Θα είναι η Λιβύη η επόμενη Συρία;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

H ανακοίνωση από την Τουρκία των συμφωνιών με τη στηριζόμενη (τουλάχιστον επισήμως) από τη δύση κυβέρνηση του Φάγεζ ας Σάρατζ στη Λιβύη για τις θαλάσσιες ζώνες στην ανατολική Μεσόγειο, ανοίγει ένα από τα μεγαλύτερα και κρισιμότερα ζητήματα για το μέλλον των γεωπολιτικών ισορροπιών σ’ ολόκληρο τον πλανήτη: Το θέμα της οριστικής συνομολόγησης διεθνών και μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση (πολιτική και νομική) συμφωνιών για τα δικαιώματα των χωρών στις θαλάσσιες επικράτειες.

Από την αρχή, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ισχυρισμοί της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την νομική πτυχή της υπόθεσης, με το σημερινό ισχύον πλαίσιο διεθνούς δικαίου είναι απολύτως αβάσιμοι. Θα ήταν, όμως, αφελές να θεωρηθεί ότι το διεθνές δίκαιο είναι μια στατική και ανεπηρέαστη από τις παγκόσμιες εξελίξεις άθροιση κανόνων συνύπαρξης μεταξύ κυρίαρχων κρατών. (Το ίδιο άλλωστε ισχύει για κάθε σύστημα αρθρωμένου δικαίου, εθνικού η διεθνούς, με προφανή την αρμοδιότητα όλων αυτών των συστημάτων να εξελίσσονται διαρκώς, ανταποκρινόμενα σε ανάγκες που γεννά η ιστορία και οι ανθρώπινες ανάγκες. Από τη νομοθεσία του Δράκοντα και τον μωσαϊκό νόμο, έως το διεθνές δίκαιο και τις σημερινές προσπάθειες για ad hoc ρυθμίσεις σχετικά με την Κλιματική Αλλαγή, το φαινόμενο αναπροσαρμογών των κανόνων δικαίου σύμφωνα με τις ανάγκες της εποχής και των ανθρώπων της, επαναλαμβάνεται διαρκώς).

Η συζήτηση για τη διαχείριση των θαλάσσιων ζωνών από κυρίαρχες χώρες, θα μπορούσε  από μια πολιτική ματιά να γίνει αντιληπτή ως το πλέον επώδυνο γεωπολιτικό σύμπτωμα της εξελισσόμενης ανά την υφήλιο βαθύτατης καπιταλιστικής κρίσης. Όπως γενική είναι η διαπίστωση για την ανεπάρκεια των ρυθμίσεων που αφορούν στις διεθνείς οικονομικές λειτουργίες (δασμοί, τραπεζικές δραστηριότητες, έλεγχος σε παράνομες χρηματο-οικονομικές συναλλαγές, ξέπλυμα μαύρου χρήματος κ.λπ.), ανάλογη ανεπάρκεια καταγράφεται και στις ισχύουσες υπερεθνικές ρυθμίσεις για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς (συμβατικούς και πυρηνικούς), την προσφυγική κρίση, την παγκόσμια παρεμβατική εξουσία των μέσων ενημέρωσης, τα ζητήματα φαρμάκων και δημόσιας υγείας, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη κ.α..

Η περίπτωση του διεθνούς δικαίου για τη διαχείριση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε θαλάσσιες ζώνες δεν εξαιρείται αυτού γενικού σκηνικού διαπιστούμενης ανάγκης να συζητηθούν με βάση τα νέα δεδομένα από τη διεθνή κοινότητα και να αναμορφωθούν κανόνες σε διάφορα πεδία πολλαπλού ενδιαφέροντος. Μόνο που εδώ συντρέχει και μία ακόμη βασική δυσκολία: Οι θαλάσσιες ζώνες ως κυριαρχικά δικαιώματα κρατών προς διαχείριση, φαίνεται να εκτείνονται σε πολλά πεδία, από την οικονομία και το φυσικό περιβάλλον, ως την γεωπολιτική και τους στρατούς, με συνέπεια να μην αρκεί η αναφορά στο γενικό δικαιωματικό πλαίσιο κυριαρχίας χωρών, για να οριοθετηθεί η συζήτηση. Για παράδειγμα, σε ποιο βαθμό κέκτηται μια χώρα δικαίωμα να λαμβάνει αποφάσεις για την εκμετάλλευση υδρογοναθράκων σε πελάγη, αν απειλείται ευρύτερος περιβαλλοντικός κίνδυνος σε σειρά γειτονικών χωρών;

