Εδώ μωρή θα λέγεσαι γυναίκα

Του Απόστολου Μοσχόπουλου

Σεξισμός. Μια έννοια που σκιαγραφείται με λάθος αποχρώσεις στην καθημερινή ζωή καθώς, συχνά παρωδείται, παρερμηνεύεται σκοπίμως και εκμηδενίζεται, σε βαθμό που ο φεμινισμός καθίσταται «αχρείαστος» (τουλάχιστον για τον Δυτικό κόσμο) και φέρεται να εκφαίνεται με τη ρητορική «μαινόμενων Αμαζόνων» και «φεμιναζί».

Στη σημερινή εποχή, με το κίνημα #MeToo να έχει ανακινήσει την έμφυλη πραγματικότητα και να έχει αποκτήσει την βαρύτητα που του αξίζει στο καθημερινό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, οι γυναίκες κατάφεραν να κάνουν να ακουστούν επιτέλους όλα εκείνα τα περιστατικά καθημερινού, συστημικού και μη, σεξισμού που έπλητταν τα σώματα, την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Ωστόσο, το πατριαρχικό κοινωνικό και ιδεολογικό σύστημα παραμένει πολύ ρωμαλέο για να πέσει αμαχητί. Η ελληνική ειδησεογραφία και επικαιρότητα της τελευταίας εβδομάδας το απέδειξε περίτρανα δίνοντας εικόνα στον σεξισμό και τρεις θεμελιώδεις όψεις του: την έμφυλη βία, τον συστημικό σεξισμό και το slut–shaming.

H πρώτη υπόθεση αφορά στη στυγερή δολοφονία της Susanne Eaton στην Κρήτη. Εδώ παρατηρούμε την κάλυψη της ιστορίας να είναι λανθασμένα αφηγημένη σε πολλά επίπεδα καθώς πολλοί έδωσαν έμφαση τόσο στη φράση του θύτη «Με πιάνει να κάνω κάτι κακό», καθιστώντας τον έμμεσα ως έρμαιο «κακών σκέψεων» (ενισχύοντας παράλληλα τον στιγματισμό τυχόν ψυχικών ασθενειών) και δίνοντας βάση στο προφίλ του ως γιο ιερέα, οικογενειάρχη και φιλήσυχου πολίτη, άρα «υπεράνω πάσης υποψίας». Παρά ταύτα, τη φράση του αυτή ακολούθησε μια ωμή παραδοχή τού πως λειτουργεί ο σεξισμός. Συγκεκριμένα, στην απολογία του ο θύτης δήλωσε «Θα έκανα το ίδιο σε οποιαδήποτε έβλεπα εκείνη τη στιγμή». Και όντως το έκανε σε τουλάχιστον άλλες δυο γυναίκες, σύμφωνα με το ρεπορτάζ. Δεδομένα λοιπόν, δε μιλάμε για σαδιστικές τάσεις εκ μέρους του δολοφόνου, αλλά τάσεις επιβολής ισχύος (σωματικής και έμφυλης), πράγμα που αποδείχθηκε εξάλλου και από τον βιασμό της θανούσης. Για κάτι τέτοιες περιπτώσεις κρίνεται δε επιβεβλημένη η χρήση του όρου «γυναικοκτονία», ακριβώς γιατί οι ενέργειες του εκάστοτε δράστη φέρουν συγκεκριμένα πρόσημα με σεξιστικά κίνητρα (ενδεικτική είναι η παράλληλη ιστορία της δολοφονίας της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο).

Λίγες μέρες νωρίτερα, ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στο ΒΒC, σε ερώτηση της δημοσιογράφου για το ισχνότατο ποσοστό των πέντε γυναικών στο υπουργικό σχήμα των πενήντα και πλέον ατόμων δηλώνει ανερυθρίαστα πως «δεν έβρισκε άλλες που να ενδιαφέρονταν για την πολιτική» και σε όσες στράφηκε ήταν «πολύ πιο διστακτικές» σε σχέση με τους άνδρες. Η ειρωνεία της δημοσιογράφου που ακολούθησε για το κατά πόσο σοβαρολογεί, ήταν βασιμότατη. Αφ’ ενός, ο κατά τα άλλα προοδευτικός σε κοινωνικά ζητήματα πρωθυπουργός, με την απάντηση του διαιώνιζε το πρότυπο της ανασφαλούς και άβουλης γυναίκας που διστάζει να πάρει τα ηνία σε νευραλγικές θέσεις ευθύνης, αφετέρου κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να ίσχυε στην ίδια πρόταση επαιρόταν ο ίδιος για το 40% τω γυναικών στα ψηφοδέλτια του κόμματός του. Τόσο τα λεγόμενα όσο και οι πράξεις του υποδηλώνουν άμεσα και έμμεσα το πόσο συστημικός μπορεί να γίνει ο σεξισμός, χωρίς να είναι απαραίτητα κακοποιητικός, όπως στο ανωτέρω παράδειγμα.

