Γραφέας αηθειών ή λογοτεχνική “μαλαφράντζα”

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Νόμιζα δεν θα χρειαζόταν… Αλλά δυστυχώς η ζημία είναι μεγάλη και μάλλον ανήκεστη.

Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εξηγήσω -και λυπούμαι γι’ αυτό- ότι ο απαρασάλευτος συντηρητισμός (πολιτικός και κοινωνικός) και η εντρύφηση τόσο καιρό και με τόσο δεξιό τρόπο στην πολιτική, ιδίως από εκείνους που νωρίτερα είχαν βιώσει την ανατρεπτική ισχύ και τον δημιουργικό ρόλο των προοδευτικών κινημάτων λαϊκής βάσης στις σημερινές κοινωνίες (κι εδώ μιλάμε για την ελληνική), έχει καταλήξει να είναι γι’ αυτούς το κεντρικό μοτίβο πρόσληψης, κατανόησης και εγκόλπωσης των συμβαινόντων στη δημόσια σφαίρα, καθώς και ο καμβάς της τρέχουσας πολιτικής στάσης τους απέναντι στις εξελίξεις των καιρών.

Διάβασαν αυτές τις μέρες όλοι αυτοί το κείμενο του λογοτέχνη για τον Θάνο Μικρούτσικο και αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον υπερασπιστούν (τον λογοτέχνη, όχι τον συνθέτη), διότι, λέει, δεν είπε τίποτα κακό (ο λογοτέχνης) για τον Μικρούτσικο. Αντίθετα, λένε, καλά λόγια είπε (πάντα ο λογοτέχνης) για τη μουσική του (συνθέτη).

Εδώ, όμως, είτε εξ αγνοίας, είτε εξ επιλογής, παραβλέπεται ότι αξιολογική αναφορά στο έργο ενός καλλιτέχνη, όσον αφορά στην κοινωνική επίδραση που άσκησε, είναι και η ουσιώδης αποτίμησή του. Ιδίως αυτό ισχύει,  εάν την απόπειρα αξιολόγησης του καλλιτέχνη επιχειρεί ένας λογοτέχνης, δηλαδή ένα πρόσωπο, παρατηρητής βάθους της αισθητικής των πραγμάτων στη δημόσια σφαίρα, ικανός και αρμόδιος -ως εκ της λογοτεχνικής ιδιότητάς του- να διακρίνει την πολιτισμική επιρροή ενός καλλιτεχνικού έργου στον κόσμο και τους ανθρώπους. Γιατί αν ο λογοτέχνης τελικά μίλησε για τη βαρβαρότητα των λαϊκών  προσλαμβανουσών σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, τότε δεν ήταν ό,τι έγραψε ένα κείμενο αξιολόγησης ενός δημιουργού, αλλά ήταν ένα κείμενο με προσαρμοσμένο στις πεποιθήσεις του συμπερασματικό αφήγημα που αφορά σε πολιτικές, και όχι αισθητικές, οριοθετήσεις. Μ’ άλλα λόγια, το έργο ενός καλλιτέχνη που έφυγε και μιλάμε γι’ αυτόν όλοι εμείς που μείναμε πίσω, για τον λογοτέχνη δεν ήταν παρά το βολικό εφαλτήριο να εκφωνήσει ένα πολιτικό λογύδριο και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν να αποτιμήσει τον δημιουργό που -υποτίθεται- αξιολόγησε.

Η αήθεια αυτή, εκτός από αισθητική και πολιτιστική προσβολή στο έργο του εκλιπόντα δημιουργού, υποφέρει και στο συμπερασματικό επίπεδο –και τούτο είναι και λογικό, εφόσον το κίνητρο του λογοτέχνη αποδεικνύεται πως ήταν άλλο από εκείνο που προσήκει στον δημόσιο ρόλο του: Είναι λογοτέχνης και όχι υπηρέτης πολιτικών αφεντάδων! Και είναι τόσο επιφανειακή (και για τον λόγο αυτόν τόσο αναρμοδίως  σχετιζόμενη με την αξιολόγηση αυτή καθ’ αυτή), ώστε καταλήγει και στην αυτο-υπονομευτική για τον λογοτέχνη κατάντια, να μη μπορεί να διακρίνει (αν και λογοτέχνης, κι αυτή θα ήταν η δουλειά του) το στοιχείο της γνησιότητας ενός λαϊκού ξεσπάσματος σε κατάσταση γενικευμένης ευωχίας. «Ποινικοποιώντας» τελικά το ξέσπασμα αυτό ως πολιτισμικά ανοίκεια αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου, αντί να συνομολογήσει ότι ο δημιουργός εδώ (ο Μικρούτσικος εν προκειμένω) αυτό που επιτυγχάνει είναι να μπορεί να γεννά ευκαιρίες πρόσβασης στο έργο του προς κοινά κατ’ αρχήν μη επιδεχόμενα τέτοια συσχέτιση συναισθημάτων. Είναι περίπου η ίδια αήθεια (και φυσικά -όχι συμπτωματικά- από τις ίδιες πολιτικές αφετηρίες, ανεξάρτητα αν τις εκπροσωπούν πολιτικά υποκείμενα ή κάποιος λογοτέχνης, όπως στην περίπτωσή μας) με την απαξία που εξεδήλωναν «πνευματικοί άνθρωποι» για την αγάπη του Ανδρέα Παπανδρέου στη Ρίτα Σακελλαρίου, λες και ένας πολιτικός ηγέτης εγνωσμένου επιστημονικού και εν γένει δημόσιου κύρους, δεν θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε λαϊκά έργα, ή, κι αν είχε, δεν θα «έπρεπε» να του αρέσουν και να τον συγκινούν. Και είναι η ίδια αήθεια, διότι όπως τότε πολιτικά ήταν τα κίνητρα στοχευμένης απαξίωσης του πολιτικού ηγέτη, έτσι και σήμερα πολιτικά είναι τα κίνητρα απαξίωσης του κοινωνικού, αισθητικού και τελικά πολιτικού πλαισίου που υπήρξε το έναυσμα έμπνευσης  του Μικρούτσικου: Η αριστερά!

Ένα ακόμη παράδειγμα μ’ έναν άλλον συνθέτη της αριστεράς: Αναλογιστείτε, πόσο ξενέρωτος εκ του αποτελέσματος είναι ο λογοτέχνης εκείνος (κι αν είναι τελικά λογοτέχνης), ο οποίος δεν καταλαβαίνει (ουδέ καν το διανοείται) ότι το στα «Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους» του Μίκη, αν είναι να χορευτεί, μόνο ως ένα μερακλωμένο ζεϊμπέκικο γίνεται να χορευτεί! Πώς ένας λογοτέχνης θα τολμούσε ποτέ να αποτιμήσει το αποτύπωμα του συγκεκριμένου μερακλωμένου ζεϊμπέκικου ως κοινωνικό παράδειγμα προς αποφυγή, χωρίς να δεχτεί ένα πανίσχυρο πλήγμα αξιοπιστίας η οιονεί θαυμάσια πένα του; Και τηρουμένων των αναλογιών, όσοι χόρεψαν τη δεκαετία του 1960 εν θερμώ και με λαϊκό τρόπο «Τα περβόλια» (το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1962), περίπου ευθύνονται με τον ίδιο τρόπο προσέγγισης της σκέψης του λογοτέχνη, …για την επέλευση της χούντας λίγα χρόνια αργότερα.

…Όμως, ο λογοτέχνης λέει και σκαστά ψέματα!

Γράφει: «…Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας».

Ηθικό δίδαγμα: Αυτά τα συναισθήματα γεννούσε ο καλλιτέχνης στο πόπολο! Κι αν τα ανεχόταν χωρίς να τα συμμερίζεται (γιατί -υποτίθεται- ο λογοτέχνης στο κείμενό του χαράσσει γραμμή διάκρισης του καλλιτεχνικού έργου από τον τρόπο υποδοχής του), είναι τοις πράγμασι και ο ίδιος ο Μικρούτσικος συνειδητό μέρος της βαρβαρότητας που αποδίδει ο λογοτέχνης στους «κάφρους» λαϊκούς θαυμαστές του έργου του.

Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο έργα του συνθέτη, τα «Πολιτικά τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1975, και τον «Σταυρό του Νότου», που κυκλοφόρησε το 1979. Διερωτώμαι: Είδε πουθενά ο λογοτέχνης εκείνα τα χρόνια τα τσερόκι να εκστρατεύουν κατά του καπιταλισμού, όπως λέει; Γιατί εγώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα είδα και αφού η τερατική μετάσταση του πολιτικού συντηρητισμού στο μαζικό λαϊκό υποκείμενο -ξεκάθαρα αριστερό- που νωρίτερα άλλαξε πολιτικά την Ελλάδα, είχε ήδη επισυμβεί.

Εκτός κι αν ο λογοτέχνης αντιλαμβάνεται την πολιτιστική επίδραση του έργου του Μικρούτσικου, ως μια αισθητική δηλητηρίαση αργής εκδήλωσης των συμπτωμάτων της. Και λες και θα μπορούσε κάτι τέτοιο να είναι «καλά λόγια» για τον συνθέτη!

Τέλος, εκτός απ’ όλες αυτές τις αήθειες του λογοτέχνη κατά του συνθέτη, υπάρχει και μια πελώρια πρακτική αντίφαση σε όσα έγραψε: Αποδίδει το «φαινόμενο των τσερόκι» σ’ εκείνους που πολιτικά το αντιστρατεύονταν! Kαι ο γραφιάς που το κάνει αυτό (γιατί, το ξεκαθαρίσαμε πιο πριν αυτό, δεν πρόκειται περί κειμένου λογοτέχνη, αλλά περί πολιτικού φιλιππικού κατά της αριστεράς), προέρχεται ηθικά και ως δημόσια στάση  ακριβώς από την κοινωνική, αισθητική και πολιτική γενιά των παραγωγών  του «φαινομένου των τσερόκι». Μόνον που η γενιά του κατέφαγε το πολιτικό κεφάλαιο που συσσώρευσε η χώρα τη δεκαετία του 1980 και δεν μπορεί πλέον να κατανείμει όσα τσερόκι υποσχέθηκε στην εποχή του σημερινού μεσοαταξίτη ψηφοφόρου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κι έτσι, αναγκάζεται να  διαστρέφει για μιαν ακόμη φορά συνειδητότατα τα ολοφάνερα αίτια της ελληνικής κατάρρευσης του 2010, από την διαπιστωμένη συστημική αστοχία, στις ευθύνες …όσων χόρευαν στους ήχους «του Ρίο τη μαλαφράντζα». (…και να’ ταν και ζεϊμπέκικο το δύσμοιρο το τραγούδι…)

Κι ακόμη χειρότερος ο εξευτελισμός για όσους υπερασπίζονται τον πολιτικό γραφιά, με αναφορές ότι δήθεν εκείνος ο καημένος είπε “καλά λόγια” κι όσοι αντιδρούμε στην βαρύτατη αισθητική, πολιτιστική, ηθική και τελικά ακόμη και βαθύτατα πολιτική προσβολή σε βάρος του Μικρούτσικου μετά θάνατον, είμαστε εμείς «η φυλή των τσερόκι» και δεν είναι οι εκπρόσωποι του γελοίου φαινομένου των γιάπηδων (σήμερα ανατιτλοφορημένου ως «αριστεία»). Ανάμεσα τους και ο «λογοτέχνης»!

Φυσικά,  ένας λογοτέχνης δικαιούται απολύτως να κάνει πολιτική! Αυτό δα έλειπε να του πούμε εμείς τί θα λέει και πώς θα το λέει. Εκείνο που δεν δικαιούται, όμως, είναι τόσο απροκάλυπτα να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική «ιδιότητά» του για να κάνει πολιτική. Κι αν το κάνει δεν είναι μόνο κακή πολιτική, είναι και ανέντιμη λογοτεχνία.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού