Ολίγα περί της συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο και τους υδρογονάνθρακες

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η συζήτηση έχει ανοίξει για τα καλά! Και για πρώτη φορά δεν είναι από απόψεις ελεύθερων σχολιαστών, αλλά από πρόσωπα με επίσημες κρατικές ιδιότητες. Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του αναπληρωτή Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, κ. Θάνου Ντόκου, ο οποίος πρόσφατα σε συνέντευξή του στο κρατικό πρακτορείο ΑΠΕ υπέδειξε ότι «…ιδέες περί συνεκμετάλλευσης μπορούν να συζητηθούν, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης οριοθέτησης μέσω προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο».

Φυσικά, για να διαμορφωθεί πληρέστερη εικόνα στο ζήτημα θα πρέπει να συνεκτιμηθούν παράμετροι όπως τα ελληνικά χωρικά ύδατα και το casus belli, η υπόθεση των ΑΟΖ, η τελευταία τουρκο-λιβυκή συμφωνία, κ.λπ..

Όμως, ας μείνουμε στα βασικά!

Το θέμα της συνεκμετάλλευσης, όπως είναι γνωστό, έχει τεθεί εδώ και καιρό από μέρους σχολιαστών, στο πλαίσιο της εκτίμησης ότι με δεδομένη την υπεροπλία της Τουρκίας η παράταση της στατικής διένεξης μεταξύ των δύο χωρών δεν ωφελεί την Ελλάδα, απαγορεύοντάς της ουσιαστικά ως πρακτικό αποτέλεσμα να εκμεταλλεύεται πόρους που της ανήκουν. Συνεκμετάλλευση, με λίγα λόγια, είναι μια πρόταση εθελούσιας προσχώρησης της Ελλάδας στην επιλογή παραχώρησης κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών ελληνικών δικαιωμάτων στην Τουρκία, με 2 ανταλλάγματα:

– το άμεσο ξεκίνημα ελληνικών εκμεταλλεύσεων που σήμερα λόγω της διένεξης με την Τουρκία παραμένουν σε ύπνωση και φαίνεται πως δύσκολα θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν λόγω της πιθανολογούμενης τουρκικής αντίδρασης, και

– την αποφυγή ελληνο-τουρκικού πολέμου (με συναπάγωγη συνοδευτική λογική τούτου το «για να αποφευχθούν τα τυχόν χειρότερα», αφού τον πόλεμο θα τον χάναμε αν γινόταν).

Υπάρχουν, όμως, μερικές ανυπέρβλητες δυσκολίες σ’ όλ’ αυτά!

Πριν απ’ όλα ο τυπικός περιορισμός, συνταγματικά κατοχυρωμένος, που δεν το επιτρέπει, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής. Θα βρισκόταν ελληνική Βουλή να το πράξει; Ο καθένας μας εκτιμά τις πιθανότητες τούτου του σεναρίου. Κατά τη γνώμη μου είναι ανύπαρκτες!

Δεν απομένει, δηλαδή, κάτι άλλο από μια «πλάγια παραχώρηση», για παράδειγμα το ελληνικό δημόσιο να παραχωρήσει σε τουρκικές ιδιωτικές εταιρείες ελληνικά δικαιώματα π.χ. εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.

Όμως, η Τουρκία δεν ζητεί αυτό από την Ελλάδα!  Ζητεί κυριαρχικό μέρισμα! Επανακαθορισμό συνόρων επιζητεί, θαλάσσιων και εναέριων. Σήμερα πια, επιζητεί και δικαιώματα επί της ελληνικής ΑΟΖ.

Ακόμη, όμως, κι αν βρισκόταν κάποιος τρόπος να ξεπεραστούν όλ’ αυτά, και η Ελλάδα προχωρούσε σε συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Τουρκία κατά παραχώρηση ελληνικών δικαιωμάτων, αυτή δεν θα ήταν συμβατή με το διεθνές δίκαιο και θα προσέκρουε στο ότι με τέτοια υποθετική ελληνο-τουρκική συμφωνία παραβιάζονται κυριαρχικά δικαιώματα τρίτου μέρους, εν προκειμένω της …Κύπρου! Θα συνέβαινε δηλαδή ότι ακριβώς συμβαίνει με τη σημερινή συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, η οποία είναι ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εδραζόμενα στο διεθνές δίκαιο υπέρ των δύο συμβαλλομένων χωρών (εφ’ όσον είναι εξ αρχής άκυρη).

Θα μπορούσε η παραχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων προς την Τουρκία να περιορίζονται στο Αιγαίο, ώστε να μην θίγονται δικαιώματα τρίτων μερών;  Όχι! Διότι το διεθνές δίκαιο προβλέπει  ότι κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους που αφορούν περιοχές που δεν επηρεάζουν άλλα τρίτα μέρη (ας πούμε μια υφαλοκρηπίδα), ανήκουν αυτοδικαίως στο κράτος στο οποίο αφορούν και είναι αποκλειστικά. Και τούτο, ισχύει απαρέγκλιτα, ακόμη κι αν δεν ασκήσει αυτά τα δικαιώματά του το παράκτιο κράτος. Μ’ άλλα λόγια, δεν δικαιούται τα δικαιώματα αυτά να τα ασκήσει ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ, ει μη μόνον εκείνο στο οποίο ανήκουν. Ακόμη κι αν παραχωρούνταν αυτά τα δικαιώματα με όλους τους τύπους σε άλλη χώρα, δεν θα ήταν νόμιμη η ενάσκησή τους από το κράτος στο οποίο παραχωρήθηκαν. Μόνο με αλλαγή συνόρων θα γινόταν τέτοια συζήτηση. Και τέτοια συζήτηση δεν υπάρχει και ούτε θα ανοίξει.

Ως προς το σημείο αυτό, η παραβίαση του διεθνούς δικαίου δεν πλήττει μόνο τα δικαιώματα εμπλεκομένων μερών σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά τα δικαιώματα της διεθνούς κοινότητας. Γνωρίζω μία τουλάχιστον περίπτωση χώρας που θα αντιδρούσε πιθανότατα με προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, στην απολύτως υποθετική -βεβαίως- περίπτωση, που η Ελλάδα παραχωρούσε κυριαρχικά δικαιώματά της στην Τουρκία στην υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο: Την Κύπρο! Γιατί; Διότι τέτοια παραβίαση του διεθνούς δικαίου θα συνιστούσε ανοχή νομιμοποίησης σε ανάλογες παράνομες παραχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από το κρατικό μόρφωμα της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) προς την Τουρκία. Και τούτο, ισχύει ανεξαρτήτως του ότι η ΤΔΒΚ δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, και δε νομιμοποιείται  ούτως ή άλλως να συνάπτει διεθνείς συμβάσεις με οποιοδήποτε άλλο μέρος.

Εν κατακλείδι και ως προς το τυπικό μέρος: Δεν υπάρχει κανένας τυπικός τρόπος συνεκμετάλλευσης κατά παραχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία, ακόμη κι αν η Ελλάδα επιθυμούσε κάτι τέτοιο!

Αυτά για να τελειώνουμε με την ανεδαφική συζήτηση περί συνεκμετάλλευσης.

Υπάρχει κάποιο σημείο αδιευκρίνιστο, που θα μπορούσε να αλλάζει κάτι σε όσα έχουμε πει ως εδώ;

Ναι! Μόνο σε ένα σημείο υπάρχει ελάχιστο περιθώριο να αλλάξουν τα πράγματα: Είναι το ερώτημα σχετικά με το αν έχουν τα νησιά υφαλοκρηπίδα!

Για τυχόν κρίση διεθνούς δικαιοδοτικού δικαστηρίου επ’ αυτού, αν μιλάμε συγκεκριμένα για το Αιγαίο, είναι γνωστό πως χρειάζεται συνυποσχετικό, το οποίο η Τουρκία δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψει μαζί με την Ελλάδα, για έναν βασικό λόγο: Διότι αν το κάνει θα είναι η πρώτη πράξη του τουρκικού κράτους που θα αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο! Και η Τουρκία στρατηγικά και μακροπρόθεσμα έχει επιλέξει να μην συναρτά τις επιδιώξεις της από το διεθνές δίκαιο, αλλά μόνο να ανοίγει θέματα διεκδικήσεων κατά του συνόλου σχεδόν των γειτονικών της κρατών, όποτε και όπως τη βολεύει.

Θα συνέφερε την Ελλάδα κατόπιν ρηματικής διακοίνωσης προς την Τουρκία με την οποία θα την προσκαλούσε σε υπογραφή συνυποσχετικού (την οποία η Τουρκία θα απέρριπτε για τους λόγους που εξηγήθηκαν αμέσως πριν) να ζητούσε μονομερώς κρίση για το θέμα της υφαλοκρηπίδας των νησιών;  Μονομερώς όχι, διότι δεν έχει κανέναν λόγο να αναλάβει εθελουσίως και το απειροελάχιστο ρίσκο να περιορίζονταν κυριαρχικά της δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα των νησιών μας!

Μετά απ’ όλ’ αυτά τί απομένει; Απομένει το μόνο θέμα που θα είχε νόημα η Ελλάδα να ζητήσει διευκρίνηση από διεθνές δικαστήριο: Το θέμα της οριοθέτησης των ΑΟΖ! Όπως έκανε η Κύπρος! Η Ελλάδα είτε μπορεί να ζητήσει συνεκπροσώπηση και συνεκδίκαση με την κυπριακή προσφυγή, είτε μπορεί να κινηθεί αυτονόμως και εκ παραλλήλου.

Ό,τι και να γίνει, όμως, συνεκμετάλλευση δεν υπάρχει στο τραπέζι! Νομίζω πως ποτέ δεν υπήρξε στα σοβαρά. Μόνη περίπτωση να άνοιγε τέτοιο ζήτημα, το περιστατικό των θλιβερών σημιτικών Ιμίων, που κινδύνευσε να ανοίξει θέμα  περιορισμού  ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο, μέσω του ενδεχόμενου αλλαγής συνόρων.

Υπάρχει ένα μόνο σενάριο στο οποίο θα χωρούσε συζήτηση περί συνεκμετάλλευσης:  Η διεθνής επιδιαιτησία (δηλαδή ένα άτυπο μέσο διεθνούς παρέμβασης σε τεταμένες διμερείς ή πολυμερείς διαφορές, με σκοπό να αναζητηθούν λύσεις κατευνασμού διαφορών χωρίς προσφυγή σε πολεμική αναμέτρηση). Ακόμη, όμως, κι αν προέκυπταν ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιδιαιτησίας αποτελέσματα που πρακτικά θα συνομολογούσαν την παραχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία (αν, δηλαδή, βρισκόταν μελλοντικά κάποια ελληνική κυβέρνηση που θα το έκανε), τα έννομα αποτελέσματα θα προσέκρουαν στο διεθνές δίκαιο, για τους όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω. Θα χρειαζόταν επομένως μαζική προσχώρηση των Ελλήνων, πολιτών και ηγεσίας, στην παράκρουση εθνικών  απωλειών. Δεν το θεωρώ πιθανό!

Υπάρχει, τέλος, το θέμα «κουβέντα για την κουβέντα». Εν τάξει! Αν, όμως, στο πλαίσιο της «κουβέντας για την κουβέντα» μόνο αντικείμενο στο τραπέζι είναι το τι θα παραχωρήσει η Ελλάδα στην Τουρκία, νομίζω πως αυτό δεν έχει λόγο να γίνει αποδεκτό από την πλευρά μας. Ιδίως σήμερα, που ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων έχει δραματικά τροποποιηθεί υπέρ της Ελλάδας σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε εδώ και πολλές δεκαετίες. Δεκαετίες, κατά τις οποίες παρά τη δυσμενή μας θέση καταφέραμε να αποφύγουμε επιδιαιτησία με επίδικο ζήτημα την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων μας στην Τουρκία. Γιατί θα το κάναμε σήμερα; Και ποιά κυβέρνηση θα τολμούσε να το συνομολογήσει;

Όλ’ αυτά δείχνουν γιατί η συζήτηση περί συνεκμετάλλευσης πρέπει να σταματήσει εδώ. Και πρέπει να σταματήσει αμέσως! Και πρέπει να σταματήσει διότι το μόνο πρακτικό αποτέλεσμά της είναι να ενδυναμώνει την καλλιέργεια της αίσθησης στους πολίτες τούτης της χώρας ότι απώλειες στο πεδίο των κυριαρχικών δικαιωμάτων της είναι στο τραπέζι -ενώ δεν είναι! Τέτοια συζήτηση δεν μπορεί να είναι εσωτερικό πολιτικό μέσο διαχείρισης των πολιτικών κοινών από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση. Είναι συζήτηση που βλάπτει τη χώρα και είναι απολύτως αντιπαραγωγική και προς την κατεύθυνση της καλώς νοούμενης μέριμνας κάθε ελληνικής κυβέρνησης να διακηρύττει και να επιδιώκει εσαεί βελτίωση των διμερών σχέσεων με τον γείτονά μας.