Ημερολόγιο ασημάντων 199-200: Η γεύση του ανθρώπινου κρέατος/Χάσαμε τη Μυρσίνη και τον άγγλο ποιητή

13.10.19 Κυριακή Συνεχίζεται ο τουρκοκουρδικός πόλεμος  μετά την εισβολή Ερντογάν στη Συρία. Καταγέλαστος ο Τραμπ.  Ήξεις αφήξεις, κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε και να πολεμάμε στο twitter.  Άφησε τους Κούρδους, τους  πιο φανατικούς υποστηρικτές των ΗΠΑ εντελώς αβοήθητους καθώς αποσύρει και τους χίλιους φαντάρους  που είχε στη Συρία. Άρα κάνει πλάτες στον Ερντογάν.

-Χτες Σάββατο ήταν η σειρά του Ιμπραχίμ Τσολάκ να μας σπάσει τα νεύρα. Ο Τούρκος αθλητής χαιρέτησε στρατιωτικά κατά τη διάρκεια του Εθνικού Ύμνου της χώρας του μετά την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στους κρίκους στο Παγκόσμιο της Ρυθμικής Γυμναστικής.

-Άσχημη σκηνή την ώρα που καθόμαστε  με την Μπέμπα σ’ένα   καφενείο, ιμιτασιόν παραδοσιακού, στο  Μοναστηράκι, σ’ ένα στενό πίσω από την πλατεία Αβησσυνίας: Μία μοτοσυκλέτα σταματά απέναντί μας μπροστά σε  κατάστημα, οδηγός   ένας χοντρομπαλάς εξηντάρης και πίσω ιππεύει μία  ιδίου μεγέθους ξανθιά. Κάνει νόημα σ΄ένα άνθρωπο της διπλανής καφετέριας που πηγαίνει κοντά του. Kάτι λένε και μετά ο μηχανόβιος βάζει τις φωνές, γκαρίζει κανονικά: «Δεν ακούω τίποτα, δικό μου είναι το μαγαζί, θέλω τα λεφτά μου τώρα, χτες γιατί αλλοίμονο σου».   Όλοι κοιτάμε σύξυλοι αυτόν που θέλει τα λεφτά του τώρα «μη στα κάνω όλα λαμπόγυαλο και σε ξεσκίσω». Μαρσάρει τη μηχανή,  ενώ οι κώλοι τους κρέμονται σαν γλώσσες στο πλακόστρωτο. «Το βράδυ τελευταία διορία αρχίδι».

 

-Στις 13 του Οκτώβρη του 1972 ένα αεροπλάνο  στο οποίο επιβαίνει μία ομάδα ράγκμπι της Ουρουγουάης συντρίβεται στις Άνδεις. Αρκετοί από τους επιβάτες θα εντοπιστούν σώοι  μετά από 72 μέρες  και θα ομολογήσουν ότι κατέφυγαν στον κανιβαλισμό προκειμένου να επιβιώσουν. Ένα χρόνο αργότερα, ευρισκόμενοι  πάντα στο Παρίσι με την Αρετή  παρακολουθούμε  στην ασπρόμαυρη  τηλεόραση  Pathe΄  Cinema μια ομάδα των επιζησάντων που συνεντευξιάζονται. Οι  Άνδεις ήταν χιονισμένες και το ανθρώπινο πτώμα  μπορούσε να διατηρηθεί, οπότε ετίθετο θέμα  επιβίωσης δια της πτωματοφαγίας. Μία ερώτηση θεατή παρακαλώ: «πώς ήταν η γεύση του ανθρώπινου κρέατος;»  Κομσί κομσά είναι η απάντηση.

Ίσως αν ήταν βραστό ή ψητό με λίγη μουστάρδα να ήταν  καλύτερο.

Πρέπει να κοιτάξουμε λίγο  και τη ζωώδη καταγωγή μας. Το λένε και οι ζωολόγοι. Αρκετά με τον «ανθρωπισμό» της πολυθρόνας.

 

14.10.19 Μόλις ξυπνάω κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή.  Οφείλω να απαντήσω κατ΄αρχήν σε μερικούς που σχολιάζουν το Ημερολόγιο  κι είναι  μια ευχάριστη ρουτίνα πια κι ένα είδος υποχρέωσης μαζί, σε όσους παίρνουν σοβαρά τα ασήμαντα.  Πρώτα έστελνα το Ημερολόγιο σε  πέντε φίλους, μετά οι  παραλήπτες έγιναν δεκαπέντε, τώρα ετσιθελικά έφτασα τους 150.

Σήμερα είναι μια άχαρη μέρα. Συνεχίζεται το καλοκαίρι αλλά βλέπω  μια κιτρινίλα παντού.

Κλείνω ραντεβού για ενδοσκοπήσεις στο Ιατροπολις στις 23.10.19 κι αρχίζω να κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα, ενώ η κοπέλα με πληροφορεί μια ώρα για τις έξτρα χρεώσεις για βιοψίες , μέθη κλπ. λες κι αυτό είναι το θέμα.

Με τον καιρό είναι φυσικό να χάνεις τα φτερά σου και το πέταγμα, είναι φυσικό να μιλάς για τις επιτυχίες των άλλων, κι όχι για τις δικές σου.

Με σφαίρα στα πλευρά  και με αίμα στο τζιν κι ας της είχα πει  χτες ότι πεθαίνω. (Στους τοίχους του αναρχικού Βόλου το αλίευσε ο ξάδελφος Μιχάλης)

-Το 1863 στις  14 Οκτωβρίου ο Άλφρεντ Νόμπελ πατεντάρει την παρασκευή της νιτρογλυκερίνης. Από την εφεύρεσή του αυτή θα κερδίσει πολλά χρήματα ικανά για να συντηρούν μέχρι σήμερα το Ίδρυμα Νόμπελ που απονέμει τα ομώνυμα βραβεία. Βραβεύσεις που στηρίζονται σε χρήμα από εκρηκτικά. «Στο μεροκάματο του τρόμου»  ο Υβ Μοντάν υποδύεται ένα νταλικέρη που μεταφέρει βαρύ  φορτίο νιτρογλυκερίνης σε επικίνδυνη περιοχή. Η κατάληξη είναι τραγική.

15.10.19  Τριτη. Ο Πούτιν χάρισε γεράκι στον άραβα βασιλέα Σελεϊμάν κι αυτό τους κουτσούλησε. Αυτός ο Πούτιν  πάει γυμνός στα αγκάθια και στα χιόνια, κάνει ελληνορωμαϊκή, ιππεύει ημίγυμνος ,  πετάει με ελικόπτερο κατεβαίνει στα τάρταρα με υποβρύχια, παίζει μονά ζυγά.  Τι ηγέτης, τι στιλ, τι κορμοστασιά! Η Γκεπεού ως μοντέλο. Από την άλλη έχουμε λίγο Τραμπ, πολύ Ερντογάν και το σνομπ Νάρκισσο της γηραιάς Αλβιόνος που πειραματίζεται και ηδονίζεται με τη χρεοκοπία.  Ο κόσμος σε καλά χέρια, η πατρίς σε ακόμη καλύτερα, εξόχως ικανά βεβαίως.

-Διοργανώνεται το Σ.Κύριακο διήμερο στην Ύδρα  για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου ποιητή Μίλτου Σαχτούρη (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919).  Θα ήθελα να πάω αλλά δεν τραβάει η ομάδα.

-Στις 15 του Οκτώβρη του 1837 ιδρύεται η Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Εκεί παρακολουθώ τακτικά τις εκθέσεις ζωγραφικής  των τελειόφοιτων ενώ στην Πειραιώς διοργανώνονται  συχνά πολυεθνικά Φεστιβάλ  με ωραία κονσέρτα.

