Πολυτεχνείο: Η επιχείρηση υποβάθμισης μιας εξέγερσης του τότε και η δαιμομονοποίηση των λαϊκών κινητοποιήσεων κάθε εποχής

Γράφει η Σοφία Χανή

Εξέγερση του Πολυτεχνείου, Νοέμβρης του 1973. 46 χρόνια μνήμης και ζωντανού αγώνα και διεκδίκησης αλλά και 46 χρόνια λασπολογίας, ψεμάτων και προσπαθειών μείωσης της ιστορικής αξίας του αγώνα των φοιτητών και όχι μόνο κατά της Χούντας από συγκεκριμένα κομμάτια της κοινωνίας, και βέβαια και από τον χώρο της Δεξιάς που ανέκαθεν είχε μια δυσφορία θα λέγαμε απέναντι στην επέτειο. Φέτος ειδικά, η 17η Νοεμβρίου 2019 μας βρίσκει εν μέσω φορτισμένου κλίματος λόγω του πρόσφατου οργίου καταστολής και αστυνομοκρατίας σε χώρους πανεπιστημίου, όπως της ΑΣΟΕΕ, και όχι μόνο, δημιουργώντας δυσάρεστους συνειρμούς ενόψει της επετείου αλλά και ανησυχία για περαιτέρω αυταρχικοποίηση της καταστολής όπως και ακόμα πιο σκληρή επιβολή του δόγματος του «νόμου και της τάξης» στο εγγύς μέλλον. Κι ενώ παρακολουθούμε ένα σόου λασπολογίας και συκοφάντησης από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και πλήθος πολιτικών (του κυβερνώντος κόμματος και όχι μόνο) κατά των φοιτητών που διαμαρτύρονται και βγαίνουν στους δρόμους τις τελευταίες μέρες, δεν γίνεται να μην πάει ο νους μας στις απόπειρες συκοφάντησης και της ίδιας της μνήμης του Πολυτεχνείου αλλά και γενικότερα των λαϊκών εξεγέρσεων και διαμαρτυριών.

Κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο και την πτώση της Χούντας λίγους μήνες μετά, μέχρι και σήμερα, μια συνεχόμενη προσπάθεια συκοφάντησης και αμαύρωσης της εξέγερσης λαμβάνει χώρα. Μια προσπάθεια που διεξάγεται βέβαια συστηματικά από τους απροκάλυπτα νοσταλγούς της Χούντας και τους φασίστες, αλλά όχι μόνο όπως θα δούμε παρακάτω.
Λέγεται μεταξύ άλλων ότι «δεν υπήρξαν οι νεκροί του Πολυτεχνείου», ότι «κανένας δεν ταυτοποιήθηκε» και φέρνουν προβοκατόρικα το γνωστό παράδειγμα της «Ηλένιας», ότι το τανκ δεν συνέθλιψε θανάσιμα κανένα φοιτητή ή φοιτήτρια κατά την εισβολή του στο χώρο του Πολυτεχνείου και επιμένουν θέτοντας εν τέλει το ζήτημα των νεκρών σε χωροταξική βάση, αφού λίγο πολύ λένε ότι οι δεκάδες νεκροί που δολοφονήθηκαν στην πιο φονική έκφανσή καταστολής των τελευταίων δεκαετιών (από ελεύθερους σκοπευτές στα γύρω κτίρια μεταξύ άλλων) δεν θεωρούνται «νεκροί του Πολυτεχνείου» μιας και δεν δολοφονήθηκαν μέσα στα ακριβή τετραγωνικά μέτρα του ΕΜΠ. Πέραν του ότι προφανώς όταν μιλάμε για νεκρούς του Πολυτεχνείου δεν μιλάμε για το ίδιο το κτίριο αλλά για την γενικότερη εξέγερση που έλαβε χώρα αυτές τις μέρες και η οποία έλαβε ως απάντηση άγρια και φονική καταστολή από το καθεστώς της Χούντας, στην πραγματικότητα, και παρά τα όσα λένε οι αρνητές του Πολυτεχνείο, μιλάμε για τεκμηριωμένη ύπαρξη συνολικά 40 νεκρών, εκ των οποίων 24 ταυτοποιημένοι και 16 ανώνυμοι, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών το 2004 (για να μην αναφέρουμε καν τους επίσης καταγεγραμμένους χιλιάδες τραυματίες εκείνων των ημερών).