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι στην περίπτωση της Τουρκίας δεν είναι τέτοιου περιεχομένου οι ενστάσεις που εγείρονται από την Άγκυρα σχετικά με τις ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου! Όμως, αυτή τη γενική τάση για επανεξέταση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας για άλλους λόγους (οικονομικούς, περιβαλλοντικούς, στρατιωτικούς κ.λπ.) εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να προσδώσει στοιχειώδη βασιμότητα στις ανεδαφικές αιτιάσεις της έναντι του διεθνούς δικαίου, μεταστρέφοντας τεχνηέντως το παγκόσμιο ενδιαφέρον π.χ. από τα πεδία της υπερεθνικής υποχρέωσης περιβαλλοντικής μέριμνας, στο ζήτημα της καθ’ αυτό αμφισβήτησης αναμφίβολων κυριαρχικών δικαιωμάτων γειτονικών της χωρών.

Παράλληλα, η υπόθεση αυτή έρχεται να υπογραμμίσει με αρκετά σαφή τρόπο και κάτι άλλο: Ότι όχι μόνον η ίδια είναι σύμπτωμα της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, αλλ’ ότι η κρίση αυτή όχι μόνο δεν έχει ελεγχθεί και ανασταλεί, τουναντίον εξελίσσεται και βαθαίνει ακόμη περισσότερο, ανοίγοντας ολοένα και περισσότερα νέα αντικείμενα προς διεθνή διευθέτηση.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης εδώ, πως όχι μόνον όλες οι ως τώρα προσπάθειες για να υποσταλεί η κρίση, έχουν αποτύχει αλλ’ ακόμη ότι η επίδρασή της επεκτείνεται πλέον στο σύνολο των προβλημάτων της παγκόσμιας κοινότητας. Τέλος, σ’ αυτό το πλέγμα των παρατηρήσεων θα πρέπει να αποδοθούν οι μεγάλες ευθύνες της Γερμανίας, η οποία επί του οχήματος της δημοσιονομικής πειθαρχίας και κατ’ εξοχήν προς ίδιον όφελος, αντιμετώπισε στατικά την κρίση ως αποκλειστικά οικονομική, και έγινε έτσι παράγων γεωπολιτικής εμβάθυνσής της, αντί να καταστεί, όπως μπορούσε, καίρια κινητήρια δύναμη υπέρβασής της.

Μερικές βασικές παρατηρήσεις σχετικά με τη Λιβύη, για να κατανοηθεί πόσο σύνθετο είναι το θέμα:

1. Η σύγκρουση στη Λιβύη έρχεται αμέσως μετά τη διαφαινόμενη σχετική εξισορρόπηση της συριακής διένεξης, μετά από πολυετή πόλεμο. Η σχεδόν αυτόματη «μεταφορά συμφερόντων» από το συριακό μέτωπο (που φαίνεται να εισέρχεται σε ύφεση) στη Λιβύη, με περίπου τους ίδιους «παγκόσμιους παίκτες» να αναμιγνύονται, προδιαγράφει δυστυχώς τη συνέχεια ως πεδίο δύσκολης επίτευξης συνεννοήσεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και ενδεχομένως με διευρυμένα μέτωπα αιματηρών στρατιωτικών αντιπαραθέσεων.

2. Η μετακίνηση του διεθνούς άξονα γεωπολιτικών εντάσεων από τη Συρία στη Λιβύη, δηλαδή προς Δυσμάς, αποκαλύπτει ότι η δύση είναι πλέον ο αδύναμος κρίκος των διεθνών συστημάτων ισορροπίας και ο κρίκος αυτός κινδυνεύει να συνεχίσει να καταγράφει απώλειες προς όφελος των άλλων ισχυρών διεθνών κέντρων, κυρίως της Ρωσίας και της Κίνας. Γενικά παρατηρητέο είναι ότι τα παρεμβατικά κενά που αφήνουν πίσω τους δυνάμεις της δύσης σε διάφορες περιοχές του πλανήτη (είτε εξ επιλογής είτε κατ’ ανάγκη) καλύπτουν τάχιστα περισσότερο η Ρωσία και σιγά-σιγά και η Κίνα

