Ο ρόλος της δεξιάς πολιτικής για την ενίσχυση της κοινωνικής βίας

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Το φαινόμενο των απρόκλητων επιθέσεων κατά ανυποψίαστων πολιτών στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα δεκάδες δολοφονίες, έχει εδώ και πολύ καιρό να είναι ένα σπάνιο περιστατικό στην αμερικανική  δημόσια ζωή. Από την εποχή του unabomber μέχρι προχθές στο Ελ Πάσο, ο καταλογος των θυμάτων είναι πολύ μεγάλος για να παρουσιάζεται ως ασυνήθιστη περίπτωση. Και, την ίδια ώρα -με τον επιφανειακό τρόπο που η αμερικανική πολιτική ζωή διαχειρίζεται ορισμένα θέματα- η εξάντληση της συζήτησης στο θέμα της ανεξέλεγκτης οπλοκατοχής (ανεξάρτητα από τη σαφή συμβολή του «πολιτισμού των εξάσφαιρων» στην κλιμάκωση του φαινόμενου), δεν φαίνεται ικανή να ανασχέσει την επανάληψη των επιθέσεων κατά πολιτών και των δολοφονιών σε μαζική κλίμακα.

Το πρόβλημα αναφίβολα επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια! Οι βομβιστικές και ένοπλες επιθέσεις πληθαίνουν. Η γελοία επικοινωνιακού περιεχομένου και μόνον «διαρροή» του Λευκού Οίκου μετά το Ελ Πασο, ότι «σκέπτεται μέτρα για τον περιορισμό της οπλοκατοχής, περισότερο ανεπίτρεπτη ειρωνία μοιαζει απέναντι σ’ ένα πρόβλημα πρώτης προτεραιότητας, παρά οργανωμένη αντίδραση σώφρονος κράτους προς επίλυσή του, με κόστος πολλές ανθρώπινες ζωές.

Στην Ευρώπη τα πράγματα μοιάζουν απλότερα! Τα φαινόμενο εκδηλώνεται σε δύο διακριτές περιπτώσεις: Τις επιθέσεις φονταμενλιστών και τις ακροδεξιές δραστηριότητες, που φτάνουν μέχρι τη δολοφονία προσφύγων και πολιτικών αντιπάλων.

Αναζητώντας τα αίτια του φαινομένου διά γυμνού οφθαλμού φαίνεται ότι η μακρά (και ακόμη εν εξελίξει) οικονομική κρίση στις δυτικές χώρες και η κοινωνική εξαθλίωση που παράγει, σε συνδυασμό με τα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα, δρομολογούν ισχυρές επεξηγηματικές προσεγγίσεις. Ταυτόχρονα, η πολιτική διαχείριση του προβλήματος, με αποκλειστική θέαση της υπόθεση ως ζητήματος δημόσιας ασφάλειας και χωρίς καμιά διερεύνηση των κοινωνικών πτυχών του, αποδεικνύεται ατελέσφορη.

Αν επιχειρούσε κανένας πιο συγκεκριμένη πολιτική διερεύνηση της υπόθεσης θα διέκρινε με άνεση ότι η δαιμονοποίηση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων από μεριάς κρατικών εξουσιών, ως δήθεν κεντρικών αιτίων του ζητήματος, ανιχνεύεται τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Η.Π.Α.. Η πολιτική Τραμπ, μαζι με την πολιτική, Σαλβίνι, Ζεεχόφερ, Όρμπαν και άλλων στην Ευρώπη, εμφανίζουν εντυπωσιακές ομοιότητες, από τα τείχη απόκρουσης των μεταναστευτικών ρευμάτων στις Η.Π.Α., ως τις άτυπες φυλακές χύδην «μαντρώματος» προσφύγων και μεταναστών στη Γηραιά Ήπειρο. Αλλά και την επισημοποίηση της πολιτικής κατά των ΜΚΟ που διασώζουν ανθρώπους από μεριάς της ιταλικής κυβέρνησης. Μια πολιτική, για την οποία ανοιχτά πλέον ο Ο.Η.Ε. αντιμετωπίζει και χαρακτηρίζει ως υπεύθυνη για τους εκατοντάδες πνιγμούς στη Μεσόγειο.

Η διακυβέρνηση από συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη έχει  συμβάλλει στην εμπέδωση σε μερίδα πολιτών της εντύπωσης ότι στις σημερινές δυτικές κοινωνίες υπάρχουν άνθρωποι που δεν αξίζουν διάσωσης από την εξαθλίωση, ακόμη κι αν το κόστος εγκατάλειψής τους είναι ο πνιγμός και η απώλειά της ζωής τους. Αυτή η ηθικά ανεπίτρεπτη στάση, δεν ανάγεται μόνο στην απαξιωτική τροποίηση της μέσης κρατούσας αντίληψης για την αξία της ανθρώπινης ζωής και των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων στον 21ο αιώνα, αλλά αφορά και σε πολιτικά προβλήματα διαχείρισης κοινωνιών με εντεινόμενα προβλήματα.

Ακριβώς αυτή η δαιμονοποίηση μεγάλων ανθρώπινων ομάδων ως δήθεν αιτίων για την αποδόμηση θεμελιωδών συντεταγμένων του απείραχτου επί δεκαετίες ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους αλλά και άλλων προβλημάτων που παράγει η γενικευμένη καπιταλιστική κρίση (ανεργία, πιο άδικη κατανομή του πλούτου κ.λπ.) ασφαλώς είναι ένα από τα βασικά κίνητρα του προβλήματος έντασης στην εκδήλωση και λειτουργία των κοινωνικών αντιθέσεων, με παραδείγματα.

Όμως, πέραν της ενίσχυσης των αντι-προσφυγικών ανακλαστικών σε μερίδα πολιτών, που είναι καθαρά είναι απόρροια πολιτικής, έχω την εντύπωση ότι με κύριο θύμα της μακράς καπιταλιστικής κρίσης τη μεσαία τάξη, συμβαίνουν δύο ακόμη πράγματα:

α. μέρος της μεσαίας τάξης λουμπενοποιείται και μετατρέπεται σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, μηχανίστικα αναδυόμενου του ερωτήματος στις δυτικές κοινωνίες αν αξίζουν υποστήριξης από το οργανωμένο κράτος όσοι συμπολίτες μας που «απέτυχαν» εν μεσω κρίσης να διασωθούν ως μέλη της μεσαίας τάξης. Δηλαδή, μια κατ’ αναλογία απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης, που προσομοιάζει σε ηπιότερη εκδοχή με την αντιμετώπιση των απόκληρων της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, που ανέφερα προηγουμένως.

β. με δεξιά προτροπή δαιμονοποιείται και η πολιτική στάση (προφανώς προοδευτικής πολιτικής προέλευσης) που επιζητεί ανατροπή όσων επιλογών έχουν προκαλέσει το φαινόμενο απαξίωσης της αναθρώπινης ζωής (πρόσφυγες και μετενάστες, από τη μία, και φτωχοποιημένα μεσαία στρώματα από την άλλη), με ακραία εκδήλωση του φαινόμενου τις μαζικές επιθέσεις κατά πολιτών και ακόμη και τις δολοφονίες. Η αναδυόμενη ως ενδεικτική των απαξιωτικών προθέσεων της ευρωπαϊκής δεξιάς αντιμετώπιση ως «λαϊκισμού» κάθε διεκδίκησης  για να σταματήσει η περαιτέρω εξαθλίωση μικρομεσαίων στρωμάτων και να αποτραπούν τα φαινόμενα μαζικής βίας κατά προσφύγων, δείχνει τη ρίζα του προβλήματος. Σε τελευταία ανάλυση, στην Ευρώπη έχει ιστορικά αποδειχτεί ότι η αύξηση μικρομεσαίων πληθυσμών που εξαθλιώνονται είναι εύφορο κοινωνικό έδαφος για την (επαν)εκδήλωση του φασισμού, του ναζισμού και γενικά των πολιτικών ολοκληρωτισμών, και αυτό η ευρωπαϊκή δεξιά οφείλει να μην παραβλέπει, έχοντας επίγνωση των συνεπειών τους.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα εκπροσωπεί η σήμερα κυβερνώσα δεξιά. Με κύρια ευθύνη τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης με τρόπο που βάρυνε με εξαιρετική μονομέρεια τους ασθενέστερους και εξαθλίωσε μεγάλα τμήματα των μικρομεσαίων. Ταυτόχρονα, την ευθύνη εξαγγελίας της πολιτικής Σαμαρά το 2012 με το περίφημο «εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» (υποτίθεται ανακτώντας τις από τα χέρια των «εγκληματιών προσφύγων»). Πολιτική, που υπήρξε πολιτική μήτρα του χρυσαυγητισμού, βάζοντας τον ναζιστικό εσμό στη Βουλή στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.

Στη συνέχεια, και μετά την εμπέδωση το 2012-2014 της εξαθλίωσης των μικρομεσαίων και των ασθενέστερων ως μεθόδου διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, ως αντιπολίτευση πλέον με τα κλειστά κέντρα-φυλακές «μαντρώματος» των προσφύγων και συνομιλώντας με τον χρυσαυγητισμό, όπως απέδειξε το περιστατικό Μπαλτάκου. Ακολούθως, φλερτάροντας ανοιχτά με τα χρυσαυγήτικα εκλογικά κοινά με κύριο όπλο της ηγεσίας Μητσοτάκη την καθαρά ακροδεξιά αντιπολιτευτική διαχείριση της συμφωνίας των Πρεσπών, με αποτέλεσμα την μετακίνηση των ίδιων χρυσαυγήτικων εκλογικών κοινών απ’ ευθείας στη Ν.Δ. στις προ μηνός εκλογές και αφού είχαν προηγηθεί επιθέσεις με μολότοφ κατά σπιτιών συριζαίων βουλευτών. Κι ακόμη, δαιμονοποιώντας ως «λαϊκισμό» και ως δημοσιονομικά παρακινδυνευμένη κάθε προσπάθεια βελτίωσης των όρων διαβίωσης για τους ασθενέστερους από την απελθούσα κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ταυτόχρονα «ορμπανοποιώντας» την πολιτική της Ν.Δ. στο προσφυγικό.

Τέλος, σήμερα ως κυβέρνηση, μεταφέροντας και μετατρέποντας την ευθύνη διαχείρισης του προσφυγικού, από υπόθεση κοινωνικού ενδιαφέροντος, σε κυβερνητική αρμοδιότητα σχετιζόμενη με το πεδίο «ασφάλειας» του κράτους. Την ίδια ώρα, πάλι ως κυβέρνηση, αναβάλλοντας επί διετία και χωρίς καμιά διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους δανειστές τον στόχο για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, που θα ελάφρυνε τα μικρομεσαία στρώματα, και ενώ με «ρουσφέτια πολυτελείας» και στοχευμένες φοροελαφρύνσεις διευκολύνει τα εισοδηματικά ισχυρά στρώματα να αυξάνουν την απόστασή τους  από τους ασθενέστερους.

Ο αρνητικός διεθνής ρόλος της δεξιάς πολιτικής παράταξης, ως ευθυνόμενος τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος για την εμβάθυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και την αιτιολογική τροφοδότηση των φαινομένων γενικευμένης πολιτικής βίας στις κοινωνίες της Δύσης, δημιουργεί ερωτήματα, σχετικά με τα κίνητρα αυτής της πολιτικής των συντηρητικών, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη.

Εντοπίζω, κατ’ αρχάς, 4 αίτια γι’ αυτό!

  1. Ελλείψει κάποιας στιβαρής, πολιτικά βιώσιμης και σύγχρονης ιδεολογικής αναφοράς της δεξιάς πολιτικής παραταξης, θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα της «αφασίας πολιτικών αρχών» των συντηρητικών, δηλαδή αποτέλεσμα αδρανείας δεξιού συντεταγμένου πολιτικού λόγου και έργου, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως ένδειξη -ασφαλώς- κλεισίματος του ιδεολογικού πολιτικά συντηρητικού ιστορικού κύκλου (κατ’ αναλογία με το κλείσιμο του πολιτικού κύκλου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» τη δεκαετία του 1990).
  2. Διεθνώς ο καπιταλισμός δεν πείθει πλέον τους μικρομεσαίους λόγω της ακραίας  αισχροκέρδειας του κεφαλαίου καθ’ όλη την περίοδο της κρίσης και της για πρώτη φορά στη ιστορία του καπιταλισμού εγκάρσιας και οριζόντιας ταυτόχρονα ανισοκατανομής του πλούτου υπερ των ισχυρότερων. Η χρεοκοπία του νεο-φιλελευθερισμού ως οικονομικής πολιτικής του μέλλοντος του καπιταλισμού, είναι εμφανής και δεν υπαρχει ως σήμερα καμιά εναλλακτική πρόταση αντικατάστασής του από μεριάς της πολιτικής δεξιάς.
  3. Την παραγωγική και περιβαλλοντική κατάρρευση του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου αενάως διευρυνόμενης  εντάσεως επενδύσεων. Και, ταυτόχρονα, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ένεκα της κρίσης και λόγω της ακραία πλουτοκρατικής παγκοσμιοποίησης, την επιζήτηση από μεριάς της πολιτικής δεξιάς σχεδίων υλοποίησης αυτής της έντασης επενδύσεων, με τις συνέπειες της να συσσωρεύονται στην εργασία, είτε ως χρόνος απασχόλησης είτε ως αμοιβές, με συνέπεια περαιτέρω εξαθλίωση μικρομεσαίων στρωμάτων που η συντηρητική πολιτική παραπλανά για να εκτονώσει τις πολιτικές συνέπειες του πργάματος, κατευθύνοντάς τα σε ρατσιστικές πεποιθήσεις.
  4. Την περισσότερο «πολιτισμικού» τύπου αμηχανία των συντηρητικών στη διαχείριση του προσφυγικού ρεύματος. Τούτο αποδεικνύεται από τη βλακώδη προσπάθεια ορισμού του προσφυγικού και μεταναστευτικου φαινομένου, ως «λαθρομετανάστευσης», δηλαδή δαιμονοποιώντας τους σε παγκόσμια κλίμακα εξαθλιωμένους μετακινούμενους πληθυσμούς. (Λες και εκείνος που διακινδυνεύει τη ζωή του για να διαφύγει από τις εμπόλεμες ζώνες και από τον κίνδυνο μέχρις θανάτου από την πείνα στη χώρα του, το κάνει οργανωμένα και προετοιμασμένα, σαν το μεταναστευτικό ρεύμα ευρωπαίων προς τις Η.Π.Α. στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα. Πόσο σκόπιμα παραπλανημένη είναι αυτή η προσπάθεια να μεταλλαγεί το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα του 21ου αιώνα, από υπόθεση ζωής και θανάτου εξαθλιωμένων ανθρώπων, σε δήθεν οργανωτική διαχείριση προβλημάτων ασφάλειας των δυτικών κοινωνιών; Και πόσο μυωπική είναι η παράβλεψη ότι ο Ατλαντικός δεν είναι Μεσόγειος για να διακινδυνεύσεις τη διέλευσή του πάνω σε σάπια σκαριά; Αυτό το αξεπέραστο ωκεάνειο φυσικό σύνορο ήταν που επέτρεψε στις Η.Π.Α. να ασκήσουν οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική στις αρχές του 20ου αιώνα, κάτι που είναι αδύνατο να επαναληφθεί με το φαινόμενο μετακίνησης των πληθυσμών στη σημερινή Ευρώπη)