Η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόθεση της ΕΕ και της ελληνικής αριστεράς

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με διαφαινόμενη ως βέβαια την εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε δύο εικοσιτετράωρα, ο δημόσιος διάλογος έχει προσλάβει έναν προσχηματικά προεκλογικό τόνο και το ίδιο το πολιτικό σκηνικό, προεξοφλώντας  το αποτέλεσμα της κάλπης, έχει αποκτήσει έναν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα, συνεπικουρούντος του αμείλικτου ελληνικού θέρους. Η εικόνα αυτή είναι πρωτοφανής για τα εγχώρια πολιτικά πράγματα, που επί δεκαετίες από την πτώση της χούντας και μετά διέπονταν από έντονα πάθη σε προεκλογικές περιόδους.

Αυτή η στάση των πολιτών ενώπιον της κάλπης, νομίζω πως θα πρέπει να αποδοθεί στη «σοφία του πολιτικώς αυτονόητου», που ο λαός διαθέτει, όσο και να στρατεύεται πίσω από τα κόμματα. Νομίζω πως είναι ουσιώδης ωρίμανση στο συλλογικό επίπεδο, η οποία μπορεί πλέον να απορρίπτει ως αχρείαστα τα προεκλογικά κομματικά «κόλπα». Από τις ανοησίες του νεο-μητσοτακισμού, του οποίου η προγραμματική εμφάνιση είναι για τα πανηγύρια, ως τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που μουρμουρίζει εν είδει αναγκαίας εκλογικής «παράστασης» το επιχείρημα του δήθεν «αντιστρεπτού εκλογικού αποτελέσματος», αλλά και μέχρι τη συνθηματολογία του Κ.Κ.Ε., για το οποίο και ο τελευταίος ψηφοφόρος του έχει πλήρη συναίσθηση ότι η εκλογική ενίσχυσή του ουδόλως θα επηρεάσει τις τύχες των εργαζομένων, όλα μαρτυρούν τη βεβαιότητα των πολιτών περί απλών προεκλογικών σκηνών, μακράν της πραγματικής πολιτικής διαδικασίας.

Φυσικά, οι αναλυτές που συναρτούν την άποψη τους από την κομματική στράτευσή τους και όχι από την ιδεολογική τους ένταξη (στους δεύτερους προσπαθεί να συγκαταλέγεται και η αφεντιά μου), δείχνουν εφευρετικότητα στην ερμηνεία της παρούσας υπνώττουσας προεκλογικής αγοράς. Μερικοί λένε ότι η ανυπαρξία σκληρής πόλωσης (που βεβαίως κατά τα άλλα καταγράφεται στο υπόστρωμα των εξελίξεων) είναι επειδή έχει εξαφανιστεί η κλασσική και αξεπέραστη πολιτική αναφορά των πραγμάτων στο δίπολο αριστερά-δεξιά (…αυτό το τελευταίο είναι πολύ της μόδας σ’ αυτές τις εκλογές).  Άλλοι διατείνονται ότι είναι η ιδεολογική ήττα της ανάξιας για διακυβέρνηση αριστεράς, που έχει πείσει τον κόσμο για το αναπόφευκτο να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια της άρχουσας τάξης, ανεξαρτήτως του ότι οι πολίτες γνωρίζουν καλά (και ασφαλώς δεν λησμονούν) ότι τα συστήματα της άρχουσας τάξης (πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά και μιντιακά) ευθύνονται απολύτως για την απαξίωση της Ελλάδας της κρίσης.

Φυσικά αυτές οι απόψεις των κομματικά στρατευμένων «αναλυτών» δεν αντέχουν σε καμιά επαληθευτική εμβάθυνση. Αντίθετα, στο «πολιτικό κενό» που προκύπτει από την αποστασιοποίηση μαζών πολιτών από τις παρούσες εκλογές, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα του «λόγου» πρόσκτησης των πολιτικών εξελίξεων αυτής της τροχιάς. Νομίζω πως θα χρειαστεί χρόνος για να αποκωδικοποιηθούν και να έρθουν στον δημόσιο χώρο βιώσιμες εξηγήσεις για τα συμβαίνοντα. Και δεν φιλοδοξώ φυσικά, να τα απαντήσω αυτά εγώ.

Όμως, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να δώσω μια μικρή «μάχη για την πραγματικότητα», που τείνει να καταστεί αφανές πολιτικό στοιχείο της πολιτικής σ’ αυτήν τη συγκυρία. Μια πραγματικότητα που παραμερίζεται με ευκολία από τον ορυμαγδό της fake αφήγησης.

Σ’ αυτό το πεδίο και με τέτοια πρόθεση εξ αρχής διακηρυγμένη από μεριάς μου, θεωρώ πως ένα από τα μείζονα διαφεύγοντα στοιχεία της συζήτησης που κάνουμε όλοι μαζί οι πολίτες μπροστά στην κάλπη, είναι η αξιολόγηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με πολιτικούς όρους που υπεκφεύγουν του διακυβερνητικού ζητήματος.

Έχω την εντύπωση ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όλη αυτήν την περίοδο εκείνο που έκανε και που χρήζει ευρύτερης αξιολογητικής ανάλυσης δεν είναι αν πήγε καλά ή άσχημα στο μνημόνιο, αν είπε ψέματα ή αλήθειες, αν αφαίμαξε ή στήριξε τη μεσαία τάξη, αν άσκησε την εξουσία προς βλάβη των δημοκρατικών θεσμών ή προς όφελός τους.

Αυτά τα κριτήρια (που φυσικά υπάρχουν και καλώς υπάρχουν και επικαθορίζουν τον δημόσιο διάλογο) παράγουν ένα αποτέλεσμα που κάνει ένα στοιχείο να μας διαφεύγει, παρ’ ό,τι ιστορικά μοναδικό  σ’ ολόκληρη την Ευρώπη και εξαιρετικά σημαντικό για την ελληνική πολιτική ιστορία και την αλληλεξάρτησή της με τη ιστορία της λεγόμενης «Δύσης»: Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι το πρώτο κόμμα στη μεταπολεμική Ευρώπη  που ως αριστερά ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας χώρας στο κατά βάση ασφυκτικό πολιτικό πλαίσιο της Ε.Ε. και ιδίως της ευρωζώνης, επιβαρυμένο μάλιστα και ακόμη ασφυκτικότερο το πλαίσιο αυτό, λόγω της μνημονιακής δεσποτείας όπου είχαν οδηγήσει οι προηγούμενες «συστημικές» κυβερνήσεις. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση και την ολοκλήρωσε, μάλιστα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία (δεν έχει σ’ αυτό το μοτίβο της σκέψης μου μεγάλη σημασία), με τη χώρα αναμφίβολα σε συντριπτικά καλύτερη θέση από εκείνην που την παρέλαβε.

Άξιο ιδιαίτερης υπογράμμισης, εδώ και πάντα σ’ αυτό το αναλυτικό πλαίσιο που όρισα, ότι παρ’ ό,τι αριστερός και καταλυτικά περικυκλωμένος από αντίπαλες και κυρίαρχες στην Ε.Ε. συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όχι μόνον έγινε αποδεκτός αλλά και κατά γενική ευρωπαϊκή ομολογία (αρέσει δεν αρέσει στις εγχώριες προεκλογικές αφηγήσεις, αυτή είναι η αλήθεια) θεωρείται πως κυβερνώντας είχε απολύτως θετική συμβολή στην συνολική ευρωπαϊκή εξέλιξη και όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας.

Το σημείο αυτό, έχω την εντύπωση ότι εν τη ρύμη του πολιτικού χρόνου θα αποβεί μεγάλης σημασίας για την ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία και θα αποκτήσει βάρος συμβολικό και πρακτικά πολιτικό, ισάξιο με τον ιστορικό συμβιβασμό του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ.

