Κέρδισε, ή έχασε, ο Ερντογάν στη Συρία;

(Η νέα δομή του μεσανατολικού ζητήματος)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Παρακολουθώντας την ειδησεογραφία όπως μεταδίδεται από τα διαθέσιμα μέσα ενημέρωσης (όχι κατ’ ανάγκη μαζικής) κρατώ την εντύπωση, που μεταδίδουν πολλά εγχώρια μέσα, για νίκη του Ερντογάν μετά τις εξελίξεις στην πολύπαθη Συρία.

Η γενική περιγραφή αυτής της νίκης τεκμηριώνεται σε 3 στοιχεία, τα οποία επικαλούνται οι Έλληνες αναλυτές: α. ότι οι Κούρδοι της Συρίας ηττήθηκαν, β. ότι η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση υπήρξε επιτυχής, και γ. ότι ο Ερντογάν ενισχύθηκε στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.

Νίκησε, όμως, ο Ερντογάν, ή έχασε;

Ας τα δούμε με τη σειρά!

Για να ξεκινήσουμε με το τελευταίο στοιχείο και με τα εύκολα, υποθέτω πως στο προκείμενο τουρκική νίκη ή ήττα τεκμαίρεται από την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της χώρας, πριν και πάνω απ’ όλα. Έπονται τα θέματα εσωτερικού πολιτικού ενδιαφέροντος. Υπ’ αυτή την οπτική, δεν είναι κριτήριο νίκης του Ερντογάν στη Συρία ότι ενίσχυσε την -σχετικά- αποδυναμωμένη εσχάτως θέση του στο τουρκικό πολιτικό σκηνικό.

Απομένουν τα άλλα.

α. Το κουρδικό ζήτημα είναι ιστορικά και γεωπολιτικά πολύ συνθετότερη υπόθεση, απ’ όσο εμφανίζεται να είναι με πεδίο αναφοράς τις τελευταίες εξελίξεις στη Συρία. Είναι γνωστό -και απλά το υπενθυμίζω εδώ για λόγους πληρέστερης κατανόησης όσων θα αναφέρω- ότι οι Κούρδοι υπολογίζονται σε περίπου 25 εκατ. ανθρώπους που ζουν διασπαρμένοι σε 4 σημερινές χώρες: Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν. Η εντύπωση ότι οι Κούρδοι ηττήθηκαν στη Συρία, απλουστεύει αφελώς τα δεδομένα. Ο εξοπλισμός των Κούρδων από τις Η.Π.Α. όλα αυτά τα χρόνια της συριακής κρίσης (της οποίας ουδέποτε το κουρδικό υπήρξε αφορμή και πολύ περισσότερο αίτιο), έλαβε χώρα ως εγγύηση του αμερικανικού παράγοντα προς το κουρδικό στοιχείο ότι θα απολάμβανε κάποιας προστασίας από τις ορδές των τζιχαντιστών, που ενεργοποιήθηκαν στη Συρία προκαλώντας τον πόλεμο. (Δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε στην πολιτική και διεθνή παράμετρο του τζιχαντισμού -ίσως κάποια άλλη φορά- γι’ αυτό ας περιοριστούμε στο κουρδικό ζήτημα).

Έτσι, αν θεωρήσουμε ότι οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία με την τουρκική στρατιωτική εισβολή είναι ένα από τα σκηνικά του τέλους της πολύνεκρης διεθνούς περιπέτειας στη χώρα, τότε οι Κούρδοι εξέρχονται απ’ αυτήν την περιπέτεια έχοντας επιβιώσει και ενισχύσει τη θέση τους στη μεταπολεμική Συρία. Αποσχιστική αυτονομία των Κούρδων της Συρίας ουδέποτε υπήρξε ως ένα εκ των σεναρίων της συριακής πτυχής του κουρδικού και για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί η μη επαλήθευση αυτού που ποτέ δεν συζητήθηκε να εμφανίζεται ως ήττα τους.

Στο σημείο αυτό έχει σημασία να κατανοηθεί ότι το κουρδικό δεν φέρει ακόμη χαρακτηριστικά ιστορικής και γεωπολιτικής ωρίμανσης, ώστε να τίθεται επί τάπητος η προοπτική δημιουργίας κουρδικού ανεξάρτητου κράτους. Αρέσει-δεν αρέσει, αυτή είναι η αλήθεια (και εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει). Αυτό που εξετάζεται είναι ένα διεθνώς συμφωνημένο καθεστώς αυτονομίας των Κούρδων στις 4 χώρες όπου είναι εγκατεστημένοι. Ωστόσο, από την αιματηρή αστοχία της αραβικής άνοιξης και εντεύθεν, φαίνεται πως δοκιμάζεται και μια άλλη εκδοχή αυτής της αυτονομίας: Αντί μιας αυτονομίας που ως σήμερα θα εθεωρείτο πρόπλασμα ενός μελλοντικού κουρδικού κράτους οψέποτε θα ωρίμαζαν οι συνθήκες, «τεστάρεται» μια νέα κουρδική αυτονομία, στο πλαίσιο της οποίας οι Κούρδοι θα έχουν ενεργότερο ρόλο και σημαντικότερο λόγο στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις των 4 χωρών εγκατάστασής τους. Η δοκιμή αυτή στο Ιράκ δεν πήγε άσχημα και απέδωσε καρπούς. Κύριο στοιχείο της νέας αυτής προσέγγισης στο κουρδικό ζήτημα (για την οποία φυσικά υπάρχουν γενικά τεράστιες επιφυλάξεις) ότι οι χώρες που φιλοξενούν Κούρδους πολύ ευκολότερα θα δέχονταν έναν διάλογο για ένα καθεστώς αυτονομίας τους, αντί ενός διαλόγου στο περιθώριο του οποίου θα υπήρχε η μελλοντική εικόνα ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, με τις εδαφικές και άλλες συνέπειες της υπόθεσης.

β. η τουρκική υπαναχώρηση, από την πλήρη άρνηση Ερντογάν να κάνει διάλογο με τους Κούρδους «τρομοκράτες», στην εκεχειρία (έστω με τη μεσολάβηση του αμερικανικού παράγοντα), αποτελεί σοβαρότατη και στρατηγικής σημασίας ήττα της Τουρκίας στο παγκόσμιο σκηνικό. Για πρώτη φορά στη μετα-οθωμανική Τουρκία οι Κούρδοι γίνονται αντικείμενο διαλόγου της Άγκυρας (έστω εμμέσως) για διευθετήσεις σε εκκρεμότητες διεθνούς ενδιαφέροντος. Φυσικά, η εξέλιξη είναι σοβαρότατο βήμα ανοίγματος του διεθνούς διαλόγου σχετικά με τη τύχη των Κούρδων της Τουρκίας. Και όσο άμυνα και «να παίξει» από ‘δώ και πέρα η Άγκυρα για το άνοιγμα αυτού του διαλόγου, το θέμα τέθηκε: Πλέον οι Κούρδοι στη σημερινή Τουρκία «υπάρχουν» και υφίσταται θέμα σχετικά με τη μεταχείρισή τους!

(σ.σ.:  Εδώ θα ήθελα να μοιραστούμε και μια ανησυχία μου: Θεωρώ πιθανό η κατανόηση της πρακτικής και συμβολικής σημασίας της τελευταίας παρατήρησής μου, να μπορεί να καταλήξει σε μια αθέτηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε στο πλαίσιο της συμφωνηθείσας εκεχειρίας από μεριάς της Άγκυρας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε επανάληψη των τουρκικών επιχειρήσεων στη Συρία, με τις συνέπειες που όλοι αντιλαμβανόμαστε. Εύχομαι να μην επιβεβαιωθώ).

Όμως οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία σε συνάρτηση με το Κουρδικό και την τουρκική στρατιωτική εισβολή αποκτούν πρόσθετη σημασία και για τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις στην περιοχή, ως συστατικό μέρος του μεσανατολικού. Τα νέα δεδομένα είναι κυρίως τρία στοιχεία:

1. Η πρόδηλη βαθμιαία απο-ισλαμοποίηση του αραβικού στοιχείου, ως ταυτοτικού στοιχείου των Αράβων στις παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. (Και το φαινόμενο διαπερνά τον αραβικό στοιχείο και σε περιοχές πέραν της Μέσης Ανατολής). Έτσι, αποφορτίζεται το Ισραήλ ως το ένα εκ των δύο συστατικών μερών της μεσανατολικής ιστορικής αντίθεσης. Με τη σειρά του, έτσι αποδυναμώνεται και ο τουρκικός ρόλος ως δυτικός τοποτηρητής στην περιοχή και η Τουρκία παγιδεύεται εξ ιδίων -και με τεράστια προσωπική ευθύνη του Ερντογάν- σε μια εσωτερική εν πολλοίς  εξελικτικά άγονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ ισλαμιστών και κοσμικών παραγόντων, που επίσης συρρικνώνει το διεθνή ρόλο της.

2. Η διαφαινόμενη παγίωση της εξουσίας Άσαντ στη Συρία (καθεστώτος με παραδοσιακή κοσμική ταυτότητα από την εποχή ήδη του Μπάαθ).

3. Η οριστικοποίηση του αναβαθμισμένου παρεμβατικού  λόγου της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, με χαρακτηριστικά «ζωτικού χώρου» για τη Μόσχα. (Η ιστορική πείρα δείχνει ότι όποτε οι Ρώσοι κάλυψαν γεωπολιτικό κενό που άφησαν οι Αμερικανοί, η υποκατάσταση αυτής της ηγεμονίας δεν απέδωσε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Αφγανιστάν. Όμως, οι Ρώσοι παρέμειναν στις περιοχές αυτές πολύ χρόνο και αποσύρθηκαν με βαριές απώλειες).

Με την πιο πάνω συνοπτική περιγραφή του υπό αναδιαμόρφωση σύνθετου λαβυρίνθου στην περιοχή με επίκεντρο τη Συρία, και λαμβανομένου πάντα υπόψη ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δεν κυλούν με «μιντιακά» ανακλαστικά αλλά με όρους ωρίμανσης των παραμέτρων τους, ας θέσουμε ξανά τα ερώτημα: Κέρδισε, ή έχασε, ο Ερντογάν στη Συρία;