+Plus

Η εθνική ομοιογένεια στον 21ο αιώνα

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Στη δίνη της σοβαρότερης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανασυγκρότησης των παγκόσμιων ισορροπιών, η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση, στο πλαίσιο της οποίας κάθε χώρα επιχειρεί να βρει το δικό της βηματισμό προς το μέλλον. Αλλαγές, διενέξεις, συγκρούσεις και άλλα τοιαύτα, υπό την οπτική αυτή ερμηνεύονται πολύ εναργέστερα, σε σύγκριση με εξηγήσεις των αντιθέσεων ερματισμένες αποκλειστικά σε τοπικές (ή το πολύ-πολύ περιφερειακές) αναγνώσεις των πραγμάτων –αναγκαίες και χρήσιμες μεν, ανεπαρκείς δε…

Έχω την εντύπωση ότι όσο ευρύτερη γωνία θέασης στον κόσμο έχει κάθε χώρα στον διαρκή παγκόσμιο διαγκωνισμό επιζήτησης ζωτικών χώρων, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να τα πάει καλά. Αντιθέτως, χώρες και ηγεσίες εγκλωβισμένες σε περιφερειακής εμβέλειας προβληματισμούς, ως το τέλος της διαδρομής του 21ου αιώνα, εικάζω πως θα έχουν χάσει έδαφος.

Αυτός ο βαθμός εύρους θέασης των πραγμάτων, νομίζω πως μπορεί την ίδια στιγμή να εξηγεί το βάθος και τη φύση των κρίσεων που βιώνει ξεχωριστά κάθε χώρα. Κρίσεις δημοκρατικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές, κάθε περίπτωση συνθέτει  ένα διαφορετικό μίγμα παραμέτρων της αιτιώδους συνάφειας διαφόρων παραγόντων με το ίδιο το φαινόμενο της ανιχνευόμενης και αντιλαμβανόμενης ως παγκόσμιας κρίσης, τοπικά εντοπισμένης και υπό την τρέχουσα διαχείριση των πληθυσμών και των ηγεσιών τους. Όσο ευρύτερη θέαση κάθε χώρας τόσο περισσότερες πιθανότητες για καλύτερη τύχη, όσο στενότερη τόσο λιγότερες.

Για παράδειγμα, η πολιτική και οικονομική κρίση που υποφώσκει στη Γερμανία από τις τελευταίες εκλογές και μετά, είναι ολοφάνερο πως προέρχεται από την απροθυμία της μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας να κατανοήσει τον εαυτό της και τον ρόλο της στον κόσμο τις επόμενες δεκαετίες, πέραν του οικονομικού βάρους της στις εξελίξεις. Πώς; Για παράδειγμα, επιζητώντας αυξημένο λόγο στην ουσιώδη πτυχή της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας, εκτός του ευρώ- ως του κύριο συνεκτικού στοιχείου- και σε άλλα προτάγματα, πολιτικά, θεσμικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά. Θα φτάσει στο τέλος του αιώνα η Γερμανία να έχει ενισχύσει τη θέση της, χωρίς να έχει διευρύνει τη θέασή της στην υπόθεση της ευρωπαϊκής συνοχής πέραν του ευρώ; Νομίζω όχι!

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Κίνα. Ο απεγκλωβισμός της από την εσωτερική πολιτική προβληματική που έθεσε και εγκαθίδρυσε ο μαοϊσμός (άλλωστε, τα προβλήματα σταθεροποίησης, συνοχής και ενδυνάμωσης της χώρας, ανεξαρτήτως δημοκρατικότητας μεθόδων του, τα έχει επιλύσει από καιρό το «Κόκκινο Βιβλίο»), έδωσε μια ώθηση που απογείωσε αυθωρεί την Κίνα σε μια παγκόσμια δύναμη, ίσως σύντομα την ισχυρότερη όλων, η οποία δεν θα είχε λάβει χώρα αν δεν «άλλαζε σκέψη», περί τα τέλη του περασμένου αιώνα.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Κίνα έχει ήδη  κερδίσει το στοίχημα της εκατονταετίας και η Γερμανία κοντεύει ήδη να το χάσει!

Ενδεικτικό της γερμανικής ξηρασίας σε νέες οπτικές είναι η απολύτως άγονη συνεχιζόμενη δημόσια συζήτηση στη χώρα για τη δημοσιονομική χαλάρωση, ή όχι, όταν οι προκλήσεις που αφορούν σε εκείνη εκτείνονται σε τεράστιο φάσμα υποθέσεων, από τις ευρω-ρωσικές σχέσεις ως το προσφυγικό, θέματα στα οποία  παρατείνεται η ατελέσφορη τις τελευταίες δεκαετίες γερμανική εξωτερική πολιτική -πρακτικά ανύπαρκτη και ασήμαντη μετά την αναλαμπή της «οστπολιτίκ».

Αντιθέτως, η Κίνα με εξαιρετική άνεση μεταχειρίζεται τη διεθνή παρουσία της σε πληθώρα πεδίων, χωρίς καμιά προφανή προκατάληψη -πρακτικά ή θεωρητικά- πολιτικού τύπου, από τον γουόν ως τους δρόμους του μεταξιού, με οικονομική και πολιτισμική τεκμηρίωση, κερδίζοντας ολοένα και περισσότερο έδαφος.  Πράγμα, που πριν λίγα μόλις χρόνια θα ήταν αδιανόητο στη ως τότε χώρα του Τενγκ Σιαοπίνγκ.

Η Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, σ’ αυτή τη δίνη έχει τις δικές της ευκαιρίες και τις δικές της εμμονές. Αν, πάντως, προσπαθούσα να επικεντρωθώ στα βασικά στοιχεία, επί των οποίων φαίνεται ότι θα κριθεί η πορεία της χώρας τις προσεχείς δεκαετίες, θα διάλεγα 3 σημεία: το μέτωπο της ελληνο-τουρκικής διένεξης, την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων σε συνδυασμό με τη διακίνησή των προϊόντων τους στην ευρύτερη περιοχή λόγω της γεωπολιτικής θέσης μας, και το προσφυγικό.

Μ’ άλλα λόγια, αν η Ελλάδα τις προσεχείς δεκαετίες πετύχει να απονομιμοποιήσει πλήρως τις άνομες διεκδικήσεις σε βάρος διεθνώς εμπεδωμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων της, ορίσει και ξεκινήσει την εκμεταλλευτική δυνατότητα στην ΑΟΖ και ενσωματώσει την πίεση του προσφυγικού, αντί να την καταστήσει εμφύλια διαφορά, στη συνέχεια θα είναι μια άλλη, ισχυρότερη, χώρα. Αν όχι, ακόμη κι αν δεν καταγράψει συντεταγμένες ήττες, θα έμενε στα ίδια και συγκριτικά θα περιερχόταν σε δυσμενέστερη θέση από άλλες χώρες που θα είχαν αλλάξει και προοδεύσει περισσότερο.

Ας το δούμε αντιστρόφως:

– Αν η Ελλάδα, αντί να διεκδικήσει από τον κόσμο ό,τι ιστορικά της αναλογεί στο πραγματικό μέγεθός του, επιλέξει να δώσει και πάλι την παμπάλαια μάχη του αυξημένου ειδικού βάρους της στην ιστορία (κερδισμένη άλλωστε μάχη παλαιόθεν), υπό το ιδεολόγημα ότι δήθεν γενετικά, πολιτισμικά και εθνικά απειλείται από τις σημερινές εξελίξεις, θα έχει πιθανότητες στο τέλος της διαδρομής του 21ου αιώνα να έχει βελτιώσει τη θέση της στον κόσμο και τοπικά, ή όχι;

– Αν η Ελλάδα αμυνθεί στην παγιωμένη σήμερα ατζέντα της διένεξης του ελληνισμού με την Τουρκία, το οποίο εκ των πραγμάτων ευνοεί τον αντίπαλό μας στην περιοχή (γιατί, κακά τα ψέματα, αντίπαλός μας είναι η Τουρκία), αντί να δώσει τη μάχη αποτίναξης των εγγυήσεων στο Κυπριακό και θεσμικής (δυνάμει του διεθνούς δικαίου) και πρακτικής ενεργοποίησης των δικαιωμάτων της στην ελληνική ΑΟΖ, θα βρίσκεται σε ευνοϊκότερη θέση σε 7-8 δεκαετίες από σήμερα, ή όχι;

– Αν, τέλος, η Ελλάδα (δυνητικά, και αν το εδύνατο, δηλαδή πέραν της ανιστόρητης ευρωπαϊκής αστειότητας ότι δήθεν προσφυγικά ρεύματα αυτής έντασης και αυτών των αιτίων μπορούν να τύχουν απόκρουσης, κι αν όχι, διαχείρισης με όρους αντιλαμβανόμενης στην ΕΕ οργανωμένης «κανονικότητας» -μύθευμα που φυσικά έχει ήδη ξεπεραστεί ήδη από τη στάση πολλών χωρών-μελών) τυχόν κατόρθωνε να απαγορεύσει την είσοδο προσφύγων στην επικράτειά της, μετά την παρέλευση της προσφυγικής κρίσης θα εξερχόταν απ’ αυτήν έχοντας κερδίσει ή έστω έχοντας διατηρήσει τα κεκτημένα, ή θα είχε τη ζημία απώλειας μιας ευκαιρίας;

Παραφράζοντας την αρχή ότι τα εδάφη είναι η σάρκα της ιστορίας και ο χρόνος το αίμα της, όπως μου τη μεταλαμπάδευσε ο αείμνηστος Αιμίλιος Δημόπουλος, θα έλεγα ότι προκύπτουν δύο νέα δεδομένα:

α. Το πρώτο είναι ότι δεν μιλάμε πλέον για εδάφη αλλά για επικράτειες, συμπεριλαμβανομένων της θάλασσας και του αέρα, που η εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστά πλέον πολλαπλώς αξιοποιήσιμες,

β. Το δεύτερο είναι ότι ο χρόνος, ως βασικό συστατικό στοιχείο ωρίμανσης των πραγμάτων για να επέλθουν οι αλλαγές, κυλάει πια ταχύτερα. Ως την εποχή μας μπορούσες να το «παίζεις καθυστέρηση» επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων δεν ευνοούσαν. Σήμερα, έχεις ήδη απολέσει έδαφος, αν τυχόν «βολευτείς» σε μια σε βάρος σου στασιμότητα για να αποφύγεις ενδεχόμενη μεγαλύτερη ζημία.

