Η τάση αναθεωρητισμού των ευρωπαϊκών ιστορικών-δημοκρατικών παραδοχών

(Με αφορμή ένα ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου…)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Στο ψήφισμα που ενέκρινε με διακομματική στήριξη (από την ακροδεξιά ως τους σοσιαλδημοκράτες) προ ημερών το ευρωκοινοβούλιο, ανακηρύσσονται ιστορικά ως «ίδιες περιπτώσεις» ο ναζισμός/φασισμός και τα καθεστώτα των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Απ’ ό,τι είδα ακολούθησαν πολλές διαμαρτυρίες για την ανιστόρητη αυτή ανακήρυξη, ως κεντρική μάλιστα επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από μεριάς του κατά τεκμήριο δημοκρατικότερου οργάνου της, του ευρωκοινοβουλίου. Οι αντικρούσεις για την αναμφίβολα περίεργη αυτή επιλογή της Ε.Ε. πάσχισαν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) να αποδείξουν τον ανιστόρητο, όπως είπα, χαρακτήρα της. Μεταξύ άλλων, οι αντικρούσεις αυτές επικαλούνται το «Άνσλους» (κατάκτηση της Αυστρίας από τα ναζιστικά στρατεύματα) και την προσάρτηση της Σουδητίας από τον Χίτλερ, δηλαδή το 1938 όταν έλαβαν και τα δύο αυτά γεγονότα, για να αποδείξουν ότι δεν μπορεί το μεταγενέστερο αυτών σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολέτοφ μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, που υπογράφτηκε ένα έτος αργότερα, να θεωρείται ως «το γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου», όπως αναφέρει το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου. Προφανώς εδώ το ευρωκοινοβούλιο αστόχησε σοβαρά προσκρούοντας σε μια μυωπική ανάγνωση των μη επιδεχόμενων καμιά αμφισβήτηση και από κανέναν ιστορικών περιστατικών, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το να εμπλακούμε, όμως, σήμερα σε μια συζήτηση σχετικά με τον ανιστόρητο χαρακτήρα του ψηφίσματος του ευρωκοινοβουλίου, είναι κατά τη γνώμη μου λανθασμένη πολιτική επιλογή! Γιατί; Διότι, και μόνο ανοίγοντας τη συζήτηση για την αναθεώρηση σταθερών εδώ και δεκαετίες ιστορικών παραδοχών στην Ευρώπη, που δεν αμφισβητήθηκαν από τη Δύση ούτε και κατά τη διάρκεια του «ψυχρού πολέμου», είναι το πρώτο βήμα για το ενδεχόμενο μιας δυνάμει αναθεώρησης της απερίφραστης καταδίκης του ναζισμού.

Αυτή η συζήτηση σ’ ολόκληρο τον κόσμο απ’ όλους τους ιστορικούς έχει κλείσει οριστικά! Η ανακήρυξη του ναζισμού  ως μοναδικής περίπτωσης στην παγκόσμια ιστορία μαζικής και αλλεπαλλήλως διάπραξης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, κατόπιν οργανωμένου σχεδίου του ειδεχθούς και διαταραγμένου χιτλερικού καθεστώτος και απρόκλητα, δεν μπορεί να αλλάξει. Ούτε να αναθεωρηθεί ως δήθεν «μη μοναδική περίπτωση» στην παγκόσμια ιστορία. Καμιά σχέση, φυσικά, δεν έχει η απόλυτη μοναδικότητα της περίπτωσης του ναζισμού, με πληθώρα περιπτώσεων μαζικών εγκλημάτων κατά της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων με εκατομμύρια θύματα, που δυστυχώς συμβαίνουν και σήμερα.

Γι’ αυτό και δεν έχει νόημα και εγώ, εδώ, μαζί με άλλους πριν από μένα, να υπενθυμίσω την επίσης ιστορικά αποδεδειγμένη τεράστια ευθύνη της Δύσης για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Της Δύσης, που με την ανοχή (αν όχι την στήριξη) των ηγεσιών της επέτρεψε στον ναζισμό να γίνει αποδεκτός ως ανεκτή πολιτική θεωρία και πρακτική σε εκατομμύρια πολίτες στη δυτική Ευρώπη, με την ανομολόγητη δεύτερη σκέψη των «πονηρών» δυτικοευρωπαίων (και ως τότε ηγετών του κόσμου μέσω της αποικιοκρατίας, που τότε βεβαίως πλέον κατέρρεε) να εργαλειοποιήσουν στη συνέχεια τον ναζισμό πολεμικά κατά της Σοβιετικής Ένωσης, από την διαρκή ενίσχυση της οποίας υπό το μαρξιστικό-λενινιστικό καθεστώς του Στάλιν απειλούνταν.

