Ημερολόγιο Ασημάντων 255: Σκέφτομαι τις φίλες μου

8.2.20  Σάββατο. Βρέχει  ρομαντικά   στα λούκια και στους τσίγκους. Η υγρασία σου σπάει τα κόκαλα. Μία η ώρα το πρωί με πονάει το στήθος, μία η ώρα και  παθαίνω κράμπα, πονάνε τα δόντια μου, η  γλώσσα μου, η μέση μου τα μαλλιά μου. Μάλλον δεν νυστάζω, πώς να κοιμηθείς με αναμμένα φώτα λες και είσαι σε κρατητήριο. Ήπια ένα καφέ χτες με τους συντρόφους, άλλον ένανε με το Στεφανίδη το μεσημέρι σπίτι, και με τον Τιμ στο Νιουτάουν αργότερα. Κακώς. Δεν νυστάζω τώρα, άφησα πάλι στη μέση το κουτσό που το κουβαλάω μαζί μου και σκέφτομαι τις παλιές μου φίλες   νοσταλγικά. Κάποιες που θα ήθελα να θωπεύσω με …καλές προθέσεις.  Ή να τους πω και τον πόνο μου βρε παιδί μου, κρατώντας το χέρι τους. Η κατανόηση  είναι θεραπευτική, το άγγιγμα παρομοίως, η αγάπη είναι θεραπευτική και το σεξ θεραπευτικότερο.  Ή και τούμπαλιν . Είναι που τα στερούμαι δραματικά αυτή την περίοδο. Όλες αυτές τις μέρες της φωτιάς και της βροχής σκέφτομαι καμιά εικοσαριά φίλες. Δεν έχω κάνει τίποτα με τις περισσότερες και με τις δυο τρεις, που είχα συνευρεθεί πάλαι ποτέ, τις σκέφτομαι λιγότερο σεξουαλικά και περισσότερο νοσταλγικά και τρυφερά. Όχι πως δεν ήταν ερωτικές.  Απεναντίας. 

Τσουπ τσουπ άρχισε η κυκλοφορία.

-Πού πας ταλαίπωρε Εμτζέι ; η μαμά κοιμάται. 

– Παππού μπορείς να έλθεις στο δωμάτιο να κοιμηθείς μαζί μου στον καναπέ; Οκέι. Παίρνω την κουβέρτα μου και πάω. Πώς να κοιμηθείς με το γλόμπο πάνω από το κεφάλι σου;  Τέλος πάντων προσπαθώ να γλαρώσω και να ξαναπιάσω τις φίλες μου  με τη σειρά, αλλά μετά από μισή ώρα ένα χέρι με σκουντάει. Είναι η σειρά της Έρικας που ήλθε από το δωμάτιό της, την ώρα που σκεφτόμουν την Παρασκευούλα και την Νέλη. Έλα Έρικα να πάμε στη γιαγιά, της λέω απηυδισμένος. Κάτι μουρμουρίζει και επιστρέφει  στο δώμα της. Goodgirl.

Η Έρικα κοιμήθηκε πάλι, ο Εμτζέι κοιμάται, ώρα να πάω στο κρεβάτι μου να σκεφτώ τις φίλες μου. Δεν προλαβαίνω να κλείσω τα μάτια μου για να ακούσω καλύτερα  τους πόνους   και τα κορίτσια της υφηλίου και  τσουπ τσουπ νάσου εκ νέου ο λαμπρός νέος Εμτζέι.

-Θέλω  να πάω στη μαμά.

– Όχι. 

-Να κοιμηθώ μαζί σου;

-Βεβαίως. 

Κι έτσι πήγε το πράγμα μέχρι τις έξι το πρωί, όπου ο Εμτζέι πήγε στο δωμάτιό του. Γιατί; Γιατί φοβάται τον uncleΤony.

-Καλά τόσο μπαμπούλας είναι ο uncleΤony? λεω στην κόρη μου.

-Δεν τον ξέρεις εσύ, ο γιος σου είναι φασίστας σαν τη μαμά, εξάκτλυ. Αν δε  βρει το πρωί τα παιδιά στο κρεβάτι τους, λέει  θα τα κλειδώσει στις κάμαρές τους.

-Είναι ένας φασίστας πονόψυχος όμως, δεν θα το κάνει.