Αυτό το παίγνιο του στις μέρες μας «επισπεύδοντος χρόνου» στις εξελίξεις γίνεται πιο καθαρό, αν δούμε μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις:

– Στη Συρία, οι ΗΠΑ από το «παιχνίδι καθυστέρησης» του Τραμπ στο κουρδικό προφανώς έχασαν έδαφος, σε σχέση με τον στρατηγικό αντίπαλό τους, τη Ρωσία.

– Στο Αιγαίο, το «παιχνίδι καθυστέρησης» της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, έχει καταλήξει σε μια άτυπη νομιμοποίηση δήθεν «δικαιωμάτων» στο Πέλαγος σε βάρος των ελληνικών. Ακόμη  και Έλληνες αναλυτές έχουν προσχωρήσει στη λογική της από κοινού αξιοποίησης του κρίσιμου για την Ευρώπη και όλη τη δύση γεωπολιτικού χώρου και της όποιας προίκας του, παρ’ ό,τι η ελληνική κυριαρχία ορίζεται χωρίς δυνατότητα τυπικών αμφισβητήσεων.

Η αντιστροφή του ίδιου «παιχνιδιού καθυστέρησης», αντιμεταθέτοντας τις δύο χώρες στην επιστράτευσή του ως τακτική τους, θα αλλάξει το πρόσημο για την Ελλάδα στο αρχιπέλαγος, από αρνητικό σε θετικό. Ήδη τέτοιο «παιχνίδι καθυστέρησης» εξαναγκάζεται να παίζει ήδη η Τουρκία στην υπόθεση της κυπριακής ΑΟΖ, χάνοντας διαρκώς και περισσότερο έδαφος.

Στην ανατολική περίμετρο του Αιγαίου η αξιοποίηση της κυπριακής εμπειρίας διεθνοποίησης των επιπτώσεων από άνομες τουρκικές διεκδικήσεις, μπορεί να φανεί ιδιαίτερα αποδοτική. Όπως το Κυπριακό διά των αμφισβητήσεων στην ΑΟΖ έπαψε να είναι ελληνοτουρκική διαφορά και κατέστη ευρω-τουρκική διαφορά, κι ακόμη και διαφορά δύσης-Τουρκίας, στο Αιγαίο το θέμα για την Ελλάδα δεν είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι η Τουρκία παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Αντίθετα, είναι ότι η Ευρώπη και δύση συνολικά, αντιλαμβανόμενες το Αιγαίο ως χώρο και δικού τους γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος, έχουν μόνον να χάσουν ανεχόμενες τουρκικά καμώματα και πρακτικά θεωρώντας την υπόθεση διμερή -και όχι διεθνή- διαφορά.

Ανάλογων αρνητικών συνεπειών για την Ελλάδα θα ήταν στο παρόν διεθνές περιβάλλον το ταμπούρωμα πίσω από το δόγμα χώρα και κράτος μιας γλώσσας-ενός έθνους-μιας θρησκείας, την ώρα που η πολυπολιτισμικότητα και το άνοιγμα στα νέα δεδομένα θεμελιώνουν ενδιαφέρουσες προοπτικές για όλη την ανθρωπότητα, πέραν υφισταμένων εθνικών, γλωσσικών και θρησκευτικών σχηματισμών.

Ιδίως για την Ελλάδα, όμως, και υπό το βάρος της μνημονιακής περιπέτειας 2010-2018, το δίλημμα είναι ακόμη δραματικότερο.

Η χώρα μας θα μπορούσε με βάση τα παραπάνω να αναγνώσει τη συγκυρία με δύο τρόπους: Είτε καθιστάμενη στοιχείο της κρίσης που ταλανίζει την Ε.Ε. εδώ και μια δεκαετία και της οποίας κρίσης ως σήμερα ήταν μέρος, είτε επιχειρώντας να καταστεί ενδεικτικό  στοιχείο υπέρβασής της!

Προφανώς, το δεύτερο δεν μπορεί να έρθει μέσα από κουρασμένες και ανέμπνευστες κοινοτυπίες περί ανάπτυξης νεοφιλελεύθερης κοπής, ούτε «παίζοντας άμυνα» στην ευκαιρία της συμφωνίας των Πρεσπών.