3. Στην περίπτωση της Λιβύης καταγράφεται επίσης ανάγλυφα η τραγωδία της «αραβικής άνοιξης», ως ιστορική αστοχία (και με αυξημένες ευρωπαϊκές ευθύνες) να τεθεί και να εξελιχθεί θετικά το ζήτημα εκδημοκρατισμού του αραβικού παράγοντα, με συνέπεια γεωπολιτικές αποσταθεροποιήσεις τόσο μεγάλης έκτασης, που έχουν ανάλογες να εμφανιστούν από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.  (Ωστόσο, δεν μπορεί να μη σημειωθεί ότι απόρροια της αποτυχημένης (ως προς τους διακηρυγμένους πολιτικούς σκοπούς της) «αραβικής άνοιξης» είναι η αργή υποβάθμιση του ισλαμικού στοιχείου ως ενοποιού παράγοντα του παναραβισμού και η μετάβαση σε ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες ανά αραβική χώρα, ως των νέων πεδίων αναφοράς των πληθυσμών τους για το μέλλον τους. Για παράδειγμα, στην Αίγυπτο υπάρχει σαφής μετακίνηση από την μακρά ένταξη της χώρας στο κίνημα του παναραβισμού στην ιστορική βάση της πανάρχαιας αιγυπτιακής παράδοσης, ως συνεκτικό στοιχείο των Αιγυπτίων του αύριο).

Για να γυρίσουμε στην τουρκο-λιβυκή συμφωνία, τα νομικά σημεία επί των οποίων η Τουρκία γενικά τεκμηριώνει τα δήθεν δικαιώματά της, είναι δύο:

1. Το μήκος της ακτογραμμής, ως κριτήριο δικαιώματος που θα μπορούσε να κάμπτει υφιστάμενα δικαιώματα άλλων χωρών της περιοχής σε κυριαρχία στη θάλασσα, και

2. Το αυξημένο δικαίωμα ηπειρωτικών και μη νησιωτικών χωρών έναντι νήσων (είτε νήσων που ανήκουν σε χώρες, είτε νησιών-χωρών (π.χ. Κύπρος, Μάλτα), σε θαλάσσια κυριαρχία. (Στο βάθος αυτής της λογικής διακρίνεται η παράμετρος έγερσης δικαιωμάτων από χώρες με αυξημένο πληθυσμό έναντι χωρών σε δημογραφικό αδιέξοδο, για τη γενική διαχείριση των πόρων του πλανήτη).

Ιστορικά, και τα δύο αυτά σημεία δεν είναι κάτι άλλο από επανάληψη των πάγιων τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο (π.χ. η τουρκική θέση ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και η γενική διεκδίκηση δικαιωμάτων επί του μισού Αιγαίου).

Γεωπολιτικά αυτές οι τουρκικές διεκδικήσεις είναι απόρροια της φιλοσοφίας του επεκτατισμού που ιστορικά διέπει το πώς η γειτονική χώρα αντιλαμβάνεται τον διεθνή ρόλο της. Στη περίπτωση της Ελλάδας, πρόκειται για επεκτατισμό προς δυσμάς, όπου λόγω των επεμβατικών αναμίξεων του δυτικού παράγοντα στις εξελίξεις στην περιοχή και της μεταπολεμικής πεποίθησης των δυτικών πρωτευουσών ότι η Τουρκία είναι χρήσιμη ως ανασχετικός παράγων της διείσδυσης του ρωσικού παράγοντα, υπήρξε διεθνής ανοχή σε παράλογες απαιτήσεις των Τούρκων.

Ωστόσο, το σημερινό βήμα της Τουρκίας με τη Λιβύη, πρώτη φορά θέτει τους ευρωπαίους μπροστά στο πραγματικό διακύβευμα του τουρκικού επεκτατισμού: να πατήσει πόδι στην Ευρώπη!

