Γιατί μισούν τόσο πολλοί και τόσο πολύ τον ΣΥΡΙΖΑ;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Για τους στοιχειωδώς αντιλαμβανόμενους την πραγματικότητα η περίπτωση της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με τα πολιτικά κοινά, συνιστά μια παραδοξότητα.

Βεβαίως, παραδοξότητα όχι σχετικά με την προέλευση των κοινών αυτών, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους έλκουν την καταγωγή τους από τον ευρύτερο  λεγόμενο δημοκρατικό-προοδευτικό χώρο. Χώρο, που από το 2010 και μετά αντιμετώπισε τεράστια κρίση αντιπροσώπευσης, για λόγους που -σε κάθε περίπτωση- είναι κατανοητοί σ’ όλους, ανεξαρτήτως αν το ομολογεί αυτό στον εαυτό του δημοσίως ο καθένας από μας, ή όχι.

Για να το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, από την αρχή: Προφανέστατα οι πέραν του ΣΥΡΙΖΑ άλλες κεντρο-αριστερές πολιτικές δυνάμεις που απευθύνθηκαν την περίοδο 2010-2019 στα ίδια κοινά του λεγόμενου δημοκρατικού-προοδευτικού χώρου (ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ, ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Βαρουφάκης κ.λπ.), απέτυχαν -για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία- να καταστούν μέρος της λύσης του μεγάλου αυτού προβλήματος πολιτικής εκπροσώπησης και περισσότερο συνέβαλαν στην ενδυνάμωση του ίδιου προβλήματος, παρά στον πολιτικό χειρισμό του.

Έχω την εντύπωση ότι είναι αρκετά σαφές, επίσης, γιατί κάθε μία από τις παραπάνω πολιτικές δυνάμεις απέτυχε σ’ αυτό το πεδίο κι έτσι δεν χρειάζεται να επεκταθούμε πολύ σ’ αυτήν την συζήτηση.

Το πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η δεδομένη συντριπτική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην εκπροσώπηση του ίδιου χώρου και μάλιστα με όρους διαφαινόμενης ως στρατηγικής εμπέδωσής του στα εν λόγω πολιτικά κοινά.

Έχοντας, λοιπόν, περίπου σαφή εικόνα της προέλευσης των κοινών του ΣΥΡΙΖΑ θα επικεντρωθώ  σ’ αυτό που με ενδιαφέρει εδώ: Τί είναι αυτό που συνδέει τόσο ετερόκλιτες μεταξύ τους πολιτικές δυνάμεις σε μια σκληρή αντι-ΣΥΡΙΖΑ γραμμή;

Νομίζω πως δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο απαντήσεις στο ερώτημα:

1η απάντηση: Ο ΣΥΡΙΖΑ ως διακυβέρνηση όντως κατέστρεψε τη χώρα –δηλαδή, το κεντρικό σημείο αφηγηματικής σύμπτωσης των ίδιων ετερόκλιτων αυτών πολιτικών δυνάμεων για την περίοδο 2015-2019. Επομένως, λογικά συνάγεται από την ερμηνευτική αυτή εκδοχή του τί προκαλεί όλο αυτό το μίσος, ότι δεν πρόκειται για κάτι άλλο, από μια πραγματική αντίδραση της πλειοψηφίας των κατεστραμμένων πολιτών, που αρθρώνεται σε ενιαία εκ του αποτελέσματος στάση κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

2η απάντηση: Υπάρχουν άλλοι λόγοι για το ίδιο αυτό κοινό μίσος, οι οποίοι δεν ομογενοποιούνται σε άλλο πεδίο, εκτός του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είτε γινόμενος αισθητός ως απειλή, είτε ως «περιοχή» δυνάμει προσέλκυσης πολιτικής πελατείας από τις άλλες ετερόκλιτες μεταξύ τους πολιτικές δυνάμεις της κεντρο-αριστεράς, κατέστη «στόχος» όλων των άλλων κομμάτων του δημοκρατικού-προοδευτικού χώρου.