Ολ’ αυτά είναι πολύ καλά γνωστά και -επαναλαμβάνω- δεν επιδέχονται αμφισβήτηση από κανέναν!

Αυτό που θα είχε νόημα εδώ, λοιπόν, θα ήταν να δούμε τα κίνητρα όσων δρομολόγησαν αυτό το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου και επέβαλαν την υιοθέτησή του, οδηγώντας ολόκληρη την Ε.Ε. στη μεγαλύτερη ίσως πολιτική αστοχία της από καταβολής της.

Πως θα βρούμε τα κίνητρα των εμπνευστών της αστοχίας; Ας ανατρέξουμε στο ίδιο το κείμενο του ψηφίσματος!

Στο κείμενο του ψηφίσματος (ολόκληρο εδώ:

http://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-9-2019-0021_EL.html) γίνεται αναφορά σε πληθώρα ευρωπαϊκών αποφάσεων καταδίκης των εγκλημάτων που διέπραξαν τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Επομένως, στο ίδιο το ψήφισμα αναγνωρίζεται ότι ήδη υπάρχει στην Ε.Ε. -και ορθότατα- ενδελεχέστατη μέριμνα καταδίκης αυτών των καθεστώτων. Και φυσικά, κανένας, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής ευρωπαϊκής αριστεράς -πλην ελαχίστων- δεν θα είχε αντίρρηση για ένα ακόμη ψήφισμα κατά των ίδιων καθεστώτων. Όμως, εδώ, είναι που αναδύεται και το νεοπαγές κίνητρο εξίσωσης ναζισμού/φασισμού με την τότε Σοβιετική Ένωση. Ποιό είναι το πρόσθετο σημείο που επικαλείται το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου; Είναι το εξής, όπου συγκεκριμένα στο ψήφισμα αναφέρεται:

«(Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) …- έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση των κυβερνητικών εκπροσώπων οκτώ κρατών μελών της ΕΕ, της 23ης Αυγούστου 2018, στη μνήμη των θυμάτων του κομμουνισμού,

–  έχοντας υπόψη το ιστορικό του ψήφισμα σχετικά με την κατάσταση στην Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία, το οποίο εγκρίθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1983 ως απάντηση στην «έκκληση της Βαλτικής», που έκαναν 45 πολίτες των χωρών αυτών,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα και τις δηλώσεις που έχουν εγκριθεί από διάφορα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων…».

Για το δούμε πιο προσεκτικά! Δηλαδή 8 χώρες της Ε.Ε., ένα ευρωπαϊκό ψήφισμα σε απάντηση έκκλησης 45 ευρωπαίων πολιτών και τα ψηφίσματα κάποιων εθνικών κοινοβουλίων, είναι τα πρόσθετα στοιχεία που επικαλείται το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου για να προχωρήσει  στη εξίσωση ναζισμού/φασισμού με τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ως γενικής ευρωπαϊκής αρχής παραδοχή. (Λες και η πληθώρα άλλων ψηφισμάτων και σκληρότατα καταδικαστικών αποφάσεων της Ε.Ε. και σ’ όλα τα επίπεδα, δεν είναι επαρκής για την αξιολόγηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και των πρακτικών του!)

Μόνον που αν διαβάσει κανένας αυτά τα κείμενα (που κατά το ευρωκοινοβούλιο είναι τα πρόσθετα τεκμήρια της ανάγκης της εν λόγω εξίσωσης) θα διαπιστώσει ότι κυρίως δεν αναφέρονται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά στην περίοδο μετά απ’ αυτόν και σχετικά με τα σταλινικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης.

Μύλος! Τελικά, δηλαδή, είναι ένα ψήφισμα που με πρωτοφανή ιστορική αλλά και σημερινή πολιτική ελαφρότητα ανακατεύει προπολεμικές και μεταπολεμικές εξελίξεις στη Ευρώπη, σ’ ένα αδιανόητο και ανεπίτρεπτο άλεσμα αναθεώρησης της ιστορικής αληθείας, για να την φέρει στα μέτρα τρεχουσών σκοπιμοτήτων που υποκινούν συγκεκριμένοι σημερινοί πολιτικοί σκοποί.