Απ’ αυτήν την οπτική η τουρκική κίνηση με τη Λιβύη είναι ένα μεγάλο λάθος του Ερντογάν, διότι μετατρέπει με δική του επιλογή τις (ως σήμερα λίγο ενοχλητικές για τους ευρωπαίους) ελληνο-τουρκικές διαφορές, σε ευρω-τουρκικές, δηλαδή αυτό που επί 20 έτη προσπαθεί να πετύχει ο ελληνισμός στην περιοχή, ως σήμερα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Ωστόσο, αν αυτή είναι η μία ανάγνωση των πραγμάτων υπάρχει και μια άλλη: να έχει πλέον οριστικά αποφανθεί η Τουρκία ότι η μέθοδος της διαρκούς διαβούλευσης με τη δύση για να αποσπά ανταλλάγματα προς όφελός της, δεν ευνοεί πια τα συμφέροντά της και η έγερση δήθεν δικαιωμάτων της επί της Ευρώπης είναι ώρα να τεθεί ανοιχτά!

Υπάρχουν ενδείξεις περί τούτου, για παράδειγμα οι αναφορές Ερντογάν στην ανάγκη αναθεώρηση της συνθήκης της Λοζάνης. Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται η σημασία του ενδεχόμενου σε τέτοια τουρκική απαίτηση (ανεξαρτήτως της βασιμότητάς της) να έβρισκε η Τουρκία ανοχή -αν όχι υποστήριξη- από τις Η.Π.Α. και τη Ρωσία, που στη μεταξύ τους διαμάχη για την παγκόσμια επικυριαρχία, και κατά το παρελθόν «συνέθλιψαν» την Ευρώπη και δεν θα δίσταζαν να το κάνουν και σήμερα αν πίστευαν ότι θα είχαν όφελος. (Στο σημείο αυτό, φυσικά, θα πρέπει να ασκηθεί αυστηρή κριτική στους ευρωπαίους για τη διαιώνιση της προσπάθειας ένθεσης της Ρωσίας σε εξω-ευρωπαϊκό ρόλο, αντί για την προσπάθεια ρυμούλκησής της σε συνεννοήσεις προς αμοιβαίο όφελος. Από την εποχή της «οστπολιτίκ», που υπήρξε η ιστορικά σοβαρότερη προσπάθεια συνεννόησης δυτικής Ευρώπης-Ρωσίας, κανένα δείγμα εμπνευσμένης ευρωπαϊκής διπλωματίας δεν έχει έκτοτε επαναληφθεί).

Επί του γεωπολιτικά και διπλωματικά πρακτέου, η Τουρκία διά της συμφωνίας με τη Λιβύη διεθνοποιεί τις διμερείς διαφορές της με τον ελληνισμό στην ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς εκτιμά ότι η διεθνοποίηση την ευνοεί, αφού θα μπορούσε να προσδοκά  κάποιας μορφής διεθνή διαιτησία, από την οποία μόνο να κερδίσει θα είχε. Το κάνει με τον ίδιο τρόπο που διεκδίκησε ανεπιτυχώς δικαιώματα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο: χωρίς «συνυποσχετικό», δηλαδή προδέσμευσή της ότι θα σεβαστεί την οποία απόφαση του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, που θα οριζόταν για να αποφανθεί επί της υπόθεσης των δικαιωμάτων χωρών σε θαλάσσια κυριαρχία. (Θυμίζω ότι τότε με την ευφυή κίνηση του Ανδρέα Παπανδρέου επί της ουσίας «πάγωσαν» οι τουρκικές διεκδικήσεις σε ό,τι αφορά την παραγωγή αποτελεσμάτων υπέρ της Τουρκίας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας. Και αν δεν μεσολαβούσε ο ατυχέστατος χειρισμός Σημίτη στα Ίμια και τη Μαδρίτη, η ελληνοτουρκική διένεξη θα απέμενε ακόμη απολύτως άγονη για τις τουρκικές επιδιώξεις προς δυσμάς και την Ελλάδα, πιθανότατα ως και σήμερα. Και θυμάμαι τις ανεδαφικές αναφορές των τότε αναλυτών που ασκούσαν κριτική στον τότε πρωθυπουργό και εξέφραζαν φόβο τί θα γινόταν αν τυχόν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης πιεζόμενο από τον φιλο-τουρκισμό των δυτικών αποφαινόταν υπέρ της Τουρκίας. Αποδείχτηκε ότι οι αναλυτές έσφαλαν: Ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε ένα καλά ζυγισμένο ρίσκο σ’ αυτήν την περίπτωση, που -επαναλαμβάνω- ανέκοψε για πολύ χρόνο κάθε τυχόν  αποτέλεσμα υπέρ της Τουρκίας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας).

