Ημερολόγιο ασημάντων 145: Κοκαλιάρα παρενοχλεί παιδοβούβαλο/βόας χωρίς μέση και δάχτυλα αλλά με καρπούζι

24.6.19 (συνέχεια από το προηγούμενοΜετά από το πέμπτο μπάνιο  με την Μπουμπού στην Αγία Κυριακή που οδηγεί σαν τρελή, με το ένα μάτι και το ένα αυτί, μπαίνω στο τρενάκι μου και βλέπω  έναν μπρατσωμένο τύπο να κάθεται στο βαγόνι του ηλεκτρικού, με εντυπωσιακό τατουάζ γοργόνα, κόκκινη γενειάδα, γυαλιά ηλίου, βούβαλος τεράστιος του Τέξας, κάθεται στο ενάμιση κάθισμα, ναυτικός ή μπράβος κι από πάνω του  όρθια μία νευρωτική κοκαλιάρα να τον ψέλνει:

-Μη μου λες μαλακίες, μην είσαι κότα, να πας να καθαρίσεις.

Κι αυτός σιγανά, φοβισμένα:

-Έτσι θα γίνει. Θα πάω σήμερα κιόλας.

-Κύττα ρε ολόκληρος μαντράχαλος φοβάται τη μάνα του. Τι να πω; Τι σήμερα μου λες;  Έπρεπε να έχεις πάει χτες. Να πηδήξεις τώρα απ’το τρένο.

-Μη με αγχώνεις. Σου λέω θα γίνει.

Βλέποντας τη γοργόνα στο μπράτσο του «συμμαζεμένου»  γίγαντα σκέφτομαι ότι το  τατουάζ που το συνηθίσαμε στους ναυτικούς και στους φυλακισμένους είναι πολύ της μόδας και ταυτόχρονα ένα είδος ταυτότητας. Βέβαια υπήρχε προ αμνημονεύτων ετών. Οι ιθαγενείς σε όλα τα μέρη του κόσμου σημάδευαν το κορμί τους για να δείξουν ποιοι είναι. Ποια  φυλή εκπροσωπούν, πού ανήκουν, τι μπορούν να κάνουν και πόσο ωραίοι είναι. Στη νέα Ζηλανδία τα ονομαζόμενα Τamoko  είναι μοναδικά  για τον καθένα και αναφέρονται στους προγόνους. Η δερματοστιξία στην Ιαπωνία πάει 5.000 χρόνια πίσω. Το συνηθισμένο όνομα είναι   Horimono αλλά πιο κοινό το Irezumi(εισάγω μελάνι) που ήταν τιμωρητικό.. Επίσης στις φυλακές της Δύσης ήταν τιμωρητικό κι είχε να κάνει με το έγκλημα του κατάδικου. Οι ναζί χάραζαν τον αριθμό στα χέρια του  κρατούμενου  στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως    Διακοσμητικό στην Ιαπωνία έγινε το 18ο αιώνα αλλά σε μέρη του σώματος που καλύπτονταν από ρούχο κι ήταν έργα τέχνης. Οι εγκληματίες της γιαπωνέζικης μαφίας  Yakuza είναι διάσημοι για τα σχέδια δερματοστιξίας.  Το σώμα ως τετράδιο γραφής, ως τετράδιο ιχνογραφίας κατά της αμνησίας.

Σήμερα το τατουάζ έγινε μόδα μαζική, οι νεολαίοι στις πλαζ είναι σημαδεμένοι. Βλέπεις σχέδια με σύμβολα α-σύμβολα, ψυχεδελικά, πού και που κανας Τσε Γκεβάρα, και κανας παιδοβούβαλος με τον Μεγαλέξανδρο στην πλάτη, αραχτός στην πλαζ,  λιάζεται πίνοντας το κόφι του.  


25.6.19  Ξυπνάς με τις φωνές μαύρων που κυνηγιούνται έχει μόλις ξημερώσει, το θέαμα στην απέναντι πολυκατοικία είναι άθλιο, στο δεύτερο όροφο το μπαλκόνι είναι γεμάτο άχρηστα πράγματα και σκουπίδια, στον τρίτο όροφο απλωμένα τα πιο σκούρα ρούχα που έχω δει στη ζωή μου και στον τέταρτο όροφο λυσσασμένα  ωδικά πουλιά σε κλουβιά μιας πιθαμής και φύλλου Α4. Ξέμεινα από καφέ και  τρέχω στο Βερόπουλο της Φυλής, εκπλήσσομαι όμως δυσάρεστα με την κατάσταση  στο πεζοδρόμιο της Δεριγνύ:  είναι το πιο βρώμικο της Αθήνας. Αγοράζω κι ένα καρπούζι. Επιστρέφω από την Αχαρνών κάνοντας τον γύρο του τετραγώνου. Τουλάχιστον βλέπω δυο ανθισμένες πικροδάφνες. Κάτι είναι κι αυτό.   Μπαίνοντας σπίτι νιώθω ένα άσχημο πόνο στη μέση. Για ποιο λόγο κουβαλάω   έξι κιλά καρπούζι;  Δεν χωράει καν στο ψυγειάκι. Πώς θα το καταναλώσω όλο αυτό; Τι είμαι βόας ή Τζουμάκας; Αχ η μεσούλα μου! Και τα δάχτυλα τα γαμημένα πακέτο  στον πόνο. Ναι είμαι βόας-δράκος χωρίς μέση και δάχτυλα μες τη βρώμα και τον πόνο

-Ο chercheur  και μαζί trouveur Γιώργος  Βέης μου στέλνει ένα ποίημα του Δημήτρη  Ζαχαράκη που έχει τίτλο   το όνομα του δρόμου που κατοικώ. Βρίσκω την κίνηση αυτή πολύ τρυφερή:

ΔΕΡΙΓΝΥ

 Βράδυ, κοντά μεσάνυχτα,    καλοκαίρι

κατέβαινε τη Δεριγνύ           με συνοδό,

πιθανώς τον αδελφό του.      Και φανερά,

σκληρή ανάγκη τον φέρνει   στην Αθήνα.

Λεπτός από την άσκηση,      το ράσο του

έπλεε πάνω στο σώμα.          Η σιωπή τους

απέπνεε την πορεία               και το δεσμό.

 

Αριστερά ο συνοδός             τον ασκητή

κρατούσε από τον καρπό      πολύ απαλά

ακουμπώντας την παλάμη    στο στήθος του

ανοιχτή. Οδηγεί μαζί            και οδηγείται.

Με ορθάνοιχτα τα μάτια      προχωρούσε

ο άλλος. Σα φοβισμένο        ζώο και σαν

υπνωτισμένος. Γύρω τους    ξένοι παντού

χαμηλόφωνοι στα ρείθρα     και τα σκαλιά.

Οι νεραντζιές επέτειναν       το σκοτάδι.

Διακρίνονταν τα φώτα         των πορνείων

και του χασίς η μυρωδιά,     η θέρμη της φτώχειας.

Το ποίημα όπως διαπιστώνει κανείς είναι λίαν ατμοσφαιρικό μόνο που δεν υπάρχουν νεραντζιές  στη Δεριγνύ, αλλά φτηνιάρες σοφόρες και λίγες ακακίες. Επίσης δεν υπάρχουν πορνεία στη Δεριγνύ ο ποιητής την μπέρδεψε με την οδό Φυλής, δυο χαρτοπαικτικές λέσχες που είχαμε κλείσανε, όσο για τη … «μυρωδιά χασίς» μόνο ένας ποιητής μπορεί να έχει έχει τόσο δυνατή μύτη. Για τη… «θέρμη της φτώχιας», τι μας λέτε;  Δεν αντελήφθητε  ότι ζούμε σε περίοδο αφθονίας και νέων αγελάδων και μόσχων;