Στο ίδιο μοτίβο δε αντίληψης των κοινωνικών ισορροπιών και δυναμικών, η υφυπουργός Εργασίας, με αρμοδιότητα τα ζητήματα Πρόνοιας και Κοινωνικής αλληλεγγύης, στην από του βήματος ομιλία της με αφορμή την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων από την νέα κυβέρνηση, έκανε λόγο για χορήγηση επιπρόσθετου επιδόματος σε όσα ζευγάρια τεκνοποιήσουν πριν η γυναίκα κλείσει τα 30 της χρόνια. Δεδομένου ότι πρώτον, ο επαγγελματικός ανταγωνισμός αυτή την εποχή, προϋποθέτει  εκτός από ένα πτυχίο. και μεταπτυχιακές σπουδές, ότι δεύτερον, ο σκληρός καπιταλισμός που βιώνουμε απαιτεί μια θέση στην αγορά εργασίας το συντομότερο δυνατό, και τέλος, το γεγονός της ταύτισης από την κοινωνία του γυναικείου φύλου με τον ρόλο τους ως μητέρες, μια τέτοια πολιτική, μπορεί κάλλιστα να κριθεί κατά βάση  ως συστημικά σεξιστική με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής, μια σαφέστατη υπαναχώρηση των γυναικών σε σχέση με τα κεκτημένα τους για ίση μεταχείριση και πορεία εξελιξης στον κοινωνικό και τον εργασιακό στίβο.

Και φτάνουμε στο σήμερα, όπου με την ανάδειξη του νέου σχήματος της νέας Βουλής έχουμε σε αυτήν νέα μέλη όπως η τραγουδίστρια Ραλλία Χρηστίδου και το πρώην μοντέλο Νόνη Δούνια. Αφενός, τη μέρα της ορκωμοσίας τους, παρατηρήθηκε για άλλη μια φορά η θλιβερή κοινοτοπία να κρίνονται οι βουλεύτριες για τις ενδυματολογικές τους επιλογές (πράγμα που συνέβη στο παρελθόν ακόμη και με την Χρυσαυγίτισσα Ελένη Ζαρούλια), αφ’ ετέρου, η δεύτερη δέχτηκε επίθεση στο ήθος και την αξιοπρέπειά της με φωτογραφίες από το επαγγελματικό παρελθόν της να κατακλύζουν το διαδίκτυο και την υπόληψή της να γίνεται βορά στο πληκτρολόγιο οποιωνδήποτε δεν μπορούν να διαχωρίσουν τις προσωπικές από τις επαγγελματικές επιλογές. Η Έλενα Ακρίτα μάλιστα εξέφρασε τη στήριξή της στην βουλεύτρια της ΝΔ, καταφερόμενη εναντίον όλων όσοι την αμφισβητούν και την κρίνουν με ρηχά κριτήρια μιας και οι επιλογές του παρελθόντος της, δεν σχετίζονται με την πολιτική της παρουσία και ύπαρξη, σκέψη που μοιάζει να είναι ξένη στη λογική του καθενός «καλοθελητή» ή τιμητή. Φυσικά, ούτε αυτό αποτελεί έκπληξη σε μια χώρα όπου μεγάλο ποσοστό ανδρών και γυναικών θεωρεί ότι οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις και επιθέσεις προκαλούνται από τα ρούχα ή τα λόγια του θύματος από τα οποία «προκαλείται» ή «παρασύρεται» ο θύτης.

Τα θλιβερά συμπεράσματα που εξάγονται από όλα αυτά τα περιστατικά, δεν είναι καινούρια, ούτε πρωτότυπα. Είναι δεδομένο ότι η εξίσωση των δύο φύλων στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας έχει μπροστά της πολλά χιλιόμετρα να διανύσει προκειμένου να μην ακούγονται ντροπιαστικές ρητορικές ή να πραγματοποιούνται εγκληματικές πράξεις σε βάρος των γυναικών. Η ευθύνη για την αντιμετώπιση τους ανήκει σε όλους μας, άνδρες και γυναίκες, αρχής γενομένης από τα κοινωνικά πρότυπα που υιοθετούμε ανεξαρτήτως καταβολών μέχρι τους κρατούντες τα πολιτικά και ιδεολογικά ηνία της καθεμιάς κοινωνίας.