Για να είμαστε πλήρεις, δεν είναι η πρώτη φορά που κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Δηλαδή, είναι ένα θέμα που δομείται μεθοδικά εδώ και πολύ  καιρό τώρα, από τους πολιτικούς κύκλους που το προωθούν

Τον Αύγουστο του 2017, υπενθυμίζω μόνον ένα πρόσφατο στοιχείο, η Εσθονία, προεδρεύουσα τότε χώρα στην Ε.Ε., συγκάλεσε πανευρωπαϊκό συνέδριο με τίτλο: «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα».

– «Κάθε απόπειρα εξίσωσης του ναζισμού με τον κομμουνισμό είναι ανιστόρητη και επικίνδυνη, ιδίως σε μια περίοδο που η άκρα δεξιά επιχειρεί να ξανασηκώσει κεφάλι στην Ευρώπη», είχε τότε τονίσει σε ανακοίνωσή του το γραφείο Τύπου του τότε κυβερνώντος ΣΥ.ΡΙΖ.Α., χαρακτηρίζοντας «αυτονόητη και επιβεβλημένη» την απόφαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, Σταύρου Κοντονή, ως εκπροσώπου της Ελλάδας, να μη συμμετάσχει στο συνέδριο που διοργάνωνε η Εσθονία.

– «Η απόφαση της Κυβέρνησης να μη συμμετάσχει στο “Διεθνές Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή ημέρα μνήμης των θυμάτων του ναζισμού και του κομμουνισμού”, που διοργανώνει η Εσθονία στο πλαίσιο της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσβάλλει τους Έλληνες και Ευρωπαίους πολίτες που διαχρονικά προασπίζονται τα δημοκρατικά ιδεώδη και την πανανθρώπινη αξία της ελευθερίας», τονιζόταν τότε σε ανακοίνωση του γραφείου Τύπου της Ν.Δ..

– «…Όταν θέλουμε να προτάσσουμε την Ευρώπη των αξιών, της Δημοκρατίας, των Δικαιωμάτων, του Κράτους Δικαίου, της κοινής ιστορικής συνείδησης και της αλληλεγγύης σε σχέση με την Ευρώπη της νομισματικής ένωσης και των αυστηρών κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης, το λιγότερο που οφείλουμε να κάνουμε ως χώρα -ανεξαρτήτως της πολιτικής φυσιογνωμίας ή της σκοπιμότητας της εκάστοτε κυβέρνησης- είναι να αντιλαμβανόμαστε πώς έχει διαμορφωθεί ιστορικά το κοινό αξιακό υπόβαθρο της ΕΕ που ταυτίζεται με το ιστορικό, αξιακό και θεσμικό υπόβαθρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους δικαίου…», αναρτούσε τότε στα κοινωνικά δίκτυα από μεριάς του ο κ. Β. Βενιζέλος.

– «…Η συμφωνία της 23ης Αυγούστου του 1939 μεταξύ του Στάλιν και του Χίτλερ, με την οποία οι χώρες της Βαλτικής παραδίδονταν στην ΕΣΣΔ παρέμεινε σε ισχύ. Η ναζιστική κατοχή αντικαταστάθηκε από τη σοβιετική κατοχή. Μόνο στην Εσθονία, τα θύματα του κομμουνιστικού καθεστώτος ήταν δεκάδες χιλιάδες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εγκλήματα αυτά έχουν αφήσει ίχνη που είναι ακόμα αισθητά στον 21ο αιώνα.

Το συνέδριο που διεξήχθη στις 23 Αυγούστου στο Ταλίν είχε σκοπό τη διερεύνηση της εγκληματικής αυτής κληρονομιάς στην Εσθονία και στις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι υπουργοί Δικαιοσύνης των κρατών-μελών της Ε.Ε., εκπρόσωποι οργανώσεων θυμάτων του ολοκληρωτισμού και κρατικών και ιδιωτικών οργανισμών, που μελετούν τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη, συναντιούνται κάθε χρόνο αυτή την ημέρα. Για την Εσθονία, η περίοδος του ολοκληρωτισμού έληξε πριν από μόλις 26 χρόνια…», ανέφερε -μεταξύ άλλων- εκείνες τις ημέρες σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε και σε ελληνικές εφημερίδες ο κ. Ούρμας Ρεϊνσάλου, υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας. Τί λέει ο κ. Ρεϊνσάλου; Εισηγείται και ομολογεί ευθέως την αναθεώρηση της κρατούσας σ’ ολόκληρη τη Ευρώπη και από όλους αντίληψη ότι με τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου κλείνει μια ιστορική περίοδος για ολόκληρη την ήπειρο και εισάγεται η πρωτοφανής για την παγιωμένη συνείδηση στους ιστορικούς επιστήμονες και τους ευρωπαίους πολίτες ότι από ‘δω και πέρα θα πρέπει να θεωρείται η περίοδος από τη συγκρότηση των προπολεμικών καθεστώτων στην Ευρώπη, ως ενιαίο ιστορικό «πακέτο» με όσα έλαβαν χώρα μετά τον Πόλεμο και (ούτε λίγο-ούτε πολύ αυτό ομολογείται ως σκοπός) ως την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Λες και οι συνοριακές διευθετήσεις μεταξύ Ε.Σ.Σ.Δ. και της υπόλοιπης Ευρώπης που συνομολογήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την παράδοση των ναζί, επιβλήθηκαν μονομερώς από τον Στάλιν και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Βρετανίας, της Γαλλίας και των Η.Π.Α.. Μα τί ανοησίες είναι τέλος πάντων αυτές; Επιτρέπεται ένα κορυφαίο δημοκρατικό όργανο της Ε.Ε. να τις υιοθετεί τόσο αβασάνιστα;

Αυτά όλα, λοιπόν, είναι που συνιστούν την ολοφάνερη  αναθεωρητική προσέγγιση της ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά και των παγιωμένων δημοκρατικών κατακτήσεων στην Ευρώπη, που εγκαθίσταται εδώ ως νέο δεδομένο των ευρωπαϊκών πραγμάτων από το επίμαχο ψήφισμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

– Αναθεώρηση ιστορική, διότι κακώς ως τώρα, κατά την άποψη των συντακτών του ψηφίσματος, στην Ευρώπη μιλάγαμε για τη μεταπολεμική περίοδο και από ‘δω και πέρα θα πρέπει οι ιστορικοί μας να επανεγγράψουν το κεφάλαιο της περιόδου 1945 ως σήμερα κάτι σαν συνέχεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και όχι ως σαφέστατα διακρινόμενη για πληθώρα λόγων περίοδο, όπως κάναμε όλοι οι Ευρωπαίοι μέχρι τώρα.

-Αναθεώρηση πολιτική, των ως σήμερα δημοκρατικών κεκτημένων μας, αφού σύμφωνα με το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου προκύπτει ένα κάποιο ζήτημα δημοκρατικής «επανόρθωσης» για το ότι ως σήμερα η Ε.Ε. δεν εξίσωνε ναζισμό/φασισμό με τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»,  και από ‘δω και πέρα οφείλει να το κάνει ως υποχρέωση, μάλιστα, κάθε χώρας-μέλους ξεχωριστά και πέραν της γενικής κοινοτικής ισχύος του ίδιου του ψηφίσματος για όλη την Ένωση.

Σε τί συνίσταται το ήπιο ξέπλυμα του ναζισμού; Το ξαναλέω στο σημείο αυτό γιατί έχει τη σημασία του ως στοιχείο της αναθεωρητικής ιστορικής λογικής του ψηφίσματος: Πρόκειται για την παρουσίαση από ‘δω και πέρα του ναζισμού όχι ως μοναδικά ειδεχθούς περίπτωσης αλλά ως «μίας εκ των πολλών» στην ανθρώπινη ιστορία, και εδώ για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο  ως «μίας εκ των δύο» ίδιων περιπτώσεων.

Από πού άραγε ξεπηδάει η ολοφάνερη αστοχία; Σε ό,τι μεν αφορά τις βαλτικές χώρες προφανή τα κίνητρα! Αυξημένο λόγο επιδιώκουν στην κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση και επειδή είναι απίθανο να βρεθεί τέτοιος ρόλος για εκείνες «κατασκευάζουν» έναν όψιμο καινοφανή, περιορίζοντας στα μικρά όρια τους υποθέσεις πολύ ευρύτερες για την ήπειρο, που είναι αδιανόητο να γίνονται αποδεκτές!

