Για την 1η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία | Η αισιοδοξία και η διακυβέρνηση ως πολιτικοί στόχοι

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η συμμετοχή μου στην Κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία γίνεται υπό την ιδιότητά μου ως προσώπου (πολίτη) και όχι ως «προσωπικότητας». Η διευκρίνηση είναι αναγκαία, διότι είναι η βάση μιας βασικής παραδοχής: με κάθε σεβασμό στην ως σήμερα υφιστάμενη κομματική υπόσταση του ΣΥΡΙΖΑ, η ένταξή μου γίνεται με κριτήριο τη δήλωση προσωπικής συγκίνησης,  δέσμευσης και στράτευσης στον κοινό πολιτικό σκοπό. Αυτά τα 3 δηλώνονται άπαξ, δε θα επαναληφθούν ποτέ άλλοτε στη συνέχεια και δεν υπόκεινται ως προσωπικές επιλογές σε κανενός είδους αξιολόγηση και από κανέναν στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία: είτε γίνομαι αποδεκτός σ’ αυτό το πλαίσιο, είτε όχι. Και φυσικά η δημόσια ανακοίνωση του ονόματός μου ως μέλους της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης, είναι η απόλυτη απόδειξη ότι έγινα αποδεκτός και υπό την ανωτέρω απλή δήλωση βουλήσεώς μου.

Η αισιοδοξία γα την καλή πορεία του εγχειρήματος δεν έχει μεγάλη σημασία να δηλώνεται, αν όποιος την υπογραμμίζει δεν την συνοδεύει και με την έκθεση των λόγων που τεκμηριώνουν το δικαίωμα στην αισιοδοξία και την καθιστούν ρεαλιστική.

Υπάρχουν δύο βασικές συνθήκες, που με όρους «ιστορικότητας» κάνουν τη συνέχεια ενδιαφέρουσα και προσδίδουν στον πυρήνα της συλλογικής προσπάθειάς μας τον χαρακτήρα μιας πολιτικής ευκαιρίας που δεν πρέπει να χαθεί:

1. Η πρώτη συνθήκη είναι η επανεμφάνιση (μόλις για δεύτερη φορά στη ιστορία) του πολιτικού φαινομένου των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων, (*)

2. Η δεύτερη συνθήκη είναι η επανάληψη του πολιτικού φαινομένου της ριζοσπαστικοποίησης ευρέων κοινωνικών ομάδων.

Γιατί αυτά τα δύο έχουν σημασία;

– Τα συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα είναι πολύ σημαντικά, διότι προσφέρουν τη αναγκαία δημοκρατική νομιμοποίηση. Μ’ άλλα λόγια δεν θα είναι ένα κόμμα πρωτοπορία του λαϊκού κινήματος το υποκείμενο των επιζητούμενων σκοπών σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, αλλά ένα πλειοψηφικό κίνημα βάσης.

(Στο σημείο αυτό σε σημαντικό μέρος νομίζω απαντάται και το ερώτημα του «ανοιχτού» ή «κλειστού» κόμματος! Όπως επίσης εξηγείται και η οριακότητα του στόχου μαζικοποίησης με αριθμητικούς όρους, π.χ. εγγραφές μελών, που καλώς μεν επιλέγεται, δεν αρκεί δε για την δόμηση διαλεκτικής σχέσης του πολιτικού φορέα με τις ευρείες κοινωνικές ομάδες που συναπαρτίζουν τα συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα) (**)

– Η ριζοσπαστικοποίηση είναι επίσης πολύ σημαντική, διότι παράγει την αναγκαία πολιτική «αποτελεσματικότητα».

