Συρρικνώνεται ο διεθνής ρόλος της χώρας – Διπλωματική αφωνία από την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η τουλάχιστον περίεργη αλλά ολοφάνερη απουσία της Ελλάδας από τις σοβαρές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να παγιώνεται στο μετεκλογικό σκηνικό, με σχεδόν δραματικό τρόπο.

Τον δραματικό τόνο σ’ αυτήν την αφωνία προσδίδει το γεγονός ότι ακριβώς αυτήν την περίοδο διακυβεύεται η συνέχεια για το σύνολο σχεδόν των λεγόμενων εθνικών θεμάτων της Ελλάδας, από το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και την ΑΟΖ μας, ως τους υδρογονάνθρακες και την πλεονεκτική θέση που είχε ως τώρα εμπεδώσει η χώρα στα Βαλκάνια. Επίσης, παρά το ότι η Ελλάδα έχει διαμορφώσει την τελευταία 3ετία ένα καινούριο σκηνικό εξαιρετικά σημαντικών τριγωνικών πολυμερών σχέσεων στην ανατολική Μεσόγειο με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο (εξέλιξη που επαναχαράσσει την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στην περιοχή με πρωτεύοντα λόγο για τη χώρα μας) η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται αυτό το κρίσιμο διπλωματικό πλεονέκτημα με τα ανακλαστικά ενός παράδοξου αυτοπεριορισμού της σημασίας του σε οικονομικές συνεργασίες, ενώ είναι φανερή  η προτεραιότητα της διπλωματικής αξίας του και το ευρύτερο γεωπολιτικό ειδικό βάρος του.

Αξίζει, ακόμη, να σημειωθεί η αμήχανη στάση της σημερινής κυβέρνησης στο προσφυγικό, που απορρέει βεβαίως από την επιδείνωσή του λόγω της τουρκικής εισβολής στη Συρία, αλλά που επιπροσθέτως φορτίζεται από την ακροδεξιά επιμονή υπουργών του Μητσοτάκη να υιοθετούν ολοένα και περισσότερο τη λεκτική Βελόπουλου περί «λαθρο-μεταναστευτικού» και όχι «προσφυγικού», για λόγους λαϊκίστικης εσωτερικής κατανάλωσης.

Ακόμη, πρόδηλη είναι η κυβερνητική παλινωδία στο μακεδονικό, παρ’ ό,τι η κυβέρνηση παρέλαβε τα πράγματα σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για την εικόνα και τον ρόλο της χώρας στην περιοχή και ευρύτερα. Την ίδια ώρα η Ελλάδα πελαγοδρομεί στους χειρισμούς της απέναντι στην ενταξιακή προοπτική της Αλβανίας, με την ελληνική μειονότητα απούσα από τα ενδιαφέροντα της ελληνικής διπλωματίας.

Η εν γένει εμφάνιση Μητσοτάκη στην πρόσφατη κρίσιμη γενική συνέλευση του ΟΗΕ υπήρξε κατά ευρύτερη παραδοχή απογοητευτική, τόσο σε ό,τι αφορά τις συναντήσεις του πρωθυπουργού με άλλους ηγέτες, όσο και ως απόδοση σε διπλωματικό επίπεδο. Και ειδικά στη συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν παραμένει τουλάχιστον ασαφές εάν η Αθήνα έθεσε ανοιχτά το θέμα των ευθέων τουρκικών παραβιάσεων κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ. Επίσης, παρ’ ό,τι το Κυπριακό κατά τις ημέρες που ελάμβανε χώρα η γενική συνέλευση του ΟΗΕ βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη στιγμή με ανοιχτές τις προοπτικές επανέναρξης των συνομιλιών σε 3μερή βάση (ΟΗΕ-Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι), όπως και τελικά ευτυχώς συνέβη (αντί της 5μερούς βάσης των συνομιλιών, που επιζητούσε η Τουρκία με συμμετοχή της ίδιας και της χώρας μας), η Αθήνα σιώπησε ηχηρά. Λογύδρια σε αστείες μαζώξεις για να κομπάζει ανοήτως ο κ. Μητσοτάκης ότι η Ελλάδα επί της κυβέρνησής του έχει καλές οικονομικές προοπτικές θεωρήθηκαν και ήταν εκτός τόπου και χρόνου των συμφερόντων της διεθνούς κοινότητας στην παρούσα γενική συνέλευση του Οργανισμού, όπου εξετάστηκαν η Κλιματική Αλλαγή και τα μεγάλα διεθνή ζητήματα της εποχής.

Παράλληλα, με την Ελλάδα να έχει περίπου ανακοινώσει πριν μήνες επίσημα την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια στο Ιόνιο (θέμα που προκάλεσε ευρεία δημόσια συζήτηση όταν ανακοινώθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση), ως κίνησης κρίσιμης για την προαγωγή των εξορύξεων υδρογονανθράκων, έως τώρα η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, λες και το θέμα δεν υφίσταται. Διερωτώμαι, δεν φιλοτιμήθηκε κανένας σ’ αυτή την κυβέρνηση να μας ενημερώσει ; Ή μήπως το θέμα είναι ασήμαντο και προηγείται ο ουρανοξύστης στο Ελληνικό;

