Σοβαρή ήττα για την Ελλάδα η πανωλεθρία Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Ο εσωτερικός δημόσιος διάλογος σχετικά με τον απολογισμό του ταξιδιού του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. καλά κρατεί. Η δίκαια σκληρή κριτική (του συνόλου) της αντιπολίτευσης, δεν ανέκοψε την προσπάθεια των πυλώνων της συντονισμένης επικοινωνιακής προσπάθειας του Μεγάρου Μαξίμου να διασώσει ό,τι θα μπορούσε να διασωθεί από τη γελοιοποίηση του προφανέστατα ανεπαρκούς πρωθυπουργού, να εκπροσωπήσει  -έστω με συμβατική πληρότητα- την Ελλάδα σε διεθνείς αποστολές.

Ωστόσο, κάπου τελειώνει η επικοινωνία των συμμάχων του πρωθυπουργού στα κοινά συμφέροντά τους (πολιτικά, επιχειρηματικά μιντιακά) και μένει το γυμνό κόστος για τη χώρα!

Η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ -που πλέον δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση περί του αν έπρεπε να γίνει ή όχι- καταγράφεται στην πολιτική μας ζωή, ως κορυφαία περίπτωση απαξίας εκ του αποτελέσματος όσον αφορά στην εκπροσώπηση της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα.  Δυστυχώς δεν είναι επικοινωνιακών συνεπειών το πλήγμα. Είναι βαθύτατα σχετιζόμενο με την αντίληψη που εμπεδώνεται πλέον στις πρωτεύουσες άλλων χωρών σχετικά με την επάρκεια διεθνούς ελληνικής εκπροσώπησης, μετά από έναν ικανό ήδη γύρο αποτυχημένων ταξιδιών Μητσοτάκη στο εξωτερικό. Άλλωστε, νομίζω πως δεν έχει απομείνει κανένας, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι δεν έχει διαπιστώσει το πρόβλημα. Όλοι οι υποστηρικτές του Κυριάκου είτε προσπαθούν να κάνουν το άσπρο-μαύρο διαψεύδοντας ό,τι τα ίδια τα μάτια μας βλέπουν, είτε μεταθέτουν τη συζήτηση στην περιπεπλεγμένη συγκυρία (λες και ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του δεν την εγνώριζαν και δεν είχαν τον χρόνο να μεριμνήσουν για την αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών της, ως όφειλαν). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχουν οι δήθεν αποστασιοποιημένοι από την ήδη ελεγχόμενη βασίμως ως κακή πρωθυπουργία Μητσοτάκη, οι οποίοι αντί της οφειλόμενης αποτίμησης του πρωθυπουργικού ταξιδιού στις Η.Π.Α. προσφεύγουν στην ανόητη και ολοφάνερα αμήχανη συμψηφιστική αναφορά στη πρωθυπουργία Τσίπρα. Δηλαδή σε μια «συγκριτική», η οποία σε τελευταία ανάλυση μόνο ανομολόγητη αίσθηση ενοχής μαρτυρεί για την ίδια την παρουσία του Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία. Μια εξέλιξη ευθεία συνέπεια της κάλπης του περασμένου Ιουλίου,  με αδύνατο πλέον «να σπρωχτούν κάτω απ’ το χαλί» οι επιπτώσεις της, που όλοι αυτοί οι «δήθεν αποστασιοποιημένοι» όχι μόνο ανέχτηκαν και ευχήθηκαν, αλλά -όπως σήμερα αποδεικνύεται από τη δυσανεξία διάκρισής τους απ’ αυτό το χάλι- τελικά και υπερψήφισαν, εκλογικά μεταμφιεσμένοι σε οπαδούς άλλων σχημάτων –για παράδειγμα του ΚΙΝΑΛ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του ταξιδιού στις ΗΠΑ, όμως, τα πράγματα αποδεικνύουν ότι η περίπτωση Μητσοτάκη, δεν μπορεί πια να εξετάζεται με την πολυτέλεια της ανεκτικής προσέγγισης στον απολύτως ακατάλληλο, που θα τον άντεχε όμως η χώρα, για να μάθει κι αυτός «στου κασίδα το κεφάλι» -γόνος πολιτικής οικογένειας είναι άλλωστε… (Άλλωστε, ούτε ο πρώτος είναι και ίσως ούτε και ο τελευταίος). Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια σε παγκόσμια κλίμακα ολοκάθαρη αντένδειξη συμβατότητας με τα θεμελιώδη προαπαιτούμενα για την ηγεσία χώρας. Δεν είναι προσωπικό, δεν είναι κομματικό, δεν είναι παραταξιακό ζήτημα! Είναι ζήτημα στοιχειώδους αυτοσεβασμού της ίδιας της χώρας και των πολιτικών διαδικασιών της δημόσιας ζωής μας, που θέτουν τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις για να «αντέχεται» ένας πρωθυπουργός, χωρίς η ζημία από την παρουσία του στο αξίωμα να καταλήγει σε κόστος μη διαχειρίσιμο για όλους μας.

Κάποια στιγμή η ευγένεια και η ανεκτικότητα στο πλαίσιο ενός πολιτικού πολιτισμού ανοχής του αντιπάλου, φτάνει στο έσχατο όριο! Εκεί, όπου η ζημία είναι τόσο φανερή, τόσο άμεσα προερχόμενη από το κρινόμενο πρωθυπουργικό πρόσωπο και τόσο μεγάλη, ώστε κάθε παράταση αποσιώπησης των βαρύτατων συνεπειών και για τον οποιονδήποτε λόγο, ισοδυναμεί με σύμπραξη σε πράξεις (εκούσιες ή ακούσιες) καταστροφής. Δηλαδή, δεν είναι πια υπόθεση παραταξιακών διαφορών, αλλά ζήτημα εθνικού συμφέροντος.

Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται και περίσσιο θράσος όπως και ατελείωτη υποκρισία, για να τολμάει κανένας να μέμφεται όσους αντιδρούμε στην προφανή βλάβη σε βάρος της χώρας, καταλογίζοντας, μάλιστα, σε όλους εμάς …αντιπολιτευτική μικροψυχία!!! Γι’ αυτό, όσοι κρυπτο-μητσοτακικοί καμώνονται ότι υπερασπίζονται τη χώρα κατηγορώντας όσους αντιδρούμε στην κατάντια διεθνούς εικόνας της Ελλάδας επί -και κυρίως ένεκα- Κυριάκου Μητσοτάκη, ας σοβαρευτούν. «Η αξιοπρέπεια είναι η συνωμοσία σιωπής της αναξιοπρέπειας», δήλωνε ο Μπέρναρ Σω.

Φυσικά υπάρχουν και αντιπολιτευτικές υπερβολές, ακόμη και αήθειες, μεταξύ κομμάτων στην τρέχουσα διακομματική αντιπαράθεση! Η εντύπωση, όμως, της αλαζονείας που παρέχουν στους υποστηρικτές του ανεκδιήγητου νεο-μητσοτακισμού τα μίντια «συνεταίροι» του στο μπλοκ εξουσίας, που εδώ και μερικούς μήνες ελέγχει τη χώρα, ακριβώς ένεκα του Κυριάκου Μητσοτάκη καταρρέει!

Οι πολίτες θα συμπαραστέκονται με κάθε μέσο σε οποιονδήποτε πρωθυπουργό, ο οποίος με τη στάση του στο εξωτερικό θα παράγει όφελος για την χώρα και τους πολίτες της. Αν την βλάπτει, ο καταλογισμός θα είναι άμεσος, σαφής και αναπόφευκτος. Και καμιά  μιντιακά κατευθυνόμενη σκηνοθεσία αλλοίωσης της πραγματικότητας, όσο καλά προετοιμασμένη κι αν είναι, δεν μπορεί αυτό να το κάμψει!

Το ταξίδι Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. είναι η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, εδώ και πολύ καιρό. Χαμένη ευκαιρία για δύο βασικούς λόγους:

1. Διότι, ανεξαρτήτως του εάν το έκανε η απελθούσα κυβέρνηση ή το έφερε η συγκυρία (στην πραγματικότητα και τα δύο συνέτρεξαν) η δύση, ταλανίζεται σοβαρότερα απ’ όσο εδώ και δεκαετίες σε μια δίνη πολυεπίπεδης κρίσης, πολιτικής οικονομικής, παραγωγικής και πολιτισμικής. Είναι ακριβώς η εποχή που η Ελλάδα καθίσταται σήμερα καθαρότερα απ’ όσο ολόκληρη την περασμένη περίοδο από το 2008 ως σήμερα, ως η χώρα-παράγων-γεωπολιτική οντότητα, που αξίζει τον κόπο να υποστηριχτεί από τους επιλήσμονες συμμάχους της. Η αποκατάσταση της ελληνικής χρησιμότητας για τον δυτικό παράγοντα (που τόσο λοιδορήθηκε από τον τυφλό σοϊμπλισμό των μνημονίων, ως δήθεν βαρίδι για τη Ευρώπη)  φυσικά δεν είναι ζήτημα επενδύσεων, όπως ανοήτως και εκτός ιστορικής ουσίας περιφέρει ο ανεπαρκής σημερινός πρωθυπουργός. Πρόκειται για χρησιμότητα γεωπολιτική και συμβολική, που μόνον υπό το φως της σημερινής διεθνούς αβεβαιότητας κατ’ εξοχήν στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου γίνεται απολύτως αντιληπτή από το σύνολο του δυτικού κόσμου. Συντρέχει, κι αυτό για πρώτη φορά από καταβολής του σύγχρονου ελληνικού κράτους, και μια καίρια πρακτική ελληνική χρησιμότητα για τη δύση: εκείνη του συνδυασμού ιδιοκτησίας κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και διαθεσιμότητας αξιοποίησής τους, με τη γεωγραφική θέση που προσφέρεται για εναλλακτικές από τις παραδοσιακές οδούς διαμετακόμισής τους προς τον δυτικό κόσμο.

Έτσι έχει νόημα η επιστροφή της Ελλάδας στις γεωπολιτικές προτεραιότητες και επιλεκτικές προτιμήσεις της δύσης, και όχι βέβαια ως επενδυτικός προορισμός (που καλώς να έρθει, αλλά δε μπορεί στα σοβαρά αυτό να είναι το σχέδιο μέλλοντος της χώρας). Κι αυτή η ευκαιρία να επανέλθει η Ελλάδα με όρους γεωπολιτικής κρισιμότητας στο διεθνές ενδιαφέρον χάθηκε κατά το ταξίδι Μητσοτάκη στις Η.Π.Α.. Και ίσως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία να επιτευχθεί ο σκοπός, χωρίς όλ’ αυτά να λαμβάνουν χώρα σε περιβάλλον θερμότερο, από τη σημερινή ελληνο-τουρκική διένεξη για τις ΑΟΖ. Η Ελλάδα, αντί για «απαραίτητος παράγων» της δυτικής στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή, κατά την επίσκεψη Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. υποβαθμίστηκε σε δευτερεύοντα πόλο των εξελίξεων και χωρίς βάθος προσδοκιών σχετικά με τον ρόλο της χώρας στο υπό αναδιαμόρφωση νέο σκηνικό που αναδύεται από την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα από το πρωθυπουργικό ταξίδι έμεινε στον κόσμο ως μια περίπτωση συμπαθούς δεδομένου δυτικού εταίρου, με προτίμηση μάλιστα στον αμερικανικό παράγοντα αλά Τραμπ, αν και το ευρωπαϊκό μας πρόταγμα ισχύει απολύτως και παράλληλα ακόμη και ο μισός αμερικανικός πολιτικός κόσμος διαχωρίζει πλήρως τη στάση του από τους καουμποϊσμούς του Αμερικανού προέδρου στην παρούσα ιρανική κρίση. Πρέπει  είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που διά χειλέων Μητσοτάκη δεν κράτησε την ελάχιστη έστω απόσταση από τη πρακτική δολοφονίας κρατικών αξιωματούχων άλλης χώρας με προεδρική εντολή και σε επιχείρηση στο έδαφος τρίτης χώρας. Μόνον ο Όρμπαν -κι αυτός σε ηπιότερους τόνους- μιμήθηκε τον Μητσοτάκη. Η εικόνα αυτή αδικεί και πλήττει επί πλέον σοβαρά την Ελλάδα και την παράδοσή της ανεξαρτήτως διακυβέρνησης μέχρι σήμερα, ως διπλωματίας προαγωγής της ειρήνης, πρακτικής διαλόγου για την επίλυση διεθνών διαφορών παγίως και σεβασμού των διεθνών κανόνων.

2. Διότι, η αυτοπαγίδευση Μητσοτάκη αποκλειστικά στην προσπάθεια εξασφάλισης αμερικανικής υποστήριξης στο δίπολο Ελλάδα-Τουρκία, αποδείχτηκε (και εξ αρχής ήταν για όσους στοιχειωδώς κατανοούν του κανόνες της εξωτερικής πολιτικής) ο λάθος στόχος του ταξιδιού! Η Ελλάδα δεν μπορεί να εκπροσωπείται διεθνώς  αιτουμένη στήριξη στα εθνικά ενδιαφέροντά της, που αυτονόητα ούτε  διαπραγματεύσιμα είναι, ούτε η υπεράσπισή τους εξαρτάται από τον βαθμό υποστήριξης του διεθνούς παράγοντα. Άλλο η οικονομία και ο εξωτερικός δανεισμός για την αποφυγή μιας χρεοκοπίας, και άλλο τα λεγόμενα εθνικά συμφέροντά μας! Αν δεν το κατανοεί αυτό ο πρωθυπουργός, αλίμονο!…

Και ωσαύτως, δεν μπορεί και μετά το ταξίδι να επιμένει η επικοινωνία διαχείρισης της πανωλεθρίας ότι επετεύχθη ο στόχος. Ποιός στόχος; Μα, να τονιστεί  στον συνομιλητή της Ελλάδας ότι δεν θα κάνουμε παραχωρήσεις στα κυριαρχικά μας δικαιώματα!!! Αυτά τα πράγματα συνιστούν πλήρη διακωμώδηση του αυτονόητου για κάθε χώρα του κόσμου, που πρώτο μέλημά της είναι η διαφύλαξη της υπόστασής της, ιδίως της εδαφικής και κυριαρχικής.

Στην παρούσα σύντομη ανάλυση προσπάθησα να δείξω το βάθος της μητσοτακικής αστοχίας και τις τεράστιες συνέπειές της για την Ελλάδα και όλους μας.

Όσο ξεμακραίνουμε από το σκηνικό των εκλογών του περασμένου Ιουλίου τόσο περισσότερο η αλήθεια θα επιδράμει στην ουσιαστική αποτίμηση των πολιτικών πραγμάτων, σε εξατομικευμένο επίπεδο για τον καθένα μας. Και ίσως αυτό είναι και το πλέον αδιάψευστο κριτήριο αξιολόγησης του βαθμού ειλικρίνειας της δήλωσης που κάνουμε όσοι ζούμε εδώ, ότι αγαπάμε και πονάμε τον τόπο μας.