Σε παλιότερες αναλύσεις έχω εκθέσει την άποψή μου ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 είναι ανάλογου ιστορικού βάρους εγχείρημα με τον ιστορικό συμβιβασμό του PCI. Σε ποιό σημείο; Στο σημείο όπου για πρώτη φορά συντεταγμένο και καταγεγραμμένο ιστορικά κόμμα της αριστεράς (με κομμουνιστική πολιτική καταγωγή) συμμετέχει σε διακυβέρνηση και διαρρηγνύει έτσι την επί της πολιτικής ουσίας  απαγόρευση τέτοιου δικαιώματος για τον χώρο αυτό. Με την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ ότι εδώ δεν είναι ένα κόμμα της αριστεράς που συμμετέχει ως εταίρος σε μια προοδευτική διακυβέρνηση, αλλά είναι το ίδιο το αριστερό κόμμα ο κύριος (αν όχι επί της πολιτικής ουσίας ο μόνος) κυβερνητικός «παίκτης». (Νομίζω πως η «ιστορικότητα» της περίπτωσης στη συνέχεια και προϊόντος του χρόνου θα καταγράφεται εναργέστερα στην Ελλάδα και την Ευρώπη).

Σήμερα, όμως, στη διήμερη 1η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, όλοι έθεσαν ως στόχο το θέμα της επιστροφής στη διακυβέρνηση. Το θεωρώ, λογικό, θεμιτό και ορθό!  Ωστόσο, επίσης, το θεωρώ ανεπαρκές! Γιατί; Διότι στο όργανο αυτό έχω τη γνώμη πως πρέπει παράλληλα να τεθεί, να συζητηθεί και να σχεδιαστεί το ερώτημα πως θα κερδηθεί η εξουσία! Κάτι που δεν προφανώς δεν συνέβη στο 2015-2019.

Την «ιστορικότητα», λοιπόν, του 2015 όπως την έθεσα προηγουμένως (πρώτο κόμμα με πολιτική καταγωγή την κομμουνιστική αριστερά κερδίζει το στοίχημα της διακυβέρνησης), έχουμε δύο τρόπους να την καταγράψουμε και πολιτικά να την αξιοποιήσουμε:

– να την ευχαριστηθούμε και να την υπογραμμίσουμε, αιτούμενοι την επανάληψή της,

Ή

– να επιχειρήσουμε τη διεύρυνσή της, θέτοντας για πρώτη φορά στην ιστορία το ζήτημα διεκδίκησης της εξουσίας με δημοκρατικό τρόπο από κόμμα με τέτοια πολιτικά χαρακτηριστικά.

Όπως είπε ο σύντροφος Μιχάλης Ανδριγιαννάκης στη σημαντική τοποθέτησή του στην 1η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, εμείς ανήκουμε στην πολιτική γενιά που δικαιούμαστε να θέτουμε το τελευταίο πολιτικό μας στοίχημα. Στο τέλος της διαδρομής αυτού το τελευταίου πολιτικού στοιχήματος, μπορούμε είτε να αισθανόμαστε δικαιωμένοι επειδή στην έναρξη της φάσης πολιτικής αποδρομής της γενιάς μας κερδήθηκε το δικαίωμα σε μια αριστερή διακυβέρνηση ή στο μέλλον, φεύγοντας τότε από τα πράγματα, να αφήσουμε τον πελώριου ιστορικού βάρους συγκλονισμό των επόμενων γενεών επειδή θα έχει κερδηθεί το δικαίωμα στην ενάσκηση της αριστερής εξουσίας με δημοκρατικό τρόπο. Λέω να «παλέψω» το δεύτερο!

Μια τελική παρατήρηση: Τα συνέδρια των αριστερών κομμάτων δεν κλείνουν τα ζητήματα πολιτικών ιδεών που γεννά η συγκυρία. Αντίθετα, μόνον τα ανοίγουν και αποπειρώνται να δώσουν κάποιες πρώτες απαντήσεις. Η επόμενη φάση είναι εκείνη που θα κρίνει και πόσο εύστοχες απαντήσεις δόθηκαν από ένα συνέδριο κόμματος της αριστεράς στα ζητήματα πολιτικών ιδεών.