16.10.19   Τετάρτη Πηγαίνω σε συνάντηση Culture through Politics που διοργανώνει η  Μυρσίνη στις εξήμιση  στο Καφέ  των εκδόσεων Γαβριηλίδη «για να μοιραστούμε τα νέα μας, να ανανεώσουμε τη φιλία μας και να συζητήσουμε ελεύθερα ιδέες για την κρίσιμη σχέση «πολιτισμού, τέχνης και πολιτικής» και ό,τι αυτό σημαίνει για τον καθένα και την καθεμιά μας». Ωραία αλλά με πίεση  χρόνου  γιατί είναι  μία μοναδική  ευκαιρία στις οκτώ η ώρα να ακούσω επιτέλους τον σπουδαίο Άγγλο ποιητή Sean Bonney που απαγγέλλει στο Καφέ Λοκομοτίβα, στα Εξάρχεια.

Φτάνω με πέντε λεπτά καθυστέρηση στο καφέ των Εκδόσεων ΓΑΒ γιατί αγόρασα και μπανάνες από τον υπαίθριο στο Μοναστηράκι και δεν βλέπω καθόλου κόσμο στο Καφετέρια, ούτε στην αυλή.  Περίεργο, τι έγινε η Μυρσίνη;  Εντάξει πάω τουαλέτα γιατί έχω πιει τσάγια, έχει αρχίσει στο μεταξύ να τρέχει και η μύτη μου από τις άπειρες γυροβολιές που κάνω, άλλωστε  ανήκω στις «ευπαθείς ομάδες» πια. Ξεφυλλίζω για λίγο τις ωραίες εκδόσεις μέσα στο Καφέ αλλά νάτος πάλι ο χυδαίος ρεαλισμός. Απολαύστε τίτλο μυθιστορήματος της  «συγγραφέως»  Μαρίας Κούλη:  «Βρε άντε και σιχτίρ». Ναι, ναι, ακριβώς, αυτό που διαβάσατε. Βρε άντε και σιχτίρ !  Ο ψαγμένος  εκδότης με την ωραία καφετέρια και τις λαμπρές εκδηλώσεις, φαίνεται ότι θέλει και κάτι πιασάρικο και κάτι γαργαλιστικό. Τουλάχιστον ο Χαριτόπουλος, δεν το συζητάμε, είναι γραφιάς, έχει άποψη (που μπορεί να μη μας αρέσει και να διαφωνούμε κάθετα) ,αλλά  είναι της πιάτσας, είναι  ροκ, έχει γράψει και για τους άτακτους του Βελουχιώτη. Αυτή η καϋμένη  τι είναι εδώ; Ξεφυλλίζω το πόνημά της  κι είναι ακόμη χειρότερο από τον τίτλο. Ρωτάω την κοπελίτσα στο ταμείο: Ήτανε να γίνει μία συνάντηση εδώ  στις εξήμιση, ναι, μου λέει έχει αρχίσει στον πρώτο όροφο. Όχι ρε γαμώτο, έχει και πρώτο όροφο ο Γαβριηλίδης;  Κάνω ότι ξέρω την Αθήνα και δεν ξέρω τίποτα.

Ανεβαίνω ενοχικά  βγάζω την κεφαλή μου σαν στρουθοκάμηλος και βλέπω μία ομάδα γυναικών να συζητάει ησύχως. Μπα, άστο Τζουμάκα, πάμε στον ποιητή. Χάνουμε τη Μυρσίνη.

Το παίρνω με το πόδι, άλλωστε  έχω αρκετό χρόνο για να πάω στην εκδήλωση  των Εξαρχείων.

Στην πλατεία Εξαρχείων  ακούγονται από μακριά ντάμπα ντούμπα με χιπ χοπ μουσική για συμπαράσταση σε απολυμένο ντελιβερά από το σύλλογο με τα δίκυκλα. Το  πιο λούμπεν κοινό της Αθήνας εδώ, συγκινητικά τρισάθλιο,   ζωντανά πτώματα και βαποράκια, ένα άρρωστο σκυλί κι ένας χλωμός ασπρομάλλης συνδικαλιστής διακινεί το έντυπο του συλλόγου. Τα ηχεία παίζουν «γουρουνάκι στη Γάστρα» και κατεβαίνω  την οδό Σολωμού μέσα σε κίτρινα φώτα, το σύνθημα στο τοίχο λάμπει «Στη σκιά επιβιώνω και μέσα στη φωτιά ζω»,  σκουπίδια σκορπισμένα μπροστά σε κατεβασμένα ρολά με σπουδαία γκράφιτι που φωτογραφίζω. Μια πολυκατοικία είναι βαμμένη ζούγκλα με ελέφαντες και υπερμεγέθη πτηνά, λίγο  πιο κάτω από το γνωστό   υπόγειο  ΑΝ που συνάντησα  παλιά την Πρόξενο σε συναυλία των Χειμερινών κολυμβητών κι ήπιαμε μετά καφέ στα Δυο Περιστέρια,  μου διηγείτο το δράμα της με τον πρέσβη και τη δύσκολη ζωή στη χώρα με τα κουνούπια.

Προς το τέλος της Σολωμού έχουν ανοίξει δυο τρία ωραία μπαράκια με κατάληξη το μπαρ Λοκομοτίβα.

Ο Sean Bonney θα παρουσιάσει το ποιητικό του έργο, θα διαβάσει ποιήματα, θα μιλήσει για «τις μέρες του σφοδρότερου θυμού μας», για την «εξέγερση που αντικαταστάθηκε απ’ το κελάηδισμα», για τα φωνήεντα που βρίσκονται στα χέρια του εχθρού. Θα μας θυμίσει γιατί είναι σημαντικό να τα πηγαίνουμε καλά με τους γείτονές μας, θα μας εξηγήσει γιατί «ο παράδεισος είναι καταστροφή».  Όλα αυτά ακούγονται υπέροχα, αλλά «Θα αργήσουμε να ξεκινήσουμε», λέει μία κοπέλα που οργανώνει το χώρο, μετά τις εννιά. Ωχ, ακόμη ούτε οκτώ δεν πήγε, τι κάνω τώρα που τρέχει η μύτη μου. Κάθομαι απέξω είναι ζεστή βραδιά για Οκτώβρη μήνα   αλλά  μάλλον κρυώνω και εντούτοις ξεφυλλίζω  «Παρίες ανάμεσα στους παρίες» της Κατερίνας Μάτσα που αγόρασα στο μπαρ  -οι  διάφοροι τίτλοι παρέπεμπαν σε  τσοτσκισμό.  Δεν έρχεται ακόμη κανείς να ακούσει  Bonney, έχω τη Φρανσουάζ Ντολτό  στο σακ βουαγιάζ «Για τη μοναξιά» και βάζω μέσα στην τσάντα τη Μάτσα.

Ποιος θα πει τη μοναξιά των εραστών καθώς εγκλωβίζονται  στην αδυναμία της επικοινωνίας των αδιαφανών σωμάτων τους μετά την περίπτυξη που τους κατευνάζει.

Ποιος θα πει τη μοναξιά μιας μητέρας μπροστά στον ύπνο του παιδιού της που προμηνύει το άγνωστο,  τη μοναξιά του πατέρα μπροστά στην τυφλή εμπιστοσύνη του παιδιού στη γυναίκα.

Ποιος θα πει τη μοναξιά του πλούσιου που έχει και όλοι τον φθονούν, τη μοναξιά του πένητα που ντρέπεται επειδή  επιθυμεί και δεν έχει τίποτα να προσφέρει, τη μοναξιά του παιδιού που το περνούν για παιχνίδι, τη μοναξιά του ανάπηρου, του άρρωστου, των ηλικιωμένων κλπ Φρανσουάζ Ντολτό

Εντάξει, δεν μπαίνουν όλες οι «μοναξιές» στο ίδιο τσουβάλι, ειδικά πλούσιος και πένητας, μαζί νύχτα και μέρα, φίλη Ντολτό.

Όταν έρχεται ο ποιητής κι ακολουθούν αγγλομαθείς κι επήλυδες με κόκκινες γενειάδες έχει περάσει η ώρα, έχω αρχίσει να βήχω κιόλας. Μόλις αρχίζει η περφόρμανς αποχωρώ  και το Πεδίον του Άρεως μου φαίνεται  συρματόπλεγμα στο λαιμό.