Θεωρώ ότι η 1η απάντηση δεν είναι πλέον παρά μια «κουρασμένη» πολιτική συζήτηση! Έχω τη βεβαιότητα ότι όλοι στην πραγματικότητα γνωρίζουν την αλήθεια, ανεξάρτητα του τι γράφεται και υποστηρίζεται δημοσίως, από τον καθένα μας. Και είναι επί πλέον πολύ καθαρό με πόσο παραμορφωμένο τρόπο έχει εκτεθεί η αλήθεια αυτή στα ματιά όλων μας λόγω των μέσων ενημέρωσης (απολύτως συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης και με εξ ίσου συγκεκριμένα κίνητρα και δημόσιο λόγο).

Ας αρκεστούμε λοιπόν στην αλήθεια που ασπάζεται ο καθένας μας –άλλωστε στον εαυτό του σε τελευταία ανάλυση αποδίδει λογαριασμό έκαστος, αν νομίζει ότι το πολιτικό μίσος του αντισυριζισμού προέρχεται από την τόσο μεγάλη καταστροφή που προκάλεσε εκείνος κυβερνώντας σε συνέχεια άλλων λιγότερο καταστροφικών ή ακόμη και «διασωστικών» διακυβερνήσεων, ή αν κατανοεί και αποδέχεται τον πλασματικό χαρακτήρα αυτής της αφήγησης όποιες πολιτικές απόψεις κι αν έχει. Νομίζω πως στο σημείο αυτό δεν υπάρχει πλέον άλλο περιθώριο δημόσιου διαλόγου και όσο συνεχίζουμε να το κουβεντιάζουμε αδικούμε τον εαυτό μας και τις νοημοσύνες μας! Η οριστική θέση του καθένα μας για την καταστροφή αυτή, ή όχι, έχει κατασταλαχτεί και δεν απομένει παρά η βάσανος του χρόνου για να δοκιμαστεί κάποιος στον καθρέφτη της ιστορικής του δικαίωσης, ή, αντιθέτως, της αναγνώρισης ενώπιος-ενωπίω ότι υπήρξε θύμα παραπλάνησης, καθώς και το τι μερίδιο εξατομικευμένης ευθύνης φέρει για την εθελούσια προσχώρησή του στην ίδια πλάνη.

Ας μείνουμε, λοιπόν, εδώ, στην προστιθέμενη μάζα πολιτικού μίσους κατά του ΣΥΡΙΖΑ!

Διαπιστώνω δύο βασικές γραμμές ερμηνείας του φαινομένου τόσο έντονου και συσσωρευμένου πολιτικού μίσους:

– οι εξοργιζόμενοι από την απώλεια κρίσιμου πολιτικού χώρου και του συνεπαγόμενου από τον χώρο αυτόν μερίσματος εξουσίας για εκείνους, και

– οι ιδεολογικά αντιδιαστελλόμενοι από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Πιστεύω βαθύτατα ότι με εξαιρετική ευκολία προκύπτει σε ποια κατηγορία από τις δύο αυτές εντάσσονται ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ, ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Βαρουφάκης κ.λπ. Το εάν  η «ευκολία» αυτή «βολεύει» τις απόψεις κάποιου, ή εάν τις «ξεβολεύει», είναι μια άλλη συζήτηση, που κι αυτή όμως εύκολα οδηγεί σε συμπεράσματα για την εξατομικευμένη στάση του καθένα μας. Όπως, επίσης, με ευκολία διακρίνεται ποιο από τα πέντε πολιτικά κόμματα και σχήματα που προανέφερα θα μπορούσε να μισεί τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή «τού πήρε τις καρέκλες», απλούστατα διότι μόνον ένα απ’ αυτά, το ΚΙΝΑΛ, κατείχε κρατική εξουσία και θρηνεί για την απώλειά της. Τα υπόλοιπα, μόνο εμμέσως και συμβολικά  θα μπορούσε να αποδοθεί σε καθένα απ’ αυτά «θυμός» από απώλεια μερίσματος εξουσίας.

Οφείλω, επίσης, να εντοπίσω τη διαφοροποίηση σημαντικού μέρους των εναπομενουσών μικρών επιρροών του ΚΙΝΑΛ στους πολίτες (δηλαδή εδώ έχουμε να κάνουμε με μια άτυπη διάσπαση στο εσωτερικό του): είναι όσοι διαφοροποιούνται από τους αντιλαμβανόμενους τον εαυτό τους ως δικαιωματικούς «κτήτορες της εξουσίας», που φυσικά κάθε αμφισβήτηση του εν λόγω δικαιώματός τους, στο μυαλό τους ενσταλάζεται ως «εκτροπή».

Όσοι από το ΚΙΝΑΛ διαφωνούν μ’ αυτά είναι πολίτες εκπροσωπούμενοι από το ΚΙΝΑΛ, που δεν μισούν τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή τούς πήρε κάποια «καρέκλα εξουσίας», αλλά επειδή διακρίνουν ιδεολογικές διαφορές με εκείνον, τόσου και τέτοιου βάθους, ώστε να εκτείνονται σε πεδία «πολιτικού μίσους». Εάν και πόσο υπαρκτό έρμα διαθέτει το βάθος που ισχυρίζονται ότι έχει η διαφωνία τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, τελεί υπό κρίση!

Επίσης, υπογραμμίζω, τη διαφορετικότητα της περίπτωσης του ΚΚΕ, του μόνου πολιτικού οργανισμού που εξ αρχής (έστω και χωρίς ρητή δήλωσή του περί τούτου) δεν επιθυμεί και δεν διεκδικεί διαχείριση εξουσίας ή μέρος αυτής. Περιοριζόμενο εξ αρχών στην διεκδίκηση για τον εαυτό του της μόνης αξιόπιστης ερμηνείας των αδιεξόδων του καπιταλισμού και αναμένοντας υπομονετικά τη νομοτέλεια επέλευσης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην εξουσία (ασαφής παραμένει ο βαθμός ανοχής του κόμματος σε αποκλίσεις του μοντέλου επαναστατικής κατάληψής της από τους εργάτες, ως μόνης δόκιμης μεθόδου ευόδωσης των στρατηγικών στόχων του κόμματος).

Για το ΚΚΕ είναι προς διερεύνηση εάν και κατά πόσον οι «επιταχυντές ρεβιζιονισμοί» που διασπούν τη δική του παραδοχή  νομοτελειακής ωρίμανσης της εργατικής εξουσίας, προκαλώντας «οππορτουνιστικές» εκτροπές ριζοσπαστικοποιημένων ταξικών κοινών που δεν υποτάσσονται στις επιταγές της κουκουέδικης νομοτέλειας και βιάζονται να διεκδικήσουν την πολιτική αλλαγή, μπορεί να εξηγεί γιατί τόσο μίσος κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ή εάν έχουμε να κάνουμε με εμμονές μιας κομματικής γραφειοκρατίας.

Άφησα για το τέλος το μίσος της δεξιάς! Εδώ υπό τη συνθήκη μιας ακροδεξιάς υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η εξήγηση γιατί τόσο έντονο πολιτικό μίσος είναι απλούστερη! Με βαθύτατα ριζωμένη στην παράταξη αυτή την εντύπωση προνομιακής σχέσης με την κρατική εξουσία, όλα αποκαλύπτονται.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η συνταύτιση της παραδοσιακής εγχώριας δεξιάς πολιτικής παράταξης με συστοιχίες σκληρών κύκλων συμφερόντων (πολιτικών, οικονομικών και εκδοτικών) έχει προσδώσει στην αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά άτυπης εμφυλιοπολεμικής διένεξης, στα μέτρα φυσικά της εποχής. Μάλιστα, η σε σημαντικό μέρος υποκατάσταση της πολιτικής διαδικασίας αντιπαραθέσεων μεταξύ κομμάτων με όρους λειτουργούσας δημοκρατίας από μηχανισμούς παραεξουσιών, τείνει να επικαθορίσει απολύτως και το μετεκλογικό σκηνικό, ως αποτέλεσμα μιας διακυβέρνησης που δεν ασκείται υπό τη νομιμοποίηση μιας εκλεγμένης κυβέρνησης, αλλά υπό τις επιταγές ενός μπλοκ εξουσίας, που δεν ταυτίζεται με το κόμμα της Ν.Δ..