__________________________________

Σημ.:

(*) Το πολιτικό φαινόμενο των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων εμφανίζεται για πρώτη φορά στις δεκαετίες 1970 και 1980, ως απόρροια της καπιταλιστικής κρίσης της εποχής. Τότε, εκκινώντας από τον Μάη του ΄68, κομματικά «οχήματα» πολιτικής εκπροσώπησης των επιδράσεων του φαινομένου στις κοινωνίες είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης και το ΠΑΣΟΚ. Εκείνα τα κόμματα τότε κερδίζουν διακυβερνήσεις και προσφέρουν πολύ σημαντικό προοδευτικό πολιτικό έργο. Εκείνο το πρώτο εγχείρημα αποδεικνύεται στη συνέχεια ως οριακής απόδοσης, αφού τα ίδια εκείνα κόμματα δεν μπόρεσαν να θέσουν το επόμενο ερώτημα διεκδίκησης της εξουσίας και βαθμιαία κάνουν στροφή ένταξής τους στις πολιτικές δυνάμεις του συστήματος που αρχικά επεδίωκαν (ή τουλάχιστον αυτό δήλωναν) να αντρέψουν. Του κανόνα δεν εξαιρείται το ΠΑΣΟΚ με την επικράτηση του σημιτισμού στη μετα-ανδρεϊκή εποχή.

Το ίδιο φαινόμενο των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων ως απόρροια της καπιταλιστικής κρίση του 2008, δεν εκτονώνεται πολιτικά με ανάλογη στροφή των ριζοσπαστικοποιούμενων από την κρίση κοινών στα σημερινά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.  (Και τούτο το στοιχείο από μόνο του θα αρκούσε για να τεκμηριώσει γιατί τα σημερινά ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα συγκαταλέγονται στις δυνάμεις της πολιτικής συντήρησης).

Στην παρούσα καπιταλιστική κρίση, η σύμπτωση των δύο εν λόγω πολιτικών  φαινομένων (συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα-ριζοσπαστικοποίηση) εκτονώθηκε σε πρώτη φάση, από το 2008-2012, υπέρ της δεξιάς και της ακροδεξιάς, ακόμη και υπέρ νεοναζιστικών και νεοφασιστικών μορφωμάτων. (Και το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι δεν αρκεί να συντρέχει η σύμπτωση των δύο πολιτικών φαινομένων για να προεξοφλείται προοδευτική πολιτική στροφή. Αντίθετα, χρειάζεται απαραίτητα πολιτικό υποκείμενο-κόμμα-φορέας, που με προοδευτικό και αριστερό πρόσημο θα δώσει τον τόνο). Μόνο στη μεσογειακή Ευρώπη σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με σαφώς προοδευτικότερα πολιτικά πρόσημα κερδίζουν μετά το 2008 διακυβερνήσεις, ενώ στην Ελλάδα το κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ως «πούρα» αριστερά.

Σήμερα, όμως, εισερχόμαστε στη δεύτερη φάση και στην ωρίμανση της καπιταλιστικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008. Η παρέμβαση δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία είναι η ικανοποίηση της αναγκαίας προϋπόθεσης να υφίσταται πολιτικό υποκείμενο-κόμμα-φορέας που θα αξιοποιήσει τα συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα και τη ριζοσπαστικοποίηση για εξελίξεις σε προοδευτική κατεύθυνση.

(**) Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ίδιου του κομματικού φαινομένου ως κεντρικού άξονα της υπόθεσης δημοκρατικής εκπροσώπησης, η επιλογή του «οργανωτισμού», νομίζω πως έχει ήδη ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση, επειδή στην  αριστερά ο «οργανωτισμός» σε πολύ σημαντικό βαθμό ήταν ανάγκη λόγω παρανομίας, η διαιώνισή του σήμερα, που δεν υπάρχει θέμα παρανομίας και η αριστερά διά του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 θέτει το αίτημα της διακυβέρνησης, τυχόν εγκλωβισμός στον «οργανωτισμό» θα ήταν αρνητική εξέλιξη. Μιλώντας καθ’ υπερβολή θα μπορούσα πω  ότι η «παράταξη» θα ήταν η θετική και προς προοδευτική κατεύθυνση μετεξέλιξη του κομματικού φαινομένου, ως πεδίο χρήσιμης συνάντησης και απόδοσης της διαλεκτικής σχέσης κόμματος με τα κοινά που εκπροσωπεί. Αλλ’ αυτό θα το δούμε στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία …