές αντιλήψεις απέναντι σε αρκετές κοινωνικές ομάδες. Αρκούν αυτά τα λίγα όμως για να χαρακτηρίσουν αριστερό κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ; Σαφώς και όχι ,χωρίς να καθιστά τέτοια νομοθετήματα, βέβαια ασήμαντα. Στο οικονομικό και όχι μόνο κομμάτι, η ΝΔ θα συνεχίσει πολλές από τις πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτές των ιδιωτικοποιήσεων και πάει λέγοντας, κάτι που βέβαια δικαιολογεί και την αστεία αντιπολίτευση που έκανε τα τελευταία χρόνια καθώς η τελευταία τετραετία απέδειξε ότι εκεί οι διαφορές τους είναι μικρές.

Η τετραετία διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν ήταν οδυνηρή για μεγάλο μέρος του λαού μόνο για τις πολιτικές αυτές καθεαυτές που ψήφισε κι εφάρμοσε. Ήταν γιατί εδραίωσε το δόγμα του “Δεν Υπάρχει Εναλλακτική”, για τη συντριβή των ελπίδων του λαού για μια καλύτερη και πιο αξιοπρεπή ζωή, γιατί διέλυσε την όρεξη του να αγωνιστεί για αυτήν, γιατί οι ελπίδες καταστράφηκαν από μία κυβέρνηση που ευαγγελιζόταν την δικαίωση τους και που είχε ένα προσωπείο που υποτίθεται ότι καθρέφτιζε τα λαϊκά συμφέροντα. Και προς την Αριστερά όμως, γιατί την υποβάθμισε στα μάτια του λαού, γιατί διαστρέβλωσε το νόημα της, υποβάθμισε τους αγώνες της και γιατί την έχει οδηγήσει σε μια μουδιασμένη στάση όπου διαλυμένη και κατακερματισμένη αδυνατεί να καταρτίσει μια πρόταση που να μπορεί να πείσει άμεσα τους πολλούς στους οποίους απευθύνεται.

Εν κατακλείδι, η στάση αυτών των εκλογών δεν είναι η παράδοση στη λογική των αδιέξοδων διπόλων ενώ η ρητορική του μικρότερου κακού και της λύσης ανάγκης, με κλειστά μάτια απέναντι στα πεπραγμένα των τελευταίων τεσσάρων χρόνων, δεν ταιριάζει στην Αριστερά. Απέναντι στη ματαίωση και τον εγκλωβισμό σε δίπολα ας συνειδητοποιήσουμε ότι οι αγώνες δεν συμβαδίζουν με μια λογική απουσίας εναλλακτικής.