Ημερολόγιο ασημάντων 208-209: Σεισμοί/Μετακανονικότητα/Ενήλικοι (και μυγοχάφτες) στην αίθουσα

1.11.19 Καλό μήνα. Σεισμός σήμερα το πρωί στην Αλβανία και ακολούθως  στο Καρπενήσι.

Χτες μετά τη νέα κανονικότητα και τη νεροποντή, στέγνωσα, άλλαξα ρούχα και πήγα να δω μία σύντομη solo performance με τίτλο «Η», στο Καφενείο «Παγκάκι» κολλεκτίβα εργασίας, στο Κουκάκι. Μια σωματική θεατρική δράση ανοιχτού χώρου, για την έμφυλη βία στον κόσμο της πατριαρχίας.  Ένα ζωντανό γυναικείο έκθεμα στέκεται ανάμεσα στο πλήθος, στη ζέστη και στην υγρασία, μια βίαια παραμορφωμένη σύζυγος, κόρη, αδελφή, εγγονή, ανιψιά, ξαδέλφη, μητέρα, θεία, γιαγιά, ερωμένη. Η γυναίκα σύζυγος, μοντέλο, εργάτρια, καριερίστα, bimbo, μετανάστρια, χωριάτισσα, εναλλακτική, πρωτευουσιάνα, έφηβη, αγοροκόριτσο, νεαρή Ρομά, τρανς. Το γυναικείο σώμα ως ζωντανό έκθεμα, ως προϊόν εκμετάλλευσης, ως προϊόν κακοποίησης.

-Παρόμοια  θεματολογία έχει και ένα αριστουργηματικό διήγημα της Βασιλικής Ηλιοπούλου  που διάβασα σήμερα, «Οι καμπανίτσες της Βαλεντίνας»  στη συλλογή διηγημάτων  Η καρδιά του λαγού. Κι η αλήθεια είναι ότι διάβαζα κάπως ανόρεχτα τις ιστορίες της μέσα από τα δικά μου υπαρξιακά προβλήματα μέχρι που έπεσα  στη «Βαλεντίνα» και καρφώθηκα.

Η Ηλιοπούλου γράφει ένα διήγημα-«μαύρο ποίημα»με ένα χειρουργικό ρεαλισμό για την εκμετάλλευση και τη σεξουαλική χρήση  των ξένων γυναικών παράγοντας πολύ σπουδαία λογοτεχνία άξια για δέκα κοινωνιολογικές μελέτες μαζί.

Μία αλλοδαπή που δουλεύει σε μπαρ οδηγεί έναν πελάτη στο σπίτι της στο ημιϋπόγειο για συνεύρεση, ενώστο διπλανό δωμάτιο ακούγεται ο ρόγχος του πατέρα της που πεθαίνει. Η αλλοδαπή έχει μάθει ότι ο πελάτης δουλεύει στο δήμο και δεν του ζητάει λεφτά για τα βίτσια, σαδιστικού χαρακτήρα που υπέστη και ικανοποίησε, αλλά να βρει μία «άκρη» για να τον θάψουν γιατί «δεν έχει χαρτιά». Ορίστε έδωσα όλη την υπόθεση. Αλλά αδικώ το κείμενο. Είναι ο τρόπος που αναπτύσσονταιοισχέσεις, τα αισθήματα που πνίγονται μπροστά στις πρακτικές ανάγκες, η απανθρωποποίηση, όλη η έμφυλη βια είναι εδώ. Μας επιβάλλεται ασυνείδητα από την πρώτη μας ανάσα,  υπενθυμίζοντάς μας ότι στον κόσμο της πατριαρχίας και του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού οι ζωές των γυναικών δεν έχουν καμία ιδιαίτερη αξία.Κι εγώ έβαλα φωνές στην Μπέμπακι άσκησα ψυχολογική βία γιατί μάλλον δεν είμαι στα καλά μου. Η Ηλιοπούλου πάντως είναισπουδαία συγγραφέας, το τελευταίο της βιβλίο Το τέρας στο μετρό κυκλοφορεί και σημειώνει επιτυχία.

Η μελωδία FMχαιρετά το Γιάννη Σπανό. «Κι αν σ΄αγαπώ δεν σ΄ορίζω». Καίτη Χωματά. Εξαιρετικήστην μπουάτ Παράγκα στην Πλάκα με το Σαββόπουλο. Πολλές φορές εκεί πάλαι ποτέμε την Αρετή. Και μία με τη Στέλλα με την οποία είχαμε μία εφηβική πλατωνική σχέση.

«Νύχτα βροχερή. Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα βροχή, μια φορά θυμάμαι μου μιλούσες τώρα σιωπή». Πρώτη φορά την είδαμε και ακούσαμετο άσμααυτό με το Χάρη Κροντήρη, πάντα στην Πλάκα. Ήταν αργά, δύο το πρωί είμαστε οι μόνοι θαμώνες, ήταν παχουλούτσικη της μιλήσαμε, ήταν έξυπνη, σπιρτόζα, ήταν το νέο Κύμα Η Αρλέτα θα νοικιάσει αργότερα το σπίτι της στον Γιώργο Ιωάννου με τον οποίο είχα μία πολύχρονη αλληλογραφία τόσο από το Παρίσι όσο και από το Σύδνεϋ με αφορμή το βιβλίο του  Για ένα Φιλότιμο που πολύ μου άρεσε. Ο Ιωάννου πέθανε, η Αρλέτα πέθανε, ο Χάρης εξαφανίστηκε.

-Συνάντησα το ξάδερφο Μιχάλη στην πλ. Βικτωρίας για καφέ είναι εδώ για Σ.κύριακο. Έρχεται συχνά από το Βόλο  γιατί η κόρη του σπουδάζει στην Αθήνα. Νομίζω ότι στο πρόσωπό του βλέπω τη μητέρα του και τον πατέρα του. Ήταν οι μόνοι συγγενείς που αγαπούσα τόσο πολύ. Φυσικά το ίδιο αγαπώ καιτο Μιχάλη.

-Συζήτηση μέχρι αργά στη Βουλή για το άσυλο. Είναι το δεύτερο άσυλο. Το πρώτο ήταν το Πανεπιστημιακό, το δεύτερο είναι το προσφυγικό.

Και τα δύο άσυλα υπό διωγμό/. Δεν αρέσουν στην εθνική μας κυβέρνηση οι ασυλίες. Το πρώτο το κατάργησε, το δεύτερο το αυστηροποίησε μένει και το τρίτο στην ψυχική υγεία, να καταστραφεί.

«Ο φόβος και το μίσος για τον ‘Άλλο δεν σε κάνουν πατριώτη» είναι η κατάληξη της  ομιλίας μίας βουλευτίνας της μείζονος Αντιπολίτευσης στη Βουλή Τo αντίθεto από αυτά που άκουσα στο Βιομηχανικό Επιμελητήριο.

2.11.19  Σάββατο. Το μεσημέρι πέρασα από τον αρ. 7 της οδού Αγ. Παντελεήμονος, όπου στεγάζεται, πλησίον του ημετέρου διαμερίσματος, σε ωραίο νεοκλασικό, το Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο Έρευνας και καλεί ανοιχτή συνέλευση που διοργανώνει η «Καμιά Ανοχή» με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών στις 25 Νοεμβρίου 2019.

Μπαίνω κι είμαι ο μόνος άντρας στο μίτιγκ μίας μικρής ομάδας γυναικών  με σημειώσεις. Με βλέπει μία σπαθάτη κοπέλα κι έρχεται να μου εξηγήσει τους λόγους ύπαρξης του  Φεμινιστικού Κέντρου Έρευνας ενός χώρου για μάθηση, αναστοχασμό, συνεργασία, υποστήριξη ανταλλαγή, παραγωγή γνώσης, πολιτικές παρεμβάσεις και αναταραχή.

-Το τελευταίο είναι το πιο ενδιαφέρον, λέω.

-Δεν είμαστε μπαχαλάκηδες, όμως, λέει.

 

Ενήλικοι (και μυγοχάφτες) στην αίθουσα, του Οντεόν επί της Ακαδημίας σε απογευματινή προβολή. Βαρετή ταινία του Γαβρά και δεν ξέρω πώς μπορεί να την παρακολουθήσει κάποιος απολίτικος όπως…εγώ.  Αν είσαι μυγοχάφτης ίσως. Παρόλα αυτά:

Η ταινία προσπαθεί να δείξει  τον αμοραλισμό των ευρωπαίων ηγετών και του Γιούρογκρουπ αλλά επαναλαμβάνω, δεν καταλαβαίνω  με τι υπομονή και τι κριτήρια θα τη δει ένας ουδέτερος, ένας  ξένος θεατής.  Ένα πέρα δώθε σε αίθουσες συνεδριάσεων όπου υποτίθεται ότι διακυβεύονται σοβαρά θέματα.  Θα σταθώ στη μόνη αληθοφανή  εξω-αιθουσιακή σκηνή τη στιγμή που ο πρώην ΥΠΟΙΚ αποφασίζει να δειπνήσει   με τη σύζυγό του και κάποιους συνεργάτες σε ταβέρνα των Εξαρχείων. Ο πρώην ΥΠΟΙΚ αισθάνεται αριστερός και πήγε εκεί νομίζοντας ότι βρίσκεται σε δικό του   χώρο ή σε τουλάχιστον συγγενή ιδεολογικό χώρο.  Δικαίωμα του να νιώθει αριστερός, όπως οι σκοπιανοί νιώθουν μακεδόνες. Ο καθένας μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει. Αλλά οι αντιεξουσιαστές, οι αριστεριστές οι μπαχαλάκηδες -πέστε τους όπως θέλετε, δεν θέλουν να βλέπουν υπουργούς, ούτε της δεξιάς ούτε της Αριστεράς, ούτε στον ύπνο τους, τέρμα. Οπότε η πιο ωραία σκηνή του έργου είναι εντελώς out και ωραιοποιημένη.   Γιατί βλέπουμε ένα πλήθος νέων  ανθρώπων -κορίτσια κυρίως, να στέκονται  μπροστά στο τραπέζι και  να κοιτάζουν περίλυπα και σιωπηλά τον υπουργό που τρώει (όχι αστακομακαρονάδα). Κι όταν αναλαμβάνει η Δανάη να ρωτήσει «τι θέλετε επιτέλους;» της γυρίζουν την πλάτη, αργά σαν αρχαία τραγωδία. Είναι μια ωραία  σκηνή. Πού χάνει; Στη απόλυτη δια-στροφή  του μηνύματος. Οι νέοι, στο πραγματικό επεισόδιo των Εξαρχείων  με το τον bon viveur ΥΠΟΙΚ, δεν ήταν λυπημένοι, ήταν οργισμένοι με τους πολιτικούς, ήταν χούλιγκανς κι αλλοίμονό μας. Καμία σχέση με αυτό το εξημερωμένο και παραπονιάρικο γκρουπάκι που παρουσιάζει ο Γαβράς.

Φυσικά η τέχνη είναι μυθοπλασία, αλλά  ο Γαβράς όσες καλές  προθέσεις κι αν έχει δεν τα καταφέρνει να πείσει για τη βία των Βρυξελλών,  όχι τόσο γιατί έχει ένα κακό σενάριο, αλλά γιατί έχει ένα βαρετό σενάριο.

 

-Έπεσε και η κατάληψη Βανκούβερ και οι αναρχικοί έβγαλαν ανακοίνωση για τις γάτες που θα μείνουν απροστάτευτες και νηστικές!

Θέλω όμως να επαναλάβω για να γίνει κατανοητό ότι είμαι υπέρ των καταλήψεων, είτε τα κτίρια είναι αγνώστου πατρός, είτε είναι δημοσίου συμφέροντος ανενεργά. Είναι γελοίο να αραχνιάζουν  με πόρτες σφραγισμένες.  Αν υπάρχει ένα  πρόβλημα με τους  καταληψίες είναι ότι πολλές φορές αρκούνται σε περιορισμένου βεληνεκούς δράσεις, αντί να προσφέρουν φιλοξενία σε ανθρώπους που χρειάζονται πραγματικά μία στέγη.

Κι είναι θλιβερό να υπάρχουν τόσα αδειανά  κτίρια και τόσοι άνθρωποι να κοιμούνται στο δρόμο.

 

-Κάνει έκκληση τοις  αρμοδίοις ο Παναγιώτης Nούτσος στην εφημερίδα  Συντακτών να μαζέψουν τους πατιναδόρους των πεζοδρομίων γιατί έξω από το Αρεταίειο Νοσοκομείο παρ’ ολίγο να τον στείλουν στην εντατική.

Αχ Παναγιώτη,  μαζεύτηκε πολύ λαός στην πρωτεύουσα υπάρχει συνωστισμός και πρέπει να  αθληθούν κάπως και να διασκεδάσουν οι νεολαίοι μας , δείξε λίγο κατανόηση στα ακροβατικά τους πάρε κι εσύ ένα κράνος. Εδώ καλέ μου στα πεζοδρόμια κυκλοφορούν μηχανάκια, πιτσαδόροι, ποδήλατα,  σωληνοκουβαλητές κι  ένα μικρό αυτοκίνητο smart είχε παρκάρει το πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας και προσπαθούσαμε με τον κουρέα  και τον βούλγαρο παντοπώλη να το μετακινήσουμε για να βγει  η κυρία με το αναπηρικό καροτσάκι, οπότε εδώ κι έτσι μου πρόεκυψε και μία κήλη, ώσπου άρχισε να βαράει ο συναγερμός, ήλθε με τα πολλά το περιπολικό και του έδωσε κλήση. Περίκλειστος κόσμος που θα έλεγε κι ο Χρυσακόπουλος.