Σε ό,τι, όμως, αφορά τον κατ’ εξοχήν δημοκρατικό  πυρήνα λήψης των αποφάσεων της Ε.Ε., δηλαδή το ευρωκοινοβούλιο, δεν μπορεί αυτή η εξαιρετικά αποσπασματική και απροκάλυπτα ιδεολογικο-πολιτικά εχθρικά φορτισμένη κατά της ιδεολογίας του επιστημονικού σοσιαλισμού και του μαρξισμού-λενινισμού κίνηση, να περνάει έτσι. Κι εδώ ακριβώς είναι το δεύτερο σημείο αναθεωρητισμού για τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά κεκτημένα, που εισάγεται με το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου. Πώς συμβαίνει αυτό; Μα με την προφανή δαιμονοποίηση ιδεολογιών και κομματικών σχημάτων, εν προκειμένω των κομμουνιστικών κομμάτων ολόκληρης της Ευρώπης, που από ‘δω και πέρα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται περίπου ως ανάλογης εγκληματικής προαίρεσης πολιτικές οργανώσεις με τους νοσταλγούς του Χίτλερ. Και ποιόν θα βάλουμε στην Ευρώπη να αποφαίνεται για την τυχόν εγκληματική δραστηριότητα των κομμουνιστικών κομμάτων στην Ευρώπη μεταπολεμικά; Μα την …Εσθονία! Εκείνη και η καινοφανής και πρόδηλα ανιστόρητη αναθεωρητική άποψη που πέτυχαν να επιβάλλουν σ’ ολόκληρη την Ε.Ε. οι βαλτικές χώρες, θα ορίζουν πλέον τα κριτήρια για τη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας και άλλων χωρών, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όλα αυτά τα κόμματα και τα εκατομμύρια ευρωπαίοι πολίτες υποστηρικτές τους, που σε συνθήκες απόλυτης νομιμότητας έδρασαν επί δεκαετίες στην Ευρώπη, μερικές φορές συμβάλλοντας καταλυτικά στην πολιτική αναβάθμιση και την εδραίωση δημοκρατικών αξιών στη ήπειρό μας, αίφνης επαναξιολογούνται, με το ενδεχόμενο ανακήρυξής τους τώρα ως φορέων εγκληματικής ιδεολογίας! Σημειώνω ιδιαίτερα ένα σημείο του ψηφίσματος του ευρωκοινοβουλίου, όπου προτρέπονται οι χώρες-μέλη να προχωρούν σήμερα σε «παραπομπές στα δικαστήρια» για τέτοια εγκλήματα!!! (Το ενδεικτικότερο αναμφίβολα σημείο της αναθεωρητικής προδιάθεσης των συντακτών του ψηφίσματος). Και για να μη μένει καμιά αμφιβολία τί εννοεί στο σημείο αυτό το ψήφισμα  αναφέρει επί λέξει: «…παρά το γεγονός ότι τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος αξιολογήθηκαν και τιμωρήθηκαν με τις δίκες της Νυρεμβέργης, εξακολουθεί να υφίσταται επείγουσα ανάγκη για ευαισθητοποίηση, ηθική αξιολόγηση και νομική διερεύνηση των εγκλημάτων του σταλινισμού και άλλων δικτατορικών καθεστώτων…». Δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση στη σημερινή Ευρώπη να συγκροτήσει μια σύγχρονη Νυρεμβέργη για τον υπαρκτό σοσιαλισμό! Πιο διχαστική αναφορά, σε μια Ευρώπη που σήμερα κλονίζεται συθέμελα από τις σημερινές μεγάλες αντιφάσεις της και χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ την ενότητα των συστατικών κρατικών μερών της και των πληθυσμών της, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανένας, ακόμη και από μεριάς του πιο φανατικού αντιευρωπαϊκού παράγοντα. Κι όμως! Μιλάμε για τη θέση του ευρωκοινοβουλίου!!!

