Σοβαρές ευρωπαϊκές επιφυλάξεις για την οικονομική πολιτική Μητσοτάκη

Ειδικού συνεργάτη

Δύσκολη συνέχεια για την Ελλάδα αναδύεται από τις επαφές της νέας ελληνικής κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των θεσμών, που ολοκληρώθηκαν πριν δυο ημέρες στην Αθήνα. Τα κλιμάκια των δανειστών αποχώρησαν με τον επόμενο γύρο να αναμένεται στις προσεχείς συνεδριάσεις του eurogroup και του euroworking group, όπου θα ξεκαθαρίσουν πολλά σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2020 που θα πρέπει σε μερικές εβδομάδες να κατατεθεί στη Βουλή.

Η δυσκολία των επαφών με τους εκπροσώπους των δανειστών είναι περισσότερο από ορατή στις διαρροές που κατά συνήθεια κάνει το υπουργείο Οικονομικών στην Αθήνα προς τους οικονομικούς συντάκτες, μετά την ολοκλήρωση των επαφών.

Σύμφωνα με πληροφορίες προκύπτει ότι υπάρχουν καίριες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών, τόσο σε ό,τι αφορά τη γενική οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης, όσο και σχετικά με τις εκτιμήσεις των δύο πλευρών για τις δημοσιονομικές εξελίξεις, μετά τις αλλαγές στη φορολογία του περασμένου μήνα. Και τούτο, παρ’ όλο που η ελληνική κυβέρνηση έχει αποσύρει από το τραπέζι κάθε συζήτηση για μείωση των πρωτογενών ελλειμμάτων από τις συμφωνημένο 3,5% του ΑΕΠ τουλάχιστον ως το 2022.

Επίσης, στοιχείο της δυσκολίας που υπάρχει σ’ αυτό το σημείο, είναι η αναφορά στελέχους του EWG, σύμφωνα με την οποία ενώ η 4η αξιολόγηση θεωρείτο από τους θεσμούς θετικά προεξοφλημένη με την προηγούμενη κυβέρνηση, με τη νέα προκύπτουν αλλαγές που θα καθυστερήσουν τις εξελίξεις.

Σημαντικό σημείο διαφοράς μεταξύ Αθήνας-θεσμών, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές των Βρυξελλών, είναι η ασάφεια προτεραιοτήτων στην οικονομική πολιτική της Ελλάδας για τα επόμενα έτη, καθώς η νέα κυβέρνηση αποφεύγει να τοποθετεί τον στόχο ελέγχου του χρέους ως κεντρικό στόχο, όπως είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση. Μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση θεωρούν οι θεσμοί ότι μπορεί να εδραιωθεί η αναπτυξιακή πολιτική, αφού τα κεφάλαια για επενδύσεις θα πρέπει να προέρχονται κυρίως από τις αγορές, ιδίως με τα χαμηλά σημερινά επιτόκια. Δηλαδή στις Βρυξέλλες αρνούνται απολύτως κάθε σκέψη διάθεσης πιστώσεων για επενδύσεις από το δημοσιονομικό μαξιλάρι των 35 περίπου δισ. ευρώ, που έχει παραλάβει η σημερινή κυβέρνηση από την προηγούμενη. Το ποσό αυτό θεωρείται από τις Βρυξέλλες (αλλά και την ΕΚΤ) κεφαλαιώδους σημασίας για την εμπιστοσύνη των αγορών προς την ελληνική οικονομία, σαν ένα είδος εγγύησης μεσοπρόθεσμων αποπληρωμών εξωτερικών οφειλών της χώρας, το οποίο αν τυχόν «πειραχτεί» για να διατεθεί σε επενδύσεις θα αναζωπύρωνε την ανησυχία για επιστροφή της Ελλάδας σε κακές πρακτικές του παρελθόντος.

Την ανησυχία των Βρυξελλών τροφοδότησε και η αρχική απροθυμία της Αθήνας να προχωρήσει  σε πρόωρη αποπληρωμή μέρους των δανείων του ΔΝΤ, στην οποία τελικά η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε κατόπιν πιέσεων των ευρωπαίων δανειστών της.

Με ίδιες επιφυλάξεις αντιμετωπίζουν οι Βρυξέλλες, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, και το αίτημα της Αθήνας να χρησιμοποιηθούν τα κέρδη από την επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα των προγραμμάτων ANFAs και SNPs για να κλείσει το όποιο κενό στον προϋπολογισμό του 2020. Με το ποσό αυτό να ανέρχεται κατά τις εκτιμήσεις των ευρωπαίων δανειστών σε περίπου 1,8 δισ. ευρώ, ανοίγει καθαρά το ενδεχόμενο ανάγκης λήψης νέων μέτρων, που φυσικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει με κάθε τρόπο να αποφύγει. Ωστόσο, οι υπολογισμοί της ελληνικής κυβέρνησης για ανάπτυξη το 2020 σε ποσοστό που θεωρείται εξαιρετικά φιλόδοξο, ιδίως με την οικονομία της ευρωζώνης να επιβραδύνει, δεν είναι αποδεκτοί από τις Βρυξέλλες.

Ενδεικτικό του επιφυλακτικού κλίματος είναι και άρθρο της κυρίας Ξαφά σε ημερήσια ελληνική εφημερίδα που αποκαλεί «λογιστικό κόλπο» τη μεταφορά στα δημόσια έσοδα κονδυλίων που καταγράφονται αλλού από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και προτείνει δημοσιονομικά μέτρα.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού