O Ζάεφ, ο Μακρόν και η …εμβάθυνση (Με αφορμή τα αδιέξοδα στην ΕΕ που πληθαίνουν)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Η απόφαση της ΕΕ να απορρίψει την ενταξιακή πορεία για τη Β. Μακεδονία και την Αλβανία, έστω και ως προϊόν ενός τριπλού βέτο (Γαλλία, Ολλανδία, Δανία) και όχι ως συλλογικής προτίμησης των χωρών-μελών, νομίζω πως έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον! Όχι μόνον από την οπτική ότι συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων! Ταυτόχρονα διότι επίσης αποκαλύπτει την εγγενή πλέον αδυναμία (ίσως και απροθυμία)  της ΕΕ να καταλήγει σε αποφάσεις προϊόν συμβιβασμών των εταίρων της, για τις οποίες τόσο υπερηφανευόταν ως σήμερα. Και μάλιστα, συμβιβασμών υπό την παραδοχή ότι η ενότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι βασική επιλογή διασφάλισης παγκόσμιου λόγου, στην εποχή που ολοένα και περισσότερο κατευθυνόμαστε στον τριπολισμό ΗΠΑ-Ρωσίας-Κίνας. (σ.σ.: Έναν τριπολισμό που μοιάζει να απομένει μόνη πρόοδος στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, μετά την κατάρρευση του διπολισμού των «σφαιρών επιρροής» του περασμένου αιώνα. …Αλλά γι’ αυτό θα συζητήσουμε κάποια άλλη φορά…)

Τί συνέβη, λοιπόν, με το βέτο των 3 υπό τον Μακρόν;

Κοιτάζοντας, κατ’ αρχάς, το βαλκανικό ζήτημα, δυο λόγια, για να κατανοηθεί καλύτερα η υπόθεση:

– Σημείο Α: Ας είμαστε ειλικρινείς! Η ένταξη Β. Μακεδονίας και Σκοπίων ουδέποτε ετέθη εσχάτως στην Ε.Ε. με βασικό κριτήριο τη δημοκρατική και οικονομική ωρίμανση των δύο χωρών.  Ως παρέμβαση γεωπολιτικής σταθεροποίησης σε ζώνη πρωτογενούς και άμεσου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ετέθη, υπό το φως της αστάθειας που κυριαρχεί στην περιοχή. Και τούτο, επιπροσθέτως, σε μια συγκυρία όπου η αποσταθεροποίηση επιτείνεται στην ίδια περιοχή αυτήν την περίοδο, λόγω προσφυγικού και περιπλοκών που αναδύονται επ’ αυτού από τη στάση ήδη χωρών-μελών της ΕΕ (Βίζεγκραντ), αλλά και λόγω τουρκικής και ρωσικής επεμβατικής διάθεσης σε πληθυσμούς των δύο χωρών, της Β. Μακεδονίας και της Αλβανίας.

Άλλωστε, μήπως η ένταξη των χωρών του Βίζεγκραντ και της Βαλτικής έγιναν υπό καλύτερες προϋποθέσεις; Σήμερα η αντιπροσφυγική (και αντικειμενικά διαλυτική για την ευρωπαϊκή συνοχή) στάση των χωρών αυτών που εντάχτηκαν τελευταίες την ΕΕ, καθώς και οι αλλεπάλληλες προστριβές της ΕΕ με τον ορμπανισμό και την Πολωνία για ζητήματα δημοκρατίας, όσο και η επιμονή των βαλτικών χωρών-μελών της ΕΕ να εξισώσουν ανιστόρητα τους ναζί με τη Ε.Σ.Σ.Δ., αποδεικνύει την ανωριμότητα των χωρών του Βίζεγκραντ και της Βαλτικής να αναδεχτούν το όφελος που προκύπτει για την ΕΕ, ως απόρροια αυτής ακριβώς της δύναμής της να καταλήγει σε μείζονες συμβιβασμούς (όσο κι αν συχνά αυτοί οι συμβιβασμοί μας φαίνονται -και είναι- ανεπαρκείς επιλογές, σε μια περίοδο που η ανάγκη τολμηρότερων αποφάσεων βοά).

Σε τελευταία ανάλυση, η δομική επιλογή της ευρωπαϊκής ενοποίησης να προχωρεί με συμβιβασμούς των συστατικών χωρών-μερών της, που προϋποθέτει αποστασιοποίηση για κάθε χώρα-εταίρο από τη στενή πρόσληψη της έννοιας του συμφέροντός της σε επιλογές ευρύτερης αποδοχής, ήδη παραβιάζεται βάναυσα από την ξεκάθαρα μονομερή στάση του Βίζεγκραντ να αρνείται για λογαριασμό των χωρών που το συνθέτουν την υποδοχή του μερίσματος προσφύγων που τους αναλογεί, πλήττοντας ευθέως τα συμφέροντα άλλων χωρών-μελών.  Όμως, αν η εκβιαστική και αντικειμενικά βλαπτική για την ευρωπαϊκή συνοχή στάση των χωρών του Βίζεγκραντ στο προσφυγικό γίνεται ανεκτή από τη σημερινή ηγεσία της ΕΕ, πόσο πειστικό είναι να απορρίπτεις την ένταξη της Β. Μακεδονίας ως δυνάμει αποσταθεροποιητική της ευρωπαϊκής ενότητας και λόγω δημοκρατικής ανωριμότητας της υπό ένταξη βαλκανικής χώρας;

Τέλος, ποιά δημοκρατική ωρίμανση, ως ενταξιακός όρος; Η λογιζόμενη ως ωριμότερη δημοκρατία την Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, αποχωρεί οσονούπω από την ΕΕ…

– Σημείο Β: Όμως, εδώ πρέπει να κατανοηθεί το ακόλουθο, γιατί αποτελεί τον πυρήνα της μεγάλης αστάθειας που απειλείται να ενεργοποιηθεί στα Βαλκάνια, από την απόρριψη ένταξης της Β. Μακεδονίας. Ο βόρειος μικρός γείτονάς μας προσήλθε στη συμφωνία των Πρεσπών ακριβώς υπό την παραδοχή ότι θα συμβιβαζόταν (δηλαδή θα κατέγραφε και απώλειες στην υπό στενή έννοια αντιλαμβανόμενη υπόθεση του συμφέροντός του ως μεμονωμένης χώρας) για να προαχθεί μια ευρύτερη γεωπολιτική ανάγκη, που εξελικτικά θα ευνοούσε και την ίδια τη Β. Μακεδονία, δηλαδή η συμβολή στη σταθεροποίηση των Βαλκανίων! Ποια είναι η απώλεια των βόρειων γειτόνων μας από τον συμβιβασμό της συμφωνίας των Πρεσπών;  Απάντηση: Η εγκατάλειψη ιδία βουλήσει της κατάκτησής της ότι εκατοντάδες χώρες στον κόσμο την αναγνώριζαν ως τις Πρέσπες ως σκέτη «Μακεδονία». Σαφές;

Αν, όμως, μια χώρα σαν τη Β. Μακεδονία που έχει σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική προσφέρει ισχυρό και αδιάψευστο δείγμα γραφής της πρόθεσής της να αναδεχτεί τη συμβιβαστική-συνυπαρκτική πτυχή του πυρήνα φιλοσοφίας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, μένει έξω, την ώρα που οι ορμπανισμοί στην ΕΕ όχι μόνο γίνονται ανεκτοί αλλά και εντείνονται, πώς να προχωρήσει η ιστορία σε θετική κατεύθυνση; Ομολογώ πως κι εγώ αν ήμουν πολίτης της μικρής χώρας στα βόρεια σύνορά μας, θα προβληματιζόμουν σοβαρά προς την κατεύθυνση εγκατάλειψης των δεσμεύσεων που ανέλαβα στη συμφωνία των Πρεσπών!

Γι’ αυτό κινδυνεύει να τιναχτεί πλήρως στον αέρα η βαλκανική πολιτική της ΕΕ καθώς και το σύνολο της αναθεωρημένης πολιτικής διεύρυνσης.

– Σημείο Γ: Παρ’ ό,τι η Αλβανία είναι ξεχωριστή περίπτωση, και από τις δύο χώρες που απορρίφτηκαν από την ένταξη είναι εκείνη που η απόρριψή της είναι καλά τεκμηριωμένη (έλλειμμα δημοκρατίας, κακή οικονομία, διαφθορά, παραβίαση δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και άλλα…), υπάρχουν και παράπλευρες πτυχές στην περίπτωσή της.

Ποιές; Πριν και πάνω απ’ όλα ότι τυχόν ένταξή της θα αποτρέψει οριστικά και αμετάκλητα κάθε ενδεχόμενο επιβεβαίωσης του ακραία επικίνδυνου για τη σταθερότητα των Βαλκανίων σεναρίου της λεγόμενης «μεγάλης Αλβανίας»! Αν η Αλβανία εντασσόταν στον παρόντα γύρο διεύρυνσης, κάθε περίπτωση προσάρτησης του Κοσσυφοπεδίου θα αποτρεπόταν. Τώρα, και κατόπιν της απόρριψης ένταξης της Αλβανίας στην παρούσα φάση, θα πρέπει απλά να ελπίζουμε ότι η επόμενη αίτηση ένταξης των Τιράνων δεν θα γίνει με την προσάρτηση του Κοσσυφοπεδίου να έχει ήδη επισυμβεί, και τις πιθανότατα θερμές συνέπειες αυτής της προσάρτησης να έχουν ήδη αιματοκυλήσει τη χερσόνησο. Αυτός είναι και ο βασικότατος λόγος για τον οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να ανεχτεί και τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, με τη βεβαιότητα ότι την επόμενη της ένταξης υπό τις εγγυήσεις της ΕΕ ότι τα δικαιώματα αυτά θα προστατεύονταν πολύ αποτελεσματικότερα, απ’ όσο η εν πολλοίς ατελέσφορη ως σήμερα προστασία τους στο πλαίσιο των διμερών ελληνοαλβανικών σχέσεων.

Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι η τυχοδιωκτική βαλκανική πολιτική Ράμα, δεν υπήρξε και πολύ ένθερμη για την ένταξη στην παρούσα φάση. Και η απόρριψη της ένταξης της Αλβανίας στην παρούσα φάση, ακριβώς αυτό που αφήνει ανοιχτό (ενώ με την ένταξη κάτι τέτοιο θα αποκλειόταν) είναι η προσάρτηση του Κοσσυφοπεδίου και η πρακτική ενεργοποίηση του σεναρίου της «μεγάλης Αλβανίας». Γι’ αυτό και στα Τίρανα η απόρριψη της ένταξης στην ΕΕ στην παρούσα φάση, δεν αντιμετωπίζεται εν πολλοίς ως πλήγμα για τη χώρα, αλλά ως «ευκαιρία».

– Σημείο Δ (τελευταίο): Και καλά, οι ευρωπαίοι (έστω ο Μακρόν από μεριάς του) δεν τα καταλαβαίνουν όλ’ αυτά;

Κι εδώ ερχόμαστε στο κέντρο του σημερινού ευρωπαϊκού δράματος! Διότι στις Βρυξέλλες είναι κοινό μυστικό ότι η επίκληση της δημοκρατικής ωρίμανσης και η σκέψη για μεγαλύτερη εμβάθυνση πριν ενταχτούν νέες χώρες στην ΕΕ, είναι ένα πρόσχημα και μόνον του Γάλλου προέδρου!

Ο Μακρόν είναι γνωστό πως προσήλθε στην παρούσα σύνοδο κορυφής κουβαλώντας μαζί του δύο μεγάλες ήττες του: Την αδυναμία του να επιβάλλει (λόγω άρνησης του Βερολίνου) χαλαρότερη οικονομική και νομισματική πολιτική στην ευρωζώνη, και την απόρριψη της υποψηφιότητας της εκλεκτής του για τη θέση του επιτρόπου της Γαλλίας στη νέα Κομισιόν, της κυρίας Σιλβί Γκουλάρντ. Ο Γάλλος πρόεδρος προσήλθε, λοιπόν, στην παρούσα  σύνοδο κορυφής με βασικό μέλημά του να απαντήσει στις δύο ήττες του.

Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ίδιος νωρίτερα, για να δείξει τη δυσαρέσκειά του στο Βερολίνο λόγω της άρνησης των Γερμανών να συναινέσουν σε χαλαρότερη οικονομική και νομισματική πολιτική, είχε «μπλοκάρει» τον εκλεκτό της χριστιανοδημοκρατικής-χριστιανοκοινωνικής γερμανικής δεξιάς (CDU/CSU) για την προεδρία της νέας Κομισιόν, ανακόπτοντας την εκλογή του κ. Μάνφρεντ Βέμπερ στην ηγεσία της νέας Κομισιόν. Η αντίθεση Μακρόν στις επιλογές του Βερολίνου, ασφαλώς δεν ευχαρίστησε τους Γερμανούς συντηρητικούς και υπερ-συντηρητικούς, που τού «την επέστρεψαν» στο ευρωκοινοβούλιο (όπου πλειοψηφούν) απορρίπτοντας την υποψηφιότητα της κυρίας Γκουνάρ. Και ο Γάλλος Μακρόν πρόεδρος συνέχισε τη βεντέτα μεταξύ των δύο ισχυρότερων κρατών της ΕΕ, τιμωρώντας τη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας στην παρούσα περίοδο, για ταχεία ένταξη της Β. Μακεδονίας και της Αλβανίας στην ΕΕ, με την απόρριψή της.

Μόνον που εδώ δεν είναι παιγνίδι ανταγωνισμού ηγεμονίας δύο ιδιότροπων παιδιών, αλλά υπόθεση ολόκληρων πληθυσμών και γεωπολιτικής σταθερότητας σε μια επικίνδυνη ζώνη, όπως είναι τα Βαλκάνια.

Η αντιμετώπιση των σοβαρών και οξυμμένων  προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σημερινή ΕΕ, φυσικά δεν μπορεί να  γίνεται έτσι.

Το τονίζω διότι πάρα πολλά μπορούσε ως σήμερα να καταλογίσει κανένας στην ΕΕ, από την άλλη, όμως, η σταθερή συγκρότηση του γαλλο-γερμανικού άξονα ήταν μια εγγύηση της παγίωσης των όρων υπό τις οποίες λαμβάνονταν οι αποφάσεις και όποιος ήθελε να ενταχθεί στο κλαμπ το έκανε τελών εν γνώσει των πραγμάτων. Σήμερα φαίνεται πως ο άξονας έχει διαρραγεί  -και μάλιστα για ανόητους λόγους. Κι αυτό είναι προαναγγελία ακόμη εντονότερης αποσαθρωτικής τάσης της ΕΕ.

Οι λαοί της ηπείρου βεβαίως δε μπορούν να υπόκεινται σε καμώματα και γελοιότητες που θέτουν σε διακύβευση την ίδια την ύπαρξη των πατρίδων τους. Και το πράγμα φαίνεται γίνεται ακόμη χειρότερο, διότι αντί για άμεση αντίδραση προς αντιστροφή των επικίνδυνων προχθεσινών αποφάσεων της συνόδου κορυφής της ΕΕ, βλέπω να επαναλαμβάνεται η γνωστή αφασική αντίδραση των ευρωπαίων επιτελών με τις γνωστές προτροπές για υπομονή και άλλα τοιαύτα διαπαιδαγωγητικά, που πλέον εξοργίζουν τους λαούς αντί να τους καθησυχάζουν.