«Γηραιότερο» των μέχρι τώρα εκτιμήσεων το μαγνητικό πεδίο της Γης

Το μαγνητικό πεδίο της Γης εμφανίστηκε πριν τουλάχιστον 3,7 δισεκατομμύρια χρόνια, 200 εκατομμύρια χρόνια νωρίτερα από τις έως τώρα εκτιμήσεις, σύμφωνα με νέα επιστημονικά στοιχεία. Η νέα εκτίμηση προκύπτει από τη μελέτη μαγνητικών ορυκτών της αρχαίας Γροιλανδίας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ειδική στον παλαιομαγνητισμό Κλερ Νίκολς του Πανεπιστημίου του ΜΙΤ, έκαναν σχετική ανακοίνωση στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Γεωφυσικής Ένωσης (AGU) στο Σαν Φρανσίσκο, σύμφωνα με το «Nature».

Οι μέχρι σήμερα επιβεβαιωμένες παλαιότερες ενδείξεις μαγνητικού πεδίου στον πλανήτη μας είχαν βρεθεί σε πετρώματα της Νότιας Αφρικής ηλικίας περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων ετών. Το 2015 άλλοι επιστήμονες είχαν ανακοινώσει ότι ανακάλυψαν στην Αυστραλία μέσα σε κρυστάλλους ζιρκονίου ενδείξεις μαγνητικού πεδίου ηλικίας τουλάχιστον τεσσάρων δισεκατομμυρίων ετών. Όμως η επιστημονική κοινότητα εμφανίζεται επιφυλακτική για την ανακάλυψη, επειδή δεν μπορεί να γίνει ακριβής χρονολόγηση των μαγνητικών υλικών μέσα σε ζιρκόνια.

Το μαγνητικό πεδίο -που δημιουργείται από τον λιωμένο σίδηρο στον πυρήνα του πλανήτη μας- έπαιξε και συνεχίζει να παίζει ζωτικό ρόλο στην μετατροπή της Γης σε μέρος φιλόξενο για ζωή, καθώς προστατεύει τους έμβιους οργανισμούς από τη δυνητικά επικίνδυνη ηλιακή ακτινοβολία, βοηθώντας επίσης να υπάρχει ατμόσφαιρα και υγρό νερό.

Το πότε ακριβώς εμφανίστηκε, αποτελεί πεδίο επιστημονικής αναζήτησης. Ελάχιστα πετρώματα μπορούν σήμερα να βρεθούν στη Γη, που να προέρχονται από την «παιδική» ηλικία της και να διατηρούν τα πρώτα μαγνητικά ίχνη.

Η Νίκολς υπήρξε επικεφαλής σε δύο αποστολές στη δυτική Γροιλανδία το 2018 και το 2019, εστιάζοντας σε αρχαία πετρώματα της περιοχής Ισούα, τα οποία έχουν πυροδοτήσει έντονες επιστημονικές αντιπαραθέσεις, μεταξύ άλλων κατά πόσο όντως περιέχουν απολιθώματα πολύπλοκων μικροοργανισμών ηλικίας 3,7 δις. ετών. Οι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι βρήκαν σαφείς ενδείξεις μαγνητισμού σε αυτά τα πετρώματα ηλικίας 3,7 δισ. ετών. Τα ευρήματα όμως πρέπει να επιβεβαιωθούν και από άλλους επιστήμονες.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