Η χρεοκοπία της ιδιότυπης «απαγόρευσης» στην Ευρώπη να ασκούν διακυβέρνηση  κόμματα της αριστεράς ως κύριος πόλος εξουσίας, είναι ένα τεράστιο βήμα για  τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό. Ένα τεράστιο βήμα, που έγινε στην Ελλάδα και που πιστώνεται στη χώρα μας, ως καίρια συμβολή στην ολοκλήρωση του πολιτικού εκδημοκρατισμού που πρεσβεύει ο ευρωπαϊκός ενοποιητικός αυτοσκοπός. Αναμφίβολα η Ευρώπη μέσα απ’ αυτήν την καίρια ελληνική συμβολή θα αντλήσει  ιδεολογικο-πολιτικές εφεδρείες για τον εμπλουτισμό των μέσων που θα αξιοποιηθούν στο μέλλον.

Η «αριστερή διακυβέρνηση» στις χώρες της Ε.Ε., λόγω της παρουσίας και του έργου  ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα, δεν είναι πια μια «απαγορευμένη» εκδοχή, αλλά μια ακόμη πολιτική δυνατότητα διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων.

Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχει και ένα τεράστιο έργο και συμβολή από τη διακυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην υπόθεση της ελληνικής αριστεράς! Πρόκειται για την απομάγευση της ίδιας της υπόθεσης της ελληνικής αριστεράς, από τις παγιδευτικές εμπλοκές, ιστορικού, ιδεολογικού και ηθικού περιεχομένου, που δεν επέτρεπαν ως σήμερα και ως δική της επιλογή στην εγχώρια πολιτική αριστερά να «κυβερνήσει»! Το τελικό δίλημμα που εγκατέστησε η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στους Έλληνες αριστερούς είναι μια υπέρβαση της αυτο-απαγόρευσης ακόμη και να το σκέφτονται, όπως συνέβαινε επί τόσες δεκαετίες. Και το δίλημμα είναι: Θα θυσιάσω το πλαίσιο κανόνων που ορίζει το ήθος του χώρου (αυτό που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς») για να ασκήσω διακυβέρνηση προς προαγωγή των πολιτικών στόχων που ορίζει η ιδεολογία μου, ή θα κρατήσω αλώβητο αυτό το πλαίσιο που ορίζει το ήθος του χώρου, απορρίπτοντας το δικαίωμά μου να κυβερνήσω και να «ασκήσω πολιτική»; Γι’ αυτό και είναι βλακώδης και τεχνητή η συζήτηση αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχασε το ηθικό πλεονέκτημα επειδή άσκησε διακυβέρνηση! Φυσικά και το έχασε! Και θα το έχανε σε κάθε περίπτωση από την ώρα που αποφάσισε να κάνει το βήμα και να κυβερνήσει, αφού η ενάσκηση κρατικής εξουσίας αναγκαία άγει σε συμβιβασμούς μεταξύ των ιδεολογικών αρχών όποιου κυβερνά και της ανάγκης που ορίζει το οπωσδήποτε προσλαμβανόμενο δημόσιο συμφέρον, συχνά αντίθετα με τις ιδεολογικές απόψεις της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.

Αυτό το σημείο, φυσικά δεν μπορεί να μετρήσει στις κάλπες της 7ης Ιουλίου! Μετράει, όμως, ιστορικά και ως μελλοντική παρακαταθήκη. Γι’ αυτό και κλείνοντας αυτήν την ανάλυση αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., διότι μετά από δεκαετίες μετά από την επιλογή ζωής να ενταχθώ στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., με έκανε ξανά να αισθανθώ τη συγκίνηση της προσωπικής συμβολής σε μια πολιτική υπόθεση που αξίζει τον κόπο.