Έχω την εντύπωση, όμως, ότι η Τουρκία και ο Ερντογάν (ως ηγεσία της γειτονικής χώρας περισσότερο παρά ποτέ επηρεαζόμενη από τις διεθνείς εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο), αναπαράγοντας παλιότερες επιλογές της από την ελληνοτουρκική εμπειρία σήμερα κάνει ένα πολύ σοβαρό σφάλμα: Υποτιμά τα πρόδηλα δυτικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο στο θέμα των υδρογονανθράκων. Δηλαδή, αν παλιότερα η δύση δεν είχε τίποτα να χάσει ανεχόμενη τουρκικά διεκδικητικά τερτίπια, σήμερα έχει να χάσει πολλά. Και, φυσικά, η δύση δεν είναι σε καμιά περίπτωση διατεθειμένη να χάσει χρόνο στο σημείο αυτό, για να υποστηρίξει την Τουρκία, ιδίως σε διεκδικήσεις της εκτός ισχύοντος πλαισίου διεθνούς δικαίου. Γι’ αυτό η συμφωνία Τουρκίας Λιβύης, που εμφανίζεται ως επίδειξη ισχύος, φρονώ πως -αντίθετα- είναι περισσότερο απόδειξη του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η γειτονική χώρα, δηλαδή είναι προϊόν τουρκικής αδυναμίας!

Κατόπιν αυτών, και επειδή οι Τούρκοι επίσης σκέπτονται και ενεργούν, ο σκοπός της πρόκλησης που προκύπτει από τη συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, περιορίζεται (αφού κάτι άλλο, εκτός από πόλεμο, δεν μπορεί να κάνει) μόνο σε μία επιδίωξη: να κερδίσει χρόνο ανακόπτοντας τις διαδικασίες εξόρυξης υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο. Λίγες είναι οι πιθανότητες να πετύχει κάτι, αλλά είναι το μόνο που της έχει απομείνει.

____________________

[Υγ.: Την ώρα που έγραφα τις τελευταίες αράδες τούτου του κειμένου πληροφορήθηκα ότι η Κύπρος προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο κατά της Τουρκίας για τη συμφωνία με τη Λιβύη (εκτός «συνυποσχετικού» και αφού έχει διπλωματικά βεβαιωθεί  η άρνηση της Τουρκίας να συναινέσει σε από κοινού προσφυγή).

Εκτιμώ ότι πρόκειται για σοβαρότατη εξέλιξη που επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις που εξέθεσα στο κείμενο αυτό.

Ένδειξη ισχύος και αυτοπεποίθησης του ελληνικού παράγοντα στην ανατολική Μεσόγειο είναι να δείξει εμπιστοσύνη στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και τη διεθνή αλληλεγγύη, και ένδειξη αδυναμίας της Τουρκίας είναι να παραβλέπει τον διεθνή παράγοντα. Στο κάτω-κάτω σήμερα ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τις ελληνικές θέσεις, σε αντίστιξη με την εικόνα του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, που πριν λίγο καιρό και για πολύ χρόνο ήταν υπέρ της Τουρκίας, προκαλώντας την τότε θεμιτή επιφύλαξη της Ελλάδας για τον ρόλο της δύσης. Σήμερα, με κεντρικό αιτιολογικό παράγοντα για την αλλαγή στάσης της δύσης υπέρ ημών τους υδρογονάνθρακες, βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση. Αν όχι τώρα, τότε ποτέ!

Και αφήνω -για να το συζητήσουμε άλλη φορά- το γεγονός ότι λόγω των εξελίξεων  στο μέτωπο της Κλιματικής Αλλαγή και την παγκόσμια τάση αναδιάρθρωσης του ενεργειακού μοντέλου στον κόσμο, αυτή πιθανότατα θα είναι η τελευταία ευκαιρία του ελληνισμού να εκμεταλλευτεί  τους υδρογονάνθρακες που διαθέτει)       

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού