Απλή αναλογική και συνεργασίες

καλπες

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με την ψήφιση του εκλογικού νόμου και την βασιμότατη πρόβλεψη άμεσης εφαρμογής του μέσω του μητσοτακικού «κόλπου» των «διπλών εκλογών» μέσα στο τρέχον έτος, αλλάζει το πολιτικό σκηνικό και από την εικόνα της λειτουργούσας δημοκρατίας των επάλληλων εκλογικών φάσεων περίπου εγνωσμένης διάρκειας (τετραετία) εισέρχεται σ’ έναν καινούριο γύρο εικόνας παρατεταμένου προεκλογικού πεδίου. Πρόκειται για σοβαρό πλήγμα στην πολιτική σταθερότητα που χρειάζεται η Ελλάδα και οι συνέπειες ίσως αποδειχτούν πολύ σοβαρότερες απ’ όσο φαίνονται σήμερα. Ιδίως, αν η διεθνής ρευστότητα στην περιοχή μας και η οικονομική δυσλειτουργία στην ευρωζώνη παραταθούν ή και ενταθούν, όπως πολλοί προβλέπουν.

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση παραβλέπεται έτσι ότι το εν λόγω μητσοτακικό «κόλπο» των «διπλών εκλογών» παραβιάζει απολύτως και το πνεύμα της συνταγματικής διάταξης, η οποία επιβάλλει εφαρμογή νέου εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν ο νέος εκλογικός νόμος έχει υπερψηφιστεί από 200 βουλευτές, δηλαδή η άμεση εφαρμογή του νέου εκλογικού νόμου (και χωρίς διπλές εκλογές) είναι σχεδόν ομόθυμη πρόθεση του κομματικού συστήματος. Διακηρυγμένος και πρόδηλος λόγος αυτής της συνταγματικής διάταξης να είναι άμεσα εφαρμοστέος ένας νέος εκλογικός νόμος που ενέκρινε η Βουλή, μόνον εάν έχει συγκεντρώσει την υποστήριξη των 2/3 της εθνικής αντιπροσωπείας, είναι να προλαμβάνονται πολιτικοί και εκλογικοί αιφνιδιασμοί από τυχόν περιστασιακές πλειοψηφίες «στην πλάτη» της χώρας και των πολιτών της. Επομένως, αν για τον οποιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε μέσο το πνεύμα αυτής της συνταγματικής ρύθμισης παραβιάζεται, όποιος το κάνει, δεν τα πάει καλά με τον σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Κι αυτό ακριβώς κάνει σήμερα ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης!

Περιπτώσεις διπλών εκλογών, στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, δεν είναι σπάνιες. Στη χώρα μας, μεταδικτατορικά, έλαβαν χώρα εκ της αδυναμίας σχηματισμού συμμαχικών κυβερνήσεων από το 1989 και μετά, και ένεκα της απροθυμίας συνεργασίας των δύο μεγάλων κομμάτων που κυριάρχησαν στο σκηνικό ως το 2012 (Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ.). Σε μία μάλιστα περίπτωση χρειάστηκαν τριπλές εκλογές (1989-1990) για να καταφέρει ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού (με τη γνωστή ιστορία Κατσίκη στο υπόλοιπο Αττικής, που εν μία νυκτί εγκατέλειψε τη ΔΗΑΝΑ του μακαρίτη Στεφανόπουλου -αν και μοναδικός εκλεγμένος βουλευτής της- και υπερψήφισε κυβέρνηση της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) να εξασφαλίσει διακυβέρνηση τετραετίας υπό την πρωθυπουργία του. Το γεγονός ότι ο Κων/νος Μητσοτάκης στη συνέχεια έπεσε από την αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά πριν την ολοκλήρωση της τετραετίας (με λόγο αποχώρησης του Αντώνη Σαμαρά το μακεδονικό) δεν αλλάζει το πολιτικό σκηνικό του 1990: Τον διακαή πόθο του Κων/νου Μητσοτάκη να γίνει επιτέλους πρωθυπουργός (νωρίτερα είχε προσχωρήσει στη Ν.Δ. προερχόμενος από το «Κόμμα Νεοφιλελευθέρων») και να νικήσει πολιτικά (αλλά και ιστορικά) τον Ανδρέα Παπανδρέου, μέσω της παραπομπής του στο Ειδικό Δικαστήριο. (Δυστυχώς με τη σύμπραξη της τότε παραδοσιακής αριστεράς, που επίσης διεκδικούσε μέρισμα από τα ιμάτια του εμφανιζόμενου τότε ως υπό ρευστοποίηση «υπόδικου ΠΑ.ΣΟ.Κ.»).

Σ’ όλες, όμως, τις περιπτώσεις, ακόμη και στις τριπλές εκλογές του 1989-1990 (όλες με απλή αναλογική), τα κόμματα συνομιλούσαν. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου σχολιάζοντας κριτική που τού γινόταν από πασοκικές πλευρές για τις συνομιλίες του με τον Κων/νο Μητσοτάκη στο πλαίσιο της προσπάθειας σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας, αν και ο συνομιλητής του την ίδια ώρα έστεργε να τον «καθίσει στο σκαμνί», εξηγούσε στη βάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι  μπροστά στην ανάγκη να λειτουργήσουν οι θεσμοί το κομματικό και προσωπικό συμφέρον υποχωρεί.

Πρέπει στο σημείο αυτό να προστεθεί ως κρίσιμο στοιχείο του σήμερα δημόσιου διαλόγου  σχετικά με τον δήθεν άγονο χαρακτήρα της απλής αναλογικής (και περαν των ανάξιων λόγου γελοιοτήτων Γεραπατρίτη ότι δήθεν η απλή αναλογική έφερε τον Χίτλερ), ότι ο Κων/νος Μητσοτάκης στη σύντομη θητεία του ως πρωθυπουργός (1990-’93) έσπευσε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο απλής αναλογικής -που προηγουμένως είχε θεσπίσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.- και να επαναφέρει την ενισχυμένη αναλογική. Επιλογή που τότε φαινόταν ευθύγραμμα να του εξασφαλίζει παρατεταμένη πολιτική ηγεμονία, με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ηττημένο και τον πρόεδρό του να σύρεται στο ειδικό δικαστήριο. Τουλάχιστον αυτός ήταν ο σχεδιασμός… Αλλά η πολιτική φαίνεται πως δεν αγαπάει για πολύ καιρό τους καιροσκοπισμούς κι όποτε το κάνει συνδέεται μαζί τους με εφήμερη πολιτική σχέση.

Οι εκλογές του 1993 έγιναν με τον εκλογικό νόμο 1907/1990 που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Κων/νου Μητσοτάκη, δηλαδή ενισχυμένη αναλογική με τις ρήτρες του +1 και του πλαφόν 3% για είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή. Όταν ψηφιζόταν αυτός ο εκλογικός νόμος ο Κων/νος Μητσοτάκης κυριαρχούσε στο πολιτικό σκηνικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν, όμως, υπέστη δεινή ήττα, με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου να έχει αθωωθεί και να κάνει εντυπωσιακό come back με ποσοστό 47% και τον Κων/νο Μητσοτάκη να λαμβάνει ποσοστό 39%.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι στις εκλογές του 1993 ακόμη κι αν γίνονταν με απλή αναλογική, ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται ότι θα εξασφάλιζε αυτοδυναμία.

Το σύντομο αυτό ιστορικό έχει σημασία και συνδέεται απολύτως με τις προθέσεις του σημερινού κειμένου, διότι απ’ αυτό αναδύεται ολοκάθαρα ότι δεν είναι η απλή αναλογική που προκαλεί την ακυβερνησία, αλλά είναι οι μικροπολιτικές τακτικές προσώπων και κομμάτων που την προκαλούν.

Και αντιπαρέρχομαι στο σημείο αυτό το σοβαρό δημοκρατικό πρόβλημα που προκύπτει για τα εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, όταν με προφανή μειοψηφικά δεδομένα ένα κόμμα ελέω εκλογικού νόμου σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτή η δημοκρατική αντίφαση έφερε στη διακυβέρνηση της χώρας κόμματα με ποσοστά στη ζώνη του 35-40%. Δηλαδή, έφερε στην κυβέρνηση οικτρές μειοψηφίες. Και το ίδιο κάνει σήμερα και ο εκλογικός νόμος που ψήφισαν προ  ημερών από κοινού Ν.Δ. και «Ελληνική Λύση».

Η δημοκρατική δυστοπία της ενισχυμένης αναλογικής, σε μία περίπτωση τιμώρησε και τους εμπνευστές της! Έτσι το 2015 ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με αντίστοιχα εκλογικά ποσοστά έγινε κυβέρνηση.

Μόνο που εδώ υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μόλις ανάλαβε τη διακυβέρνηση άλλαξε την ενισχυμένη αναλογική και έφερε εκλογικό νόμο απλής αναλογικής.

Αυτόν τον νόμο απλής αναλογικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., μόλις ήρθε στη εξουσία προ μηνών και πάλι η Ν.Δ., τον κατήργησε και ξαναέφερε  προ ημερών την ενισχυμένη αναλογική!

Φυσικά γι’ αυτή τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση, δεν είναι μόνο η Ν.Δ. στην οποία αποδίδονται ευθύνες. ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε., όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έφερε την απλή αναλογική, εκείνα καταψήφισαν.

Για την ιστορία υπέρ της απλής αναλογικής του ΣΥΡΙΖΑ, ψήφισαν οι ΑΝ.ΕΛ. και η Ένωση Κεντρώων. Καταψήφισαν Ν.Δ., ΚΙΝ.ΑΛ. (τότε Δημοκρατική Συμπαράταξη) και Ποτάμι. Το Κ.Κ.Ε. δήλωσε «παρών» και απείχε η Χ.Α.. Εκείνη η απλή αναλογική έλαβε 179 «ναι», 83 «όχι» και 19 «παρών». Απλή πρόσθεση δείχνει ότι αν ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε. είχαν πράξει το πολιτικά και δημοκρατικά αυτονόητο, ο εκλογικός νόμος απλής αναλογικής θα είχε εγκριθεί με περισσότερες από 200 ψήφους της τότε Βουλής, δηλαδή θα ήταν άμεσα εφαρμοστέος, και οι εκλογές του περασμένου Ιουλίου θα είχαν γίνει με απλή αναλογική, ενώ η σημερινή λαίλαπα του νεο-μητσοτακισμού, στη δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα και την εξωτερική πολιτική, θα είχε αποτραπεί. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι δύο φορές προσεκτικοί  και να βουτάνε τη γλώσσα στο μυαλό τους στο ΚΙΝ.ΑΛ. και το Κ.Κ.Ε., όταν τολμάνε να ισχυρίζονται ότι «τον Κυριάκο Μητσοτάκη τον έφερε ο Τσίπρας με την διακυβέρνησή του». Κι έτσι να ήταν (που δεν είναι), ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε. είχαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποτρέψουν την επικράτηση της Ν.Δ. τον περασμένο Ιούλιο αν είχαν ψηφίσει την απλή αναλογική. Και δεν το έκαναν!

Οι απολύτως αντιδημοκρατικές και καιροσκοπικές προθέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με το εκλογικό σύστημα προκύπτουν διά γυμνού οφθαλμού, με την αδιανόητη και ακραίας αήθειας για πολιτικό αρχηγό που σέβεται έστω προσχηματικά τους θεσμούς δήλωση του και προκαταβολικά ότι «δεν θα συνεργαστεί με κανέναν»! Après lui le déluge.

Βεβαίως με τον εκλογικό νόμο που ψήφισε η Ν.Δ. υπάρχει και το δεύτερο επίπεδο τυχοδιωκτισμού του κ. Μητσοτάκη, που δεν είναι άλλο από την πεποίθηση των συνεργατών του ότι υπάρχει και το back up του γελοίου ακροδεξιού Βελόπουλου, μαζί με τον οποίο ψήφισαν πριν λίγες τον νέο εκλογικό νόμο ενισχυμένης αναλογικής και ο οποίος ήδη ράβει υπουργικό κοστούμι εν όψει των «διπλών εκλογών» εντός  του 2020.

Σε τέτοιο σκηνικό, εξαερώνεται και η όποια «χρησιμότητα» του ΚΙΝ.ΑΛ. στο πλαίσιο μιας προβαλλόμενης ανάγκης κυβερνητικής σταθερότητας για συνεργασία με τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, το σενάριο δηλαδή στο οποίο η κυρία Φώφη Γεννηματά έπαιξε όλα τα λεφτά του ΚΙ Ν.ΑΛ. και τα έχασε στις τελευταίες εκλογές, καταλήγοντας σήμερα στο προφανές πολιτικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει ο χώρος της.

(Το Κ.Κ.Ε. είναι άλλη περίπτωση και ελπίδα να έχει συμβολή σε οποιαδήποτε προοπτική προοδευτικής αλλαγής στην Ελλάδα εξέλιπε).

Μέσα σ’ ολ’ αυτά, όμως, προκύπτει και η τακτική δυσκολία που αντιμετωπίζει με τον νέο εκλογικό νόμο και ο ίδιος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!

Οι ηρωικού τύπου αναφορές του κ. Τσίπρα περί της προοπτικής οι ίδιοι οι πολίτες με την ψήφο τους στις διπλές εκλογές που μεθοδεύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέσα στο 2020 να ακυρώσουν τα τυχοδιωκτικά σχέδια του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι σοβαρή πολιτική. Ο κ. Τσίπρας κι όλοι μας γνωρίζουμε ότι εκλογές που κέρδισε ένα κόμμα πριν λίγους μήνες, δεν θα χαθούν για το ίδιο κόμμα εάν τυχόν σύντομα θα είχαμε και νέες πρόωρες εκλογές. Γιατί; Διότι οι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων δεν είναι αυτοματισμοί κίνησης κοινωνικών διεργασιών και για να αλλάξουν τέτοιοι συσχετισμοί δύναμης απαιτείται χρόνος. Ουδέ καν η θλιβερότατη ως τώρα διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη δεν φαίνεται ικανή μέσα σε τόσο λίγο χρόνο να οδηγήσει στο να χάσει ο ίδιος τις νέες πρόωρες εκλογές μέσα στο 2020, έχοντας πολύ πρόσφατα κερδίσει τις εκλογές του περασμένου Ιουλίου.

Η εμφανιζόμενη και ως τώρα μόνον υποδορίως λειτουργούσα φθορά από τον χείριστο τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τις τύχες της χώρας ο σημερινός πρωθυπουργός, ασφαλώς θα ενταθεί ως φαινόμενο και ως εκδήλωσή του κατά τους επόμενους μήνες. Άλλωστε, ακριβώς αυτός ο φόβος της εντεινόμενης και επιταχυνόμενης κυβερνητικής φθοράς είναι που ωθεί τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη στην επιλογή για νέες πρόωρες και διπλές αυτή φορά εκλογές όσο το δυνατό συντομότερα, για να μην αθροιστεί σε βάρος του αυτή η φθορά. (Θα πρόκειται για μια ετεροχρονισμένη επανάληψη του σαμαρικού τυχοδιωκτισμού των διπλών εκλογών του 2012. Και μια ακόμη περισσότερο ετεροχρονισμένη επανάληψη του τυχοδιωκτισμού των τριπλών εκλογών του Κων/νου Μητσοτάκη το 1989-1990). Πιθανότατα, όμως, η φθορά αυτή δεν θα προλάβει να καταστεί δυναμική ήττας για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη!

Ο κ. Τσίπρας τους επόμενους μήνες και μέχρι τις πιθανολογούμενες  πρόωρες εκλογές, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να πράξει δύο πράγματα:

1. Να απευθυνθεί με όρους στρατηγικής προοπτικής συνεργασίας σε όλα τα άλλα κόμματα πλην Ν.Δ. και «Ελληνικής Λύσης» (ακόμη και προς το πολιτικά και ταξικά επί της ουσίας εξουδετερωμένο για την αριστερά Κ.Κ.Ε.), και

2. Να ασκήσει σοβαρή και αποτελεσματική αντιπολίτευση, ώστε να επισπευστούν και να ενταθούν τα φαινόμενα φθοράς του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Θεωρώ αμήχανο και με χαρακτηριστικά πολιτικού αυτο-εγκλωβισμού το μόνο που λέει σήμερα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σχετικά με τον νέο εκλογικό νόμο να είναι το ανούσιο κλισέ «ο λαός θα ακυρώσει με τη ψήφο του» τη μεθόδευση του νεο-μητσοτακισμού. Πειστική αντιπολίτευση κατά της καταστροφικής διακυβέρνησης Μητσοτάκη χρειάζεται, σε συνδυασμό με τη μεσοπρόθεσμη απόπειρα σύμπηξης μιας ευρείας αντιδεξιάς συμμαχίας.

Όσο καλύτερο αποτέλεσμα φέρει αυτή η πολιτική τακτική στις πιθανολογούμενες πρόωρες εκλογές του 2020, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα έχει η προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα να τελειώσει τη δύσθυμη ακροδεξιά και νεο-φιλελεύθερη εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη και να οδηγήσει τη χώρα στις προοδευτικές  επιλογές που έχουμε ανάγκη.