Η σκαστή ιστορική λαθροχειρία επί της οποίας προσπαθεί το ψήφισμα να τεκμηριώσει τις θέσεις του, εντοπίζεται ακριβώς στο σημείο όπου το ψήφισμα αναφέρει ότι «…καταδικάζει όλες τις εκδηλώσεις και τη διάδοση, μέσα στην Ε.Ε., ολοκληρωτικών ιδεολογιών, όπως ο ναζισμός και ο σταλινισμός…». Προσέξτε: ο ναζισμός και ο σταλινισμός!  Μόνον που στο ευρωκοινοβούλιο φαίνεται να αγνοούν ή να ξεχνούν σκοπίμως ότι ο σταλινισμός δεν είναι ιδεολογία, αλλά μία εφαρμογή μιας ιδεολογίας. Δηλαδή, για το ευρωκοινοβούλιο μια ιδεολογία, πολιτική θεωρία και πρακτική, που με έναν και μόνον έναν τρόπο εκφράστηκε ιστορικά από τη χιτλερική Γερμανία, είναι το ίδιο με μια εκ των πολλών εκδοχών κρατικής οργάνωσης, ιδεολογίας, πολιτικής θεωρίας και πρακτικής του επιστημονικού σοσιαλισμού και ειδικότερα του μαρξισμού-λενινισμού. Μια εκδοχή, μάλιστα, η οποία καταγγέλθηκε, όπως ήδη είπα, κατά κόρον ως ιδεολογική εκτροπή του επιστημονικού σοσιαλισμού και του μαρξισμού-λενινισμού, από πληθώρα άλλων υποστηρικτών της ίδιας ιδεολογίας. Δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο εκπροσωπώντας όλους τους ευρωπαίους πολίτες ούτε λίγο-ούτε πολύ, δηλώνει αδύναμο να καταγράψει τη διαφορά μεταξύ ναζισμού (δηλαδή πεποιθήσεων που φύσει και αναπόφευκτα οδηγούν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε μαζική κλίμακα) και σταλινισμού (δηλαδή μίας εφαρμοσμένης εκδοχής ιδεολογικών πεποιθήσεων). Μ’ άλλα λόγια, μια ιδεολογία, ο ναζισμός, που αναπόδραστα και εκ διακηρυγμένων αρχών θα οδηγούσε σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εξισώνεται με το ψήφισμα αυτό με τη διεστραμμένη εφαρμογή μιας άλλης ιδεολογίας, η οποία σε πληθώρα άλλων εφαρμογών της οδήγησε σε θετικές εξελίξεις για τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και έπαιξε καταλυτικό ρόλο και στην ιδεολογικοπολιτική ήττα του ίδιου του ναζισμού.

Η μεγαλύτερη και η πιο ανέντιμη, όμως, λαθροχειρία που επιχειρούν οι συντάκτες του ψηφίσματος του ευρωκοινοβουλίου, είναι το σημείο όπου εντέχνως γίνεται απόπειρα να ενοχοποιηθεί η σοσιαλιστική ιδεολογία ακόμη και ως μέρος μιας «ομάδας ιδεολογιών» που προκάλεσαν το Ολοκαύτωμα! Αναφέρει συγκεκριμένα το ψήφισμα: «(Το ευρωκοινοβούλιο) …υπενθυμίζει ότι το ναζιστικό και το κομμουνιστικό καθεστώς διέπραξαν μαζικούς φόνους, γενοκτονία και εκτοπίσεις, και προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου στην ιστορία της ανθρωπότητας απώλεια ανθρώπινων ζωών και στέρηση ελευθερίας, και υπενθυμίζει το εξαιρετικά ειδεχθές έγκλημα του Ολοκαυτώματος που διέπραξε το ναζιστικό καθεστώς…».

Εκεί, όμως, που το ψήφισμα  του ευρωκοινοβουλίου δίνει ρεσιτάλ πολιτικής υποκρισίας είναι εκεί όπου το κείμενο «…καταδικάζει τον ιστορικό αναθεωρητισμό και την εξύμνηση συνεργατών των Ναζί σε ορισμένα κράτη μέλη της Ε.Ε.». Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν συγκλονιστικά τραγικό: Το ευρωπαϊκό όργανο που ανοίγει με τον πιο επίσημο τρόπο θέμα ιστορικού αναθεωρητισμού, καταγγέλλει …το άνοιγμα του  ιστορικού (και του δημοκρατικού, προσθέτω εγώ)  αναθεωρητισμού. Αιδώς Αργείοι!

Φυσικά η θλιβερή για όλους αυτούς τους λόγους που εξήγησα ως τώρα (και υπάρχουν και πολλοί ακόμη, που θα μπορούσα να επικαλεστώ) κίνηση του ευρωκοινοβουλίου, προσκρούει ευθέως στην ίδια την παγιωμένη αντίληψη των πραγμάτων, όπως αυτή έχει δομηθεί από πολύ καιρό τώρα, στη μνήμη των ευρωπαίων  πολιτών ως του πολιτικού υποκειμένου που έχει οριστεί να εκπροσωπεί  πολιτικά το εν λόγω όργανο της Ε.Ε.. Και φυσικά το ψήφισμα, που πέρασε «στα μουλωχτά» για να μην υπάρξει εμβάθυνση στο περιεχόμενό από την πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών, η οποία αν ελάμβανε χώρα, το ψήφισμα θα είχε πολύ λιγότερες πιθανότητες να εγκριθεί, ήδη προκαλεί αντιδράσεις. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, ο ίδιος ο νεοκλεγμένος Ιταλός πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου, Νταβίντ Σασόλι, ενώπιον οργανώσεων των συμπατριωτών του αντιστασιακών αναγκάστηκε να δηλώσει ευθέως: «Το να συνδέουμε τον ναζισμό με τον κομμουνισμό αποτελεί ένα εγχείρημα διανοητικά αποπροσανατολιστικό και πολιτικώς μη ορθό»! Και φυσικά οι αντιδράσεις θα συνεχιστούν και θα κλιμακωθούν και αλλού!

Το ευρωκοινοβούλιο, μ’ αυτήν την κίνησή του ουσιαστικά θέτει σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών, που από τη μία πλευρά θεωρεί  τον ναζισμό μοναδικά ειδεχθή και εκ της ιδεολογικής φύσης της ιδεολογία, παραγωγό σε πρωτοφανή κλίμακα εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Και από την άλλη θέτει μια συντριπτικά ολιγαριθμότερη ομάδα ευρωπαίων πολιτών, που θεωρεί κατά πρόδηλη παραβίαση των παραδοχών της μη επιδεχόμενης αμφισβήτηση καταστημένης ιστορίας ότι ο ναζισμός δεν ήταν μοναδική περίπτωση, αλλά είχε και άλλη όψη, τον σοσιαλισμό και τις ιδεολογικές του εκφάνσεις, μία τουλάχιστον απ’ αυτές.

Αν το ευρωκοινοβούλιο αστόχησε, οφείλει να επανορθώσει! Αν επρόκειτο περί σχεδιασμένης κίνησης, θα την καταρρίψουν αργά ή γρήγορα οι ίδιοι οι ευρωπαίοι πολίτες. Πάντως, αυτό δεν θα μείνει έτσι!

Στην αρχή της θητείας μιας ήδη αμφιλεγόμενης Κομισιόν, όπου με έναν παράδοξο τουλάχιστον τρόπο (ας χρησιμοποιήσω ήπια φράση) ανεφύη θέμα με την περίφημη αναφορά στον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», ίσως η νέα ηγεσία της Ε.Ε. όφειλε να ήταν πολύ πιο προσεκτική στην υποχρέωσή της να ενώσει τους ευρωπαίους, αντί να τους διχάσει με νέους τρόπους. Άλλωστε, επί κάτι δεκαετίες τώρα ο «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» στεκόταν στον αντίποδα του «αμερικάνικου τρόπου ζωής» υπό την παραδοχή ακριβώς ότι «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» δεν μπορεί να είναι ένας, αλλά πληθώρα διαφορετικών εκδοχών  του, ίσως για κάθε ευρωπαίο και ένας διαφορετικός τρόπος. Αν αυτή η θεμελιώδης -αν και ανομολόγητη- ευρωπαϊκή αρχή αρθεί,  και μάλιστα με τόσο άγαρμπα μέσα, φοβάμαι πως δεν θα απομείνει παρά η ευρωπαϊκή πολιτική δεξιά μόνη να «στήνει» μεθοδεύσεις κολακείας και προσέγγισης των ακροδεξιών, για να διαιωνίσει τη πολιτική της ηγεμονία. Όλη η υπόλοιπη δημοκρατική, προοδευτική και πολιτικά αριστερά Ευρώπη, μάλλον θα είναι στη συνέχεια απούσα από τον ευρωπαϊκό ενοποιητικό αυτοσκοπό της Ε.Ε., προοιωνίζοντας τη διάλυσή της.

Είπαμε να βάλουμε νερό στα κρασί μας προς χάριν της ενότητας εμείς οι ευρωπαίοι πολίτες του προοδευτικού πόλου. Αλλά αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί από εμάς να καταλήγει σε τόσο κραυγαλέα «στημένες» επιλογές και εξ ονόματός μας.