Βέβαια η ετήσια και όχι μόνο προσπάθεια υποβάθμισης της επετείου, που μάλιστα πολλοί δεν διστάζουν να συνοδεύσουν με κραυγές περί κατάργησης του εορτασμού μεταξύ άλλων και στα σχολεία και εξυπνάδες (ή και όχι ) περί απαγόρευσης συμμετοχής των παιδιών τους στη σχολική γιορτή, κορυφώνεται στην προσπάθεια απαξίωσης της εξέγερσης ως γεγονότος τόσο στη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδος όσο και αμφισβήτησης του καθοριστικού ρόλου που έπαιξε στην αποσταθεροποίηση και μετέπειτα κατάρρευση της Χούντας. Γίνεται θα λέγαμε μια ύπουλη προσπάθεια να παρουσιαστεί το Πολυτεχνείο στην καλύτερη ως μια τρύπα στο νερό, αν όχι ως μια «καταστροφικής απερισκεψίας» ή «προβοκάτσιας» μιας και παρουσιάζεται να οδήγησε στην Χούντα του Ιωαννίδη και άρα με τον τρόπο του (και με ένα περίεργο λογικό άλμα) στην τουρκική εισβολή και διχοτόμηση της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974, υπονοώντας προκλητικά ότι η εξέγερση ευθύνεται για την τραγωδία της Κύπρου, και εξωραΐζοντας αν όχι αθωώνοντας τους πραγματικούς υπεύθυνους, αυτούς δηλαδή που ακόμα κάποιοι μακαρίζουν ως «πατριώτες» και που προκάλεσαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου που άνοιξε τις πόρτες (όχι αυτές με τις οποίες υποτίθεται ότι «κοιμόμασταν με αυτές ανοιχτές» όπως λένε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας) για τον Αττίλα.

Αυτή η κάπως πιο «μετριοπαθής» προσπάθεια απαξίωσης της σημασίας του Πολυτεχνείου, που συνήθως γίνεται από κεντροδεξιούς και πιο φιλελεύθερος κύκλους αντίθετα με τους γνωστούς ακροδεξιούς και φασίστες υμνητές της χούντας, που υποδεικνύει την εξέγερση ως υπαίτιο λίγο πολύ της χούντας Ιωαννίδη και άρα και της διχοτόμησης της Κύπρου μέσω πολλών λογικών αλμάτων, ύπουλα προσπαθεί να μειώσει την αξία του κινήματος και καταφέρνει δυστυχώς να πείσει όσα άτομα αγνοούν ότι το πραξικόπημα Ιωαννίδη κατά του Παπαδόπουλου ετοιμαζόταν καιρό πριν και ότι το Πολυτεχνείο έκανε ανεπανόρθωτη ζημιά στο καθεστώς και στην ομάδα των συνταγματαρχών και βέβαια ματαίωσε την προσπάθεια «φιλελευθεροποίησης» της χούντας μέσω της κυβέρνησης Μαρκεζίνη. Μια προσπάθεια που θα οδηγούσε σε μια δικτατορία με δημοκρατικό «άλλοθι» και προσωπείο και μια κυβέρνηση υπό τον έλεγχο ουσιαστικά του στρατού η οποία θα κρατούσε για χρόνια ακόμα, θυμίζοντας ένα καθεστώς σαν αυτό που είχε η Τουρκία τις προηγούμενες δεκαετίες. Βέβαια μια τέτοια απολύτως ελεγχόμενη και μακροχρόνια πιθανόν μετάβαση προς τη δημοκρατία θα βοηθούσε και στο να πέσουν οι πραξικοπηματίες στα μαλακά αν όχι να μη λογοδοτήσουν καν για τις πράξεις τους. Τέλος, η προσπάθεια συκοφάντησης του Πολυτεχνείου είναι ελλιπής χωρίς την αναφορά στην «καταστροφική γενιά του Πολυτεχνείου» που «ρήμαξε τη χώρα» σε μια επιχείρηση τσουβαλιάσματος και χαρακτηρισμού ολόκληρης της εξέγερσης και των αγωνιστών που έλαβαν χώρα σε αυτήν με πολιτικά πρόσωπα που αργότερα εξαργύρωσαν και εκμεταλλεύτηκαν τη συμμετοχή τους στο Πολυτεχνείο με πολιτικές θέσεις και κομματική ανέλιξη.

Η αμηχανία έως και δυσφορία λοιπόν του χώρου της Δεξιάς εκδηλώθηκε ήδη από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όπως φάνηκε από την απουσία του κόμματος της ΝΔ και του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή στους πρώτους εορτασμούς της επετείου, και θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξηγείται τόσο από την αδιαμφισβήτητη κοινή καταγωγή με τους πραξικοπηματίες από την ίδια ιδεολογική μήτρα (χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό σε καμία περίπτωση ότι όλα τα άτομα που ανήκουν πολιτικά στη Δεξιά στήριζαν, συμφωνούσαν ή έστω ανέχονταν τη Χούντα), όσο και στην αμηχανία και ενόχληση τους απέναντι σε μαζικά λαϊκά κινήματα από τα κάτω που ακολουθούν τον δρόμο της συλλογικής διεκδίκησης, μιας βροντερής διαμαρτυρίας ενάντια όχι μόνο σε δικτατορίες αλλά και σε εξουσίες με αντιλαϊκά αντανακλαστικά, ταξική τοποθέτηση και αυταρχικές μερικές φορές τάσεις.

Η προσπάθεια συκοφάντησης λοιπόν των λαϊκών κινημάτων και διεκδικήσεων από τον δεξιό πολιτικό χώρο και το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα εξουσίας ευρύτερα, κορυφώνεται ακόμα μια φορά τελευταία με λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον των φοιτητών που αγωνίζονται για την υπεράσπιση του δημοσίου χαρακτήρα της παιδείας ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης και το σχέδιο της για την παιδεία που περιλαμβάνει διαγραφές φοιτητών (ν+2) και εξίσωση των πτυχίων των δημοσίων πανεπιστημίων με τα πτυχία ιδιωτικών κολεγίων μεταξύ πολλών άλλων, ενάντια στην κατάργηση του ασύλου και στη συνεχή υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Κι ενώ το δόγμα του νόμου και της τάξης έφτασε σε κρεσέντο πριν λίγες μέρες με την εισβολή των ΜΑΤ στο προαύλιο της ΑΣΟΕΕ και την ακραία ρίψη χημικών και κρότου λάμψης ενάντια σε άοπλους φοιτητές που δεν είχαν δίοδο διαφυγής και ήταν αποκλεισμένοι σε έναν μικρό χώρο, χωρίς καν να αφήνει τους τραυματισμένους να εγκαταλείψουν εύκολα το χώρο προς χορήγηση ιατρικής βοήθειας. Έπειτα, κι ενώ χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο κλίμα καταστολής και αστυνομοκρατίας που πλέον θα αλωνίζει μέσα στις σχολές με στόχο άοπλους φοιτητές, με χέρια σηκωμένα και χωρίς μολότοφ και «συριακά όπλα» όπως ακούσαμε να λέγεται, ήρθε βέβαια και το σόου λασπολογίας.

Σε αυτό το σόου λασπολογίας και συκοφάντησης λοιπόν ακούσαμε ότι όλος αυτός οι φοιτητόκοσμος που εξεγείρεται δεν είναι καν φοιτητές, ότι τώρα θυμήθηκαν να βγουν στους δρόμους μετά από 4,5 χρόνια κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (λες και ξεχνάμε τις κινητοποιήσεις κι επί ΣΥΡΙΖΑ του φοιτητικού κινήματος ενάντια σε νόμο Γαβρόγλου κι όχι μόνο ή την καταστολή στην πορεία των εκπαιδευτικών στην αρχή του έτους που είχε αποτέλεσμα να ανοίξουν κεφάλια διαδηλωτών), ότι είναι αλήτες και τρομοκράτες και ότι δεν βλέπουν τα πανεπιστήμια ως χώρο μάθησης αλλά ως χώρο ανομίας. Όσο βέβαια κι αν προσπαθούν κάποιοι δημοσιογράφοι (που λειτουργούν και ως άτυπα γραφεία τύπου κομμάτων) και πολιτικοί να δαιμονοποιήσουν το φοιτητικό κίνημα και να εξισώσουν τους διαμαρτυρόμενους φοιτητές με «μπαχαλάκηδες», δεν φοβίζουν το φοιτητόκοσμο που συνεχίζει να οργανώνεται και να σηκώνει κεφάλι απέναντι σε αυτούς που υποβαθμίζουν τη ζωή του.

Μπορεί πολλοί να θεωρούν κλισέ και ξεπερασμένα τα γνωστά συνθήματα της επετείου του Πολυτεχνείου, μεταξύ των οποίων και αυτό που λέει ότι οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν σε μουσεία. Όσο παρωχημένο κι αν τους ακούγεται όμως, ποτέ το Πολυτεχνείο όπως και κάθε παλλαϊκή εξέγερση δεν έμεινε στη βιτρίνα και στην μουσειακή προθήκη της ιστορίας. Παραμένει παλλόμενη και ζωντανή συνθήκη, μια συνθήκη που δεν εξαντλείται σε έναν απλό εορτασμό και σε ξύλινα λόγια που προσπαθούν να την καταστήσουν ακίνδυνη και φιλική προς πάσα εξουσία και σύστημα, αλλά που αποτελεί έναν συνεχή δρόμο πάλης και διεκδίκησης για ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία, ισότητα και ικανοποίηση των λαϊκών συμφερόντων κι αναγκών.

Κι εν τέλει όπως δείχνει και αυτή και άλλες εξεγέρσεις, όταν κάποιες «μειοψηφίες» χιλιάδων και πλέον ξεσηκώνονται τότε οι εξουσίες κάμπτονται και η ιστορία τελικά ακούει.