Στο τέλος του μακρού καταλόγου (παρά τον σύντομο βίο της σημερινής κυβέρνησης) των ανεπαρκειών, των αστοχιών και των αφωνιών της εξωτερικής πολιτικής Μητσοτάκη, οι γνωστές ανοησίες Πιπίνη και αναγνώρισης του Γκουαϊδό από τη Ελλάδα ως νόμιμου προέδρου της Βενεζουέλας, σε μια κίνηση της χώρας μας που προκάλεσε διεθνή θυμηδία για το άκαιρο και τον γελοίον του πράγματος. Περισσότερο, όμως, και πάνω απ’ όλα αυτό που ανησυχεί είναι ότι αυτή η αφωνία, η άγνοια και η ασχετοσύνη φαίνεται να παγιώνονται ως στιλ πολιτικής αλλά και ως περιεχόμενο της ελληνικής διπλωματικής κίνησης. Φαίνεται αυτή να σταθεροποιείται ως η ελληνική εξωτερική πολιτική για όσο αυτή η κυβέρνηση θα έχει τις τύχες της χώρας στα χέρια της.

Το δίδυμο των υπουργών που ασκούν εξ αρμοδιότητας το μείζον μέρος της εξωτερικής μας πολιτικής, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, και ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, και οι δύο και ο καθένας ξεχωριστά είναι ωσεί παρόντες στο σκηνικό. Κι αν δεν “γράφουν” στην Ελλάδα, όλοι κατανοούμε τί γίνεται στον διεθνή χώρο. Και τούτο, τη στιγμή που οι υπουργοί Εξωτερικών όλων των χωρών οργώνουν την υφήλιο για να λάβουν μέρος σε συσκέψεις, fora και συνεδριάσεις, που ασχολούνται με τις κρισιμότατες εξελίξεις που, μάλιστα, αφορούν στην περιοχή μας και εμμέσως ή αμέσως σχετίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα. Οι Έλληνες υπουργοί πουθενά!  Τελευταία εμφάνιση του Έλληνα υπουργού Άμυνας, η απόφασή του να μη στείλει F-16 στη στρατιωτική παρέλαση για την επέτειο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κίνηση που μόνον ανασφάλεια έφερε στους Ελληνοκύπριους πολίτες, ακριβώς τη στιγμή που τα κυριαρχικά δικαιώματά τους παραβιάζονται βάναυσα από τον τουρκικό διεθνή ταραξία. (Και η δυσάρεστη για τους Κυπρίους έκπληξη από την απουσία των F-16 στην παρέλαση, δεν διασκεδάστηκε μερικές μέρες αργότερα από τη συμμετοχή ελληνικών μαχητικών σε στρατιωτική άσκηση λίγες μέρες αργότερα).

Ακόμη και σήμερα η Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά βουβή και άφωνη μπροστά στην τουρκική εισβολή στη Συρία, όταν όλες οι χώρες της υφηλίου (με μόνη την εξαίρεση Όρμπαν) καταδικάζουν ρητά τον Ερντογάν.

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που διακινούνται σε διπλωματικούς κύκλους, το μαύρο και επικίνδυνο για τα συμφέροντα της χώρας αυτό σκηνικό, εκπηγάζει από το Μέγαρο Μαξίμου. Τα Μέγαρο Μαξίμου, το οποίο επιμένει να  διαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική της χώρας μας ερήμην της συγκροτημένης ελληνικής διπλωματίας, που λειτουργεί με την ευθύνη χάραξης της μακροπρόθεσμης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο υπουργείο Εξωτερικών, πέραν των εσωτερικών εκλογικών κύκλων. Το ίδιο ισχύει και με την αμυντική πολιτική της Ελλάδας. Κι αφήνω την ΕΥΠ, που δυστυχέστατα εξ ηγεσίας τεκμαίρεται ανεπαρκής και απούσα.

Φυσικά, δεν μπορώ να γνωρίζω αν οι παραπάνω πληροφορίες περί αυτονόμησης του πρωθυπουργικού γραφείου από τις διπλωματικές διαδικασίες τις αρχές και τους κανόνες έχουν βάση. Δεν το ξέρω και -τελικά- δεν έχει και σημασία!

Ξέρω, όμως, μετά βεβαιότητας ότι αυτή η εικόνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής   δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αντίθετα, πρέπει άμεσα να σταματήσει.

Ο κ. Δένδιας είναι έμπειρος και καθαρός πολιτικός και αντιλαμβάνεται απολύτως, είμαι βέβαιος, το πρόβλημα. Οφείλει να αναλάβει αμέσως πρωτοβουλίες ενεργοποίησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής γιατί δεν πρέπει να χαθεί άλλος χρόνος, που για τη Ελλάδα συνεπάγεται σοβαρό κόστος. Αν δεν μπορεί ή δεν του επιτρέπεται να κάνει τη δουλειά που ορίζει το πεδίο αρμοδιότητας του χαρτοφυλακίου του, γνωρίζει και κατανοεί πλήρως τί οφείλει να πράξει.

Η Ελλάδα δεν μπορεί στην παρούσα εξαιρετικά βαρύνουσα συγκυρία να συνεχίσει να χάνει διπλωματικό  έδαφος και να καταγράφει απώλειες στο πλαίσιο του κρισιμότατου ζωτικού γεωπολιτικού λόγου που της αναλογεί και σήμερα προφανώς αδυνατεί να αρθρώσει.