Η αναγκαία στροφή της Ελλάδας – Θα χαθεί η ευκαιρία του 2020;

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η Ελλάδα εδώ και μερικούς μήνες ταλαντεύεται οριακά ανάμεσα στους πόλους μιας αντίθεσης, περισσότερο πλασματικής παρά ποτέ. Από τη μία είναι η ευκαιρία που παραμένει ανοιχτή για τη χώρα, όπως παραδόθηκε το περασμένο καλοκαίρι στηριγμένη σε δύο καίρια σημεία: Την ανακοπή της καθοδικής πορείας που ήδη είχε δρομολογηθεί από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα και τη συμφωνία απεμπλοκής από το αδιέξοδο και τη διεθνή εκκρεμότητα του μακεδονικού. Από την άλλη, η σκιαμαχία μιας διακηρυττόμενης «επανόρθωσης» προσανατολισμού, που όσο περνάει ο καιρός ελέγχεται ολοένα και περισσότερο για τα πρακτικά αποτελέσματα και τις προθέσεις της.

Σ’ αυτό το πλαίσιο αποκλειστικά παρέχεται το ενδεχόμενο αντιλαμβανόμενης διεθνώς ως ουσιαστικής δυνατότητας ανάκαμψης της χώρας, πέραν της οικονομικής παλινωδίας (που άλλωστε ολοένα και περισσότερο τεκμαίρεται ως πρωτίστως συστημική και δευτερευόντως διαχειριστική) και της γεωπολιτικής ρευστότητας στην ανατολική Μεσόγειο. Είτε η Ελλάδα θα αξιοποιήσει θετικά όσα συγκροτούν το πεδίο δυνατοτήτων που προσφέρονται, απόρροια μιας πολιτικής που προηγήθηκε, είτε θα εγκιβωτιστεί σε μια παρελθοντική διχοστασία που θα την κρατήσει και πάλι πίσω, ενώ όλα γύρω μας κι ολόκληρος μαζί ο κόσμος θα αλλάζουν.

Είναι ανάγκη να επαναλάβω ακριβώς στο σημείο αυτό ότι η χώρα μας ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι κεντρικός πόλος μιας διεθνούς κίνησης απεμπλοκής από το ολοφάνερο παγκόσμιο καπιταλιστικό αδιέξοδο. Δεν είναι τα μέτρα και οι ιστορικές προθέσεις μας ως πληθυσμός και γεωγραφικά τοποθετημένη οντότητα που θα το επέτρεπαν! Ποτέ δεν υπήρξαμε και ποτέ δεν μας εξέλαβαν οι άλλοι συνεπιβαίνοντες στον πλανήτη, ως προστιθέμενη αξία κλιμάκων. Φόρτος πανανθρώπινης μνήμης και συμβόλων για κάθε εποχή, και μόνον, επικαθορίζει βασανιστικά αλλά τόσο απελευθερωτικά το ριζικό μας ως Έλληνες. Κι είναι συλλογική ιστορική αήθεια και απώλεια της αίσθησης του μέτρου να προσποιούμαστε ότι θα μπορούσαμε ποτέ να επέχουμε θέση βασικού οχήματος υπέρβασης κρίσεων ευρύτερης κλίμακας, που παράγονται εν τη ρύμη του χρόνου.

Σε κάθε περίπτωση, η αντίθεση που εξ αρχής περιέγραψα δεσπόζει του πολιτικού γύρου που διερχόμαστε. Μπορούμε να είμαστε -και μας αναλογεί μέρισμα ποσοτικά μικρό αλλά συμβολικά καίριο- μέρος των λύσεων της κρίσης, που επιμένει και βαθαίνει. Αντίθετα, διαιώνιση της σκιαμαχίας που προσπάθησα να ιχνογραφήσω, θα έχει σοβαρό κόστος, περιθωριοποιώντας αντικειμενικά τον λόγο μας εκτός των «συνόρων». Ποια μεγαλύτερη αστοχία από το να έχεις κληρονομήσει ως χώρα διαθέσιμο ακροατήριο νοημάτων εκτός του περιγεγραμμένου κύκλου αναφοράς σου, κι αντί να συνομιλείς μαζί του εν δράσει, εσύ να προκρίνεις εσωτερικούς διαλόγους περί αποκαταστάσεων, που κι αν ακόμη θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν (πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο), μόνο ως ύμνοι υπέρ παρελθόντος μπορούν να εκληφθούν;

Όπως συνήθως συμβαίνει σε κρίσιμες περιόδους, ο χρόνος διαθεσιμότητας των προσφερόμενων  ευκαιριών δεν είναι ατελείωτος. Εξ ίσου σύνηθες είναι η τελική ετυμηγορία επί του εάν αξιοποίησες τις ευκαιρίες σου, ή όχι, να έρχεται απροειδοποίητα. Η σημερινή πολιτική εικόνα αναπαριστά μια χώρα παγιδευμένη σε ατζέντα κλειστών προσδοκιών. Μόνα ευκρινή σημεία-στόχοι της ατζέντας αυτής δύο σημεία, απολύτως άσχετα με ό,τι αφορά στις πραγματικές αγωνίες του μέσου Έλληνα: α. η έκδηλη μέριμνα παρουσίασης της πρωθυπουργίας Μητσοτάκη, σε απολύτως προσωποποιημένο επίπεδο, ως επιτυχούς και δημοκρατικά νομιμοποιημένης, και β. η ενίσχυση των υφιστάμενων πόλων εξουσίας, πολιτικών, οικονομικών, επιχειρηματικών, μιντιακών, σε μια θα ‘λεγε κανένας «νευρικού τύπου» απάντηση σε όσα πλήγματα δέχτηκαν οι πόλοι αυτοί από την απελθούσα διακυβέρνηση. Νομίζω είναι σ’ όλους οφθαλμοφανές ότι αυτά τα δύο δεν μπορεί να λογίζονται ως βάση για μια καλή πορεία της Ελλάδας στην τρέχουσα εκατονταετία.

Επίσης, θέλω να επισημάνω ότι οι πολίτες της χώρας, έχοντας μεταπηδήσει από την προσδοκώμενη τροχιά ενός επόμενου επώδυνου γύρου, όπως είχε εμπεδωθεί ως εντύπωση ως το 2015, στο σκηνικό ενός για πρώτη φορά μετά το 2010 ουσιαστικού βήματος απεμπλοκής από τη κρίση, θεώρησαν ότι η Ελλάδα περίπου είχε ανατεθεί  στον «αυτόματο πιλότο» μιας ανάκαμψης, υπό διακυβέρνηση εκτός πολιτικού προσήμου. Επλανήθησαν, δηλαδή, και λάθεψαν οι εκλογείς! Γιατί; Διότι, επί παραδείγματι, υποτιμήθηκε η σημασία επαναρρύθμισης με πολιτικά μέτρα του κοινωνικού μηχανισμού άρσης της πορείας εντατικοποίησης των ταξικών διακρίσεων σε βάρος των ασθενέστερων, που ως την εμβάθυνση της κρίσης προβλήθηκε ως δήθεν μέσο για την ξεπέρασμά της, ενώ ήταν αίτιο περαιτέρω εμπέδωσής της.

Θεωρώ απολύτως χαρακτηριστικό της σύγχυσης, που ενέσπειρε η πολιτική που σήμερα διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας ανάμεσα σε ταλαιπωρημένους πολίτες των μεσαίων στρωμάτων, την ψευδεπίγραφη αντίθεση μεταξύ της ενίσχυσης των αδυνάμων, ως κεντρική επιλογή της απελθούσας διακυβέρνησης, και της εμφανιζόμενης ως μικρότερης της “δικαιωματικά” αναλογούσας ενίσχυσης των μικρομεσαίων. Οι μητσοτακικοί φιλιππικοί κατά της πολιτικής που δήθεν έπληξε κατά προτεραιότητα και εκ συνειδητής επιλογής των απελθόντων τα μεσαία στρώματα (αποκρύπτοντας με σοβαρές επικοινωνιακές μέριμνες από μεριάς του σημερινού πρωθυπουργού την ταυτόχρονη συντεταγμένη ενίσχυση των αδυνάμων -επικοινωνιακές μέριμνες που πολύ λίγο απέχουν από την πολιτική παραπλάνηση), ισοδυναμούν μ’ ένα πραγματικό έπος εξύμνησης του συντηρητικού μικροαστισμού, ως του πυρήνα ενός δεξιού πολιτικού come back στην κάλπη. Και είναι τελείως αποπροσανατολιστικό να ασκείται σήμερα κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση για «κακή επικοινωνία» της επιλογής προνομιακής στήριξης των αδυνάμων, κατ’ απόλυτη προτεραιότητα και ως παρέμβαση  ανασυγκρότησης του διαρραγέντος από τις κυβερνήσεις που είχαν προηγηθεί κοινωνικού ιστού, ως μέρος ενός σχεδίου ουσιαστικής ανάκαμψης. Διότι, η αντίθετης φοράς αρνητική επικοινωνία του νεο-μητσοτακικού σχετικά με την επιλογή της κατά προτεραιότητα ενίσχυσης των αδυνάμων, ουσιαστικά επένδυσε σ’ ένα χοντρό ψέμα: Ότι δήθεν θα μπορούσαν να δοθούν περισσότερα στους μικρομεσαίους εξοικονομώντας πιστώσεις που θα αφαιρούνταν από τους αδυνάμους, παραβλέποντας ότι οικονομικά σχέδιο ουσιαστικής ανάκαμψης δεν είναι νοητό, χωρίς ανασύσταση στο μέτρο του εφικτού του συνόλου του κοινωνικού ιστού.

Μεσαία τάξη, χωρίς αναφορά στο υπόβαθρο ταξικής δομής αστικού τύπου, δηλαδή με παρόντα την ίδια ώρα φτωχότερα στρώματα που επιβιώνουν και δεν εξαϋλώνονται στο κοινωνικό επίπεδο (κατά την αποτυχημένη αντεστραμμένη ως προς τα ποσοστά θεωρία των 2/3 της δεκαετιών του 1980 και του 1990), δεν μπορεί να επιβιώσει, ει μη μόνο με ρόλο καταναλωτή και ουδέποτε παραγωγικού συμμετόχου. Δηλαδή, μεσαία τάξη σε τέτοιες συνθήκες προώρισται να συρρικνωθεί εντός ενός υποτιθέμενου ενεργού παραγωγικού οργασμού (εκείνου που υπόσχεται και μεριμνά για την επέλευσή του μια βιώσιμη πολιτική ανάκαμψης) και να υποτιμηθεί ή να εξαφανιστεί. Επομένως, εψεύσθησαν επ’ αυτού οι σήμερα κυβερνώντες και παραπλανήθηκαν οι μικρομεσαίοι. Οι συνέπειες ήδη υποφώσκουν και ασφαλώς σύντομα θα έλθουν στο πολιτικό προσκήνιο.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η ευκαιρία που παραδόθηκε στη χώρα από την απελθούσα κυβέρνηση, δεν πρέπει να χαθεί! Η προσχηματική συζήτηση περί αποκατάστασης της «κανονικότητας» δεν μπορεί να παραταθεί άλλο ως κεντρικό σημείο στήριξης της επιχειρηματολογίας Μητσοτάκη για τις επιλογές της κυβέρνησής του.

Μέσα στο 2020 θα κριθεί εν πολλοίς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εάν θα προσχωρήσει η κυβερνητική ομάδα στην πραγματική συζήτηση αναζήτησης βιώσιμης συνέχειας για τη χώρα, σ’ έναν αιώνα μεγάλων αλλαγών, ή αν θα επιμείνει στα χοντροκομμένα προσχήματα που αποτελούν τη σημερινή «γραμμή» της.

Γιατί, και με ποιο απώτερο σκοπό θα ωφελούσε την Ελλάδα η παραμονή του σημερινού μπλοκ εξουσίας στα πράγματα; Μόνη θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι άλλη από το να αξιοποιήσει την ευκαιρία που της παραδόθηκε τον περασμένο Ιούλιο, καθώς και το πώς θα συνεχίσει η χώρα στην πολιτική που της επέτρεψε και της εξασφάλισε το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, το οποίο επιχειρήθηκε και ολοκληρώθηκε μέχρι πριν λίγους μήνες. Μεγάλο βήμα, το οποίο όμως σήμερα παραμένει μετέωρο, λόγω της απροθυμίας του νεο-μητσοτακισμού να συνομολογήσει το αυτονόητο.

Αν δεν αλλάξει το ταχύτερο αυτή την άγονη στάση της μπροστά στις ανάγκες των πολιτών η παρούσα κυβέρνηση, θα ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή. Και τότε οι σαθρές νίκες των δημοσκοπήσεων θα μεταλλαγούν ταχέως σε πλήρη διακωμώδηση της πολιτικής πραγματικότητας.

(Στη φωτογραφία έργο του ζωγράφου Γιώργου Ξένου)