Ημερολόγιο ασημάντων 164: Απολιναίρ: Σεξ με πεθαμένους και ακρωτηριασμένους/ Στη Δημουλά κάποιος επιτέλους να δώσει το Νόμπελ του μικροαστισμού

14.8.19  Μέσα στο σπίτι όλη την ημέρα, ζέστη αφόρητη. Μόνο το βραδάκι   βγήκα μια στιγμή  έξω για ένα μπουκάλι γάλα. Η  περιοχή είναι γεμάτη, όσο ποτέ άλλοτε,  από μετανάστες λόγω της τρομερής ζέστης που βγήκαν  να ξεδώσουν, βγήκαν για  να πάρουν λίγο αέρα, από αυτόν που δεν υπάρχει. Είμαι μόνος και σκυλοβαριέμαι κι ουρανός είναι μολυσμένος.

-Ακούω για την απίστευτη τραγωδία στον Άλιμο, όπου τραμ παρέσυρε και σκότωσε έναν εξηντάχρονο, που πήγαινε για μπάνιο με τη βαφτιστήρα του, την οποία μόλις πρόλαβε να  σώσει πριν οι ίδιος χτυπηθεί.  Εντάξει, στην Ελλάδα και ιδίως στις περιοχή της Μακεδονίας έχουν σκοτωθεί ουκ ολίγοι στις αφύλαχτες διαβάσεις των τρένων. Τώρα έχουμε και το τραμ στην Αθήνα. Αυτό το άφραγο αμπέλι, που μόνο στο Μάτι Αττικής το φράξανε καλά, και καήκανε πολλοί.

-Στην τηλεόραση δεν μπορώ να βλέπω τι γίνεται με τις φωτιές, με τους σεισμούς και τους τούρκους. Είμαι μόνος πάντα χωρίς Ιντερνέτ, χωρίς σωστό φαγητό, μόνο με πατάτες βραστές.  Σε περιορισμό κατ΄Οίκον   παραμονή της Παναγίας.  Ό,τι μεγαλώνει στη μοναξιά γίνεται άγριο. Εμείς παραμεγαλώσαμε και παρα-αγριέψαμε.

Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι καμίνι/ χωρίς φωτιά.

Η Αθήνα τον Αύγουστο περιμένει

καρτερικά το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ

 «βρισκέται στη Θησέως με αλάρμ

γιατί  ο οδηγός κλαίει»

Μας ενημερώνει η ηλεκτρονική πινακίδα

(…) Ο Παρθενώνας είναι εκεί που πρέπει

Για να φέγγει σαν σαλόνι επαρχίας

Τη μεγάλη μέρα και τη μεγάλη νύχτα

Που θα χάσει τον υμένα

η λευκή γεροντοκόρη(…)

κι είναι οριστικό

Χωρίς φλαμίνγκο φουσκωτό

Θα τρώω και θα φτύνω

Κουκούτσια στον ανεμιστήρα

Με την υποψία πως

Η Αθήνα τον Αύγουστο

Είναι οι παραλίες των Άλλων.

Συνεργατικό ποίημα του Σαμσών Ρακά με τον Αρτέμη Μαυρομάτη

-Στις 14 Αυγούστου 1956 πεθαίνει ο σπουδαίος Μπέρτολτ Μπρεχτ. Έγραψε θέατρο, από τους  πιο αποτελεσματικούς διανοητές του μαρξισμού.

15.8 Αχ Μαρία δεν βλέπεις πως κουβαλάω την καρδιά μου σαν το σκυλί το πόδι του που τούκοψε το τρένο. Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσκι, ο Μέγας επαναστάτης φουτουριστής και αυτόχειρ ποιητής.

Προς την Παναγιά. «Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού.!»

«Πού σ΄ έμπλεξαν κι εσένα!» Κώστας Μόντης» (Κύπριος ποιητής που πλησίασε το Νόμπελ).

Μαρία. Η θηλυκή κατασκευή του  Θεού. Λουκάς Λιάκος

Mε ξύπνησαν οι καμπάνες του Αγίου Παντελεήμονα.  Της Παναγίας γαρ. Χρόνια πολλά στις θεές  Μαρίες που γιορτάζουν. Βάλθηκα να ποτίζω τα λουλούδια στο μπαλκόνι κι ύστερα πήρα τηλέφωνο από το κινητό (να μην ξεχνάμε το Πρόβλημά μας) την κορούλα μου στο Σύδνεϋ που κι αυτή γιορτάζει. Μιλήσαμε για τους πόνους της και τις νέες προοπτικές μετά τη  συνάντησή της με μια  εναλλακτική ρευματολόγο.

Έκανα,  λόγω της ημέρας, μερικά  τηλέφωνα αλλά έχω συνηθίσει κι εγώ στις εύκολες, τις μαζικές ευχές μέσω facebook, συμβολή σ’αυτό το υπερκαταναλωτικό ηλεκτρονικό  ευχολόγιο και μου κακοφαίνεται τώρα που είμαι σε καραντίνα, ας όψεται η ριμάδα η Vodafone. Πρέπει να πάρω μαζί μου τον υπολογιστή  στην Μπουμπού που θα μου κάνει το τραπέζι σήμερα για να στείλω και κάποιες   ευχές ηλεκτρονικά. Στο τρένο έχω δυο βιβλία μαζί μου τα οποία διάβαζα χτες το βράδυ, διαβάζω πάλι πολύ αυτές τις μέρες, ότι βρίσκω μπροστά μου  καθώς έχω αποκοπεί και από τον ηλεκτρονικό μου παράδεισο (στην πραγματικότητα σαβουροαναγνώστης είμαι),   διαβάζω τώρα το  «Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ»!  Τσίμπησα φυσικά, πριν από δυο μέρες,  όταν είδα τον εντυπωσιοθηρικό  τίτλο και σκέφτηκα  πόσο πονηροί είναι οι νέοι συγγραφείς: ποδοσφαιροποιούνε  ακόμη και τους φιλόσοφους, αλλά εδώ πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα τρέχα γύρευε:  «Ο Ζουλιούς με το ψευδώνυμο Σπινόζα είναι αρχηγός μιας ένοπλης αναρχικής συμμορίας μοτοσικλετιστών. Συγκρούεται με τη συμμορία των Χεγκελιανών προτάσσοντας την Ηθική και τον Έρωτα ενώ οι αντίπαλοί του   την Αισθητική». Πατάτες. Αφήνω το βιβλίο στη θέση του τρένου να το βρει κάποιος άλλος να διαβάσει περί Ηθικών και Αισθητικών Συμμοριών.

Το άλλο είναι οι γνωστές «έντεκα χιλιάδες βέργες» του Απολιναίρ, το είχα ξεφυλλίσει επιπόλαια στο Παρίσι παλιά αλλά δεν είχα σοκαριστεί έτσι όπως  τώρα.  Ο Απολιναίρ είναι μεγάλος ποιητής και απαγγέλλοντας   αποσπάσματα από τα «ποιήματα στη Λου» φλερτάριζε ο φοιτητικός κόσμος. Τις χίλιες βέργες   τις είδαμε όπως οι υπερρεαλιστές σαν ένα παιχνίδι  με τον Μαρκήσιο ντε  Σαδ, μια πρόκληση για τους  αστούς. Πλην όμως το βιβλίο θα πεταχτεί  πάραυτα   στο σκουπιδοτενεκέ και δεν αφίεται  σε κανένα κάθισμα για να το διαβάσει άλλος.   

Δείτε τι εννοώ, ανοίγοντας μια σελίδα στην τύχη: «Η νοσοκόμος απολάμβανε σιωπηλά μπήγοντας τα δάχτυλά της μέσα στην πληγή του ετοιμοθάνατου που έβγαζε έναν απαίσιο ρόγχο. Έβγαλε την τελευταία του πνοή τη στιγμή που ο Μόνυ εκσπερμάτωνε. Η νοσοκόμος τον υποχρέωσε να βγει από μέσα της και ξεβρακώνοντας το νεκρό , έβγαλε το όργανό του που ήταν σκληρό σαν σίδερο και το έχωσε στο μουνί της απολαμβάνοντάς το, πάντα σιωπηλά και με μια έκφραση πιο αγγελική παρά ποτέ

Στη συνέχεια έφτιαξαν τα ρούχα τους και κάποιοι έφεραν έναν ωραίο νεαρό που τα  χέρια του και τα πόδια του είχαν κοπεί από τα θραύσματα κάποιος οβίδας. Αυτός ο ανθρώπινος κορμός διέθετε ακόμα ένα ωραίο όργανο ιδανικά σφιχτό» Πεθαμένος με σκληρό όργανο! Ξέρω, σουρεαλισμός! Να λείπει,  σας τις χαρίζω τις… βέργες.

-Γυρίζω από την Μπουμπού χορτάτος με μακαρονάδα και  μανιτάρια  και περπατάω το μισό Ηράκλειο που είναι άδειο κι από τη ζέστη έχεις  την εντύπωση  πως λειώνουν τα δέντρα. Δεν υπάρχει ψυχή, ακόμη και τα τζιτζίκια είναι ξεψυχισμένα.

Στη Βικτώρια το θέαμα αλλάζει,  υπάρχει κόσμος στην πλατεία παρά το λιοπύρι. Μετανάστες με τα κινητά στην Αριστοτέλους. Κι ένας νεαρός που πουλάει τσιγάρα με κομμένα τα χέρια στους καρπούς. Κι όμως χειρίζεται πολύ ωραία  το κινητό του. Και μετά γκρινιάζω εγώ για τους αντίχειρές μου που είναι μια χαρά και μόνο όταν τους ζορίζω πονάνε. Το θέμα  είναι πώς διαχειρίζεται κανείς τα δύσκολα, πώς προσαρμόζεται στις νέες αναπηρίες και πως βλέπει αυτό που βλέπει.

Εντάξει, αν συμβεί ένα δυστύχημα,  μία  καταστροφή η ματιά είναι του φόβου και του τρόμου. Τώρα που στρίβω στη Δεριγνύ, ερημιά πάλι, έχεις την εντύπωση ότι έχει σταματήσει ο χρόνος  κι όμως: Δύο γερόντια  μεγάλης ηλικίας γνωστές φατσούλες κάθονται σαν μετανάστες στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρίσκεται απέναντι από το καφενείο του Παντελή στο οποίο είναι πιστοί θαμώνες και τώρα αυτό είναι κλειστό κι αυτοί απ΄έξω.

Mιλάει, μιλάει και λέει  τι λέει η Μεγάλη μικροαστή ακαδημαϊκός μας ποιήτρια Κική Δημουλά στο dinfo.gr «Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο διαφορετικοί από μένα». Αδίκησε τον εαυτό της με την ανεκτικότητα, λέει η Δημουλά και στάζει μικροαστισμό από πάνω μέχρι κάτω, όπως σε όλα της τα ποιηματάκια. Γιατί δεν της δίνουν το Νόμπελ του μικροαστισμού;

-Δεκαπενταύγουστος του 1969. Μισό εκατομμύριο Αμερικανοί  για τέσσερις μέρες στη μουσική πανδαισία του Γούντστοκ. Τίποτα δεν θα είναι το πια ίδιο στο  πλανήτη της ροκ μουσικής. Κι οι χίπηδες άφησαν για πάντα το αποτύπωμά τους μέσα στη βροχή.