Ημερολόγιο Ασημάντων 234: Είδα φίλους – Πιάσαμε 49 βαθμούς

3.1.20  Παρασκευή. Ανοίγω το παράθυρο, κρύος αέρας και καπνός, έξι το πρωί. Παρακολουθώ τις ειδήσεις στο κομπιούτερ ενώ όλοι κοιμούνται.  Η Αυστραλία σε μεγάλη δοκιμασία. 17 οι νεκροί. Άλλοι τόσοι οι αγνοούμενοι. Αποδοκιμάστηκε ο πρωθυπουργός που πήγε να συμπαρασταθεί  τάχαμου στους πυροπαθείς.  Έχω τηλεφωνήσει στον Τιμ να πηγαίναμε για καμιά βουτιά, αλλά δεν είναι της θαλάσσης. Είναι σε αποθεραπεία άλλωστε μετά από επίθεση σκύλου ενώ ποδηλατούσε, με αποτέλεσμα να σπάσει δάχτυλο χεριού και πλευρά. Κολλήσαμε στο Εarlwood  όπου υπερτερεί το ελληνικό στοιχείο, πίνει καφέδες και βρίζει τους τούρκους, τους  μετανάστες και τους πολιτικούς. Τώρα και τους σκύλους. Το   άτιμο το τετράποδο ξέφυγε από την επιτήρηση της κυρίας του στο πάρκο και επέπεσε σαν όρνεο επί του ατυχούς Τιμόθεου.

Το θερμόμετρο θα δείξει θερμοκρασία μεγίστη 28 βαθμούς  Κελσίου, δεν είναι πολλή αλλά ήδη δεν μπορεί να καθίσεις στον ήλιο. Πάμε στο RSL που  συνεδριάζουν οι σύντροφοι. Τα νέα από τις φωτιές δεν είναι καθόλου καλά. Η κατάσταση χειροτερεύει. Εστίες πυρκαγιάς υπάρχουν παντού και στην Τασμάνια  όπου φαίνεται ότι δρουν εμπρηστές  και στη Βικτώρια και στην   Πέρθη, κοντά σε όλες τις μεγάλες παραθαλάσσιες πόλεις  όπου κατοικούν  τέλος πάντων ανθρώπινα πλάσματα. Πολλές φωτιές όμως δημιουργούνται από αυτοαναφλέξεις.

4.1.20 Σάββατο. Σήμερα βράζει ο τόπος. Βαθμοί 45 υπό σκιάν 49 στο προάστιο Πένριθ και οδηγώ προς Μπράιτον για μπάνιο αριθμός 4.  Εδέησε και  πήρα το αυτοκίνητο-ποίημα που σε ειδοποιεί όπου υπάρχουν σχολεία, κακόφημοι οίκοι, πάρκα με κούνιες και τραμπάλες  να κόψεις ταχύτητα, όπου  έχει κάμερες να κόψεις ταχύτητα, κόψε, κόψε, πηγαίνω σαν  κυρία, στο τέλος  έβαλα στο κομπιούτερ να παίξω σκάκι δέκα λεπτών. Πιστεύω ότι έχω συνδυαστική αλλά και αφαιρετική σκέψη και νομίζω ότι αδίκησα τον εαυτό μου χάνοντας χρόνο διαβάζοντας Πλεχάνοφ και Κροπότκιν, αφού δεν είχα στόφα επαγγελματία επαναστάτη, δηλαδή γραφειοκράτη. Κάθισα στο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα του Μπράιτον με την πετσέτα στο κεφάλι και χάζευα τους ανθρώπους-αετούς και τις μαργαρίτες που ανθίζουν στην άμμο. Εδώ καθόταν και τον είχα πλειστάκις συναντήσει και ο υπέρβαρος αρχισυνδικαλιστής Γιώργος Γκότσης αποκαλούμενος και Βούδας, απέναντι και λοξώς αριστερά από το διαμέρισμα του Αρχιεπίσκοπου κ.κ  Στυλιανού. Και οι δύο εγκατέλειψαν το μάταιο τούτο κόσμο πέρυσι, ενώ την ίδια χρονιά μας άφησε χρόνους και ο εκδότης Θόδωρος Σκάλκος. Και οι τρεις τους έφυγαν πλήρεις ημερών, διανύοντας την ένατη δεκαετία τους κι υπήρξαν πυλώνες της ελληνικής Ομογένειας, όπως έγραψε η Λιλή Καραχάλιου, πυλώνες της πυρκαγιάς θα πρόσθετα εγώ. Οπωσδήποτε και οι τρεις τα είχαν καταφέρει μια χαρά, ο καθείς   στον τομέα του υπήρξε  αυτό που λέμε -και απεχθάνομαι σαν λέξη- «επιτυχημένοι», γιατί ήταν στοχοπροσηλωμένοι, ακαταπόνητοι, εργάτες. Τεράστιοι και Αδίστακτοι. Ικανοί για το χειρότερο, ο Θεός να τους συγχωρέσει και να συγχωρέσει και εμάς που τους ανεχτήκαμε και τους σκεφτόμαστε ακόμη μες το λιοπύρι.

Στην πλαζ είδα έναν εγχειρισμένο με μια μεγάλη μαχαιριά στο στήθος και σκέφτομαι ότι μέχρι στιγμής καλά τα πάω καθώς η μόνη εμπειρία που έχω από χειρουργείο είναι όταν πήγα να μου κάνουν την ένεση κορτιζόνης στους αντίχειρες. Εκεί είδα ανθρώπους μεγάλης ηλικίας σαν τσουβάλια και δεν ξέρεις αν ήταν στρατηγοί, συμβολαιογράφοι, έμποροι πουλερικών ή δεν ξέρω τι. Ούρλιαξα απ’ τον πόνο για να τους ξυπνήσω αλλά δεν παίρνανε χαμπάρι.

-Το απόγευμα έξοδο με  καλλιτέχνες Άθα Σινάνη και Γιώργο  Μιχελακάκη,  εξαιρετικά έργα της ζωγραφικής τους κοσμούν την οικία μου στη Δεριγνύ κι έχω αφήσει πιστούς φρουρούς να τα φυλάσσουν. Πέραν αυτού είναι αξιαγάπητοι άνθρωποι. Dinner  στο εναλλακτικό στέκι του Νιουτάουν μαζί τους λοιπόν όπου βάζεις  κάτι μέσα στο κουτί μετά το φαγητό.  “Έρχομαι από ιστορικό με εντερογαστρίτιδες”,  λέω στον Άθα, “μην πάθω τίποτα”. “Πέντε χρόνια κάθε μέρα τρώω εδώ και είμαι μια χαρά” λέει ο Αθας. Μετά πήγαμε στην μπυραρία, ήπια μια μπύρα, ο Γιώργος  λεμονάδα κι ο Άθας νερό. Οι τηλεοράσεις  στους τοίχους μετέδιδαν κρίκετ κι ένας με τατουάζ κοιμόταν στο τραπέζι.  Το βράδι φύσαγε δυνατά.

• Σαν σήμερα το 1998 ένας επιβάτης Ολυμπιακής Αεροπορίας αλλεργικός στο κάπνισμα πέθανε επειδή ο εθνικός αερομεταφορέας  δεν διέθετε θέσεις ΜΗ καπνιστών.