Τα καλά του brain drain

covid

Η αναζήτηση καλύτερης τύχης μακριά από την ελληνική χερσόνησο έχει μακραίωνη παράδοση. Ας θυμηθούμε κάποια γεγονότα: Το 1821 οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αλλά η πρώτη μεγάλη μάχη δόθηκε μακριά από την ελληνική χερσόνησο και συγκεκριμένα στη Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία). Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, υψηλόβαθμος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, είχε οργανώσει ένα στρατιωτικό σώμα εθελοντών, τον Ιερό Λόχο. Στο Ιάσιο, όπου οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες, οι εθελοντές ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης. Όμως οι περισσότεροι ήταν σπουδαστές και άνθρωποι των γραμμάτων με πλημμελή στρατιωτική εκπαίδευση. Στη μάχη του Δραγατσανίου δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τη στρατιωτική μηχανή των Οθωμανών. Αλλά η θυσία τους δεν ήταν άσκοπη. Η φλόγα της Ανεξαρτησίας είχε ανάψει και δεν θα έσβηνε ποτέ πια.

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αρχίζουν να συζητούν για την αυτοθυσία των Ελλήνων. Οι ισχυροί της Ευρώπης στην Αγγλία, στη Γαλλία και στη Ρωσία αρχίζουν να παρεμβαίνουν υπέρ των επαναστατών. Δεν θα σταματήσουν τις παρεμβάσεις σε στιγμές κρίσιμες, όταν ακόμη και οι Έλληνες οπλαρχηγοί έμοιαζαν εξουθενωμένοι από την υπεροπλία του αντιπάλου ή τις εσωτερικές τους έριδες. Δεν θα σταματήσουν μέχρι την εξουδετέρωση του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο και την κήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας το 1830.

Δεν ήταν τυχαίο ότι οι Έλληνες της Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης ήταν εκείνοι που άναψαν τη φλόγα του αγώνα. Στο brain drain της εποχής εκείνης, πολλοί Έλληνες εγκατέλειπαν την υπόδουλη πατρίδα για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στη σημερινή Ρουμανία, Σερβία ή Ουγγαρία. Όπως επισημαίνει στην DW ο φιλόλογος και ιστορικός Στάντης Αποστολίδης “η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν παρείχε κίνητρα σε ανθρώπους μορφωμένους για ιδιαίτερη ανέλιξη. Υπήρχαν καταρτισμένοι άνθρωποι, τους οποίους η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να απορροφήσει, δεν έβρισκαν πεδίο εκτός της Υψηλής Πύλης και των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Δηλαδή η διοίκηση του Οθωμανικού Κράτους εμπιστευόταν σε Έλληνες τη διοίκηση των επαρχιών που είχαν ένα μεγάλο ποσοστό αυτονομίας”.

Η κινητικότητα της εποχής δημιούργησε ισχυρές ελληνικές κοινότητες στην καρδιά της Ευρώπης. Αυτές οι κοινότητες, από το 1821 και μετά, στάθηκαν στο πλευρό των αγωνιστών. Μερικά παραδείγματα, όπως τα απαριθμεί ο Στάντης Αποστολίδης: “Ο Αδαμάντιος Κοραής, μεγάλο μυαλό που φεύγει από την περιοχή της Μικράς Ασίας και πηγαίνει στη Γαλλία, έχει ισχυρή επίδραση σε πνευματικούς κύκλους, αφυπνίζει τον γαλλικό φιλελληνισμό. Είχε προηγηθεί ο Ρήγας Φεραίος στην Αυστρία, χώρα κατ’ εξοχήν συντηρητική και αντίθετη στην Επανάσταση. Φιλελληνικές κινήσεις εμφανίζονται και στην Ελβετία, χώρα με έντονη κοινοτική ελευθερία”. Στήριξη υπήρξε και στον οικονομικό τομέα, γιατί “όταν η Ελλάδα είχε ανάγκη από δάνεια, αυτά δεν θα μπορούσαν να συναφθούν απλώς με το ‘σας παρακαλούμε, δώστε μας’. Υπήρξαν Έλληνες που μεσολάβησαν, στην Αγγλία και στη Γαλλία, για να πάρουμε δάνεια. Να αναφέρουμε και την περίπτωση του Εϋνάρδου, του Ελβετού τραπεζίτη, ο οποίος βοήθησε να στηθεί η Εθνική Τράπεζα. Ξέρουμε ότι ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια”.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου, προωθεί την ελληνική υπόθεση στο παρασκήνιο και αργότερα γίνεται ο πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδας. Όπως φανερώνει το όνομα, η οικογένεια του Καποδίστρια κατάγεται από τη χερσόνησο της ‘Ιστρια στη σημερινή Κροατία (Capo d’ Istria). Οι προσδοκίες των Ελλήνων του εξωτερικού για μια καλύτερη ζωή σε μία ελεύθερη πατρίδα δεν εκπληρώνονταν πάντα. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Στάντης Αποστολίδης “πολλοί προσπάθησαν να έρθουν, είχαν το όραμα της επιστροφής στην ελεύθερη Ελλάδα αλλά είτε δεν τα κατάφεραν είτε δεν βρήκαν τίποτα από όσα περίμεναν. Κάποιοι γύρισαν και περίμεναν να βρουν ένα πανεπιστήμιο να διδάξουν, χώρους, αξιοκρατία αλλά είδαν ότι απλώς τρώμε ο ένας τον άλλον εδώ πέρα…”. Στις επόμενες δεκαετίες το νέο ελληνικό κράτος προσπαθεί να αναπτυχθεί, να διευρύνει τα σύνορά του και τις δυνατότητές της. Στις αρχές του 20ού αιώνα δημιουργείται ένα νέο μεταναστευτικό κύμα, αυτή τη φορά με προορισμό τις ΗΠΑ.

“Θα έλεγα ότι δεν πρόκειται για brain drain αλλά για hand drain”, επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός. “Ήταν άνθρωποι που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, η ζωή στη νέα τους πατρίδα ήταν βάσανο για τους ίδιους αλλά απολύτρωση για την Ελλάδα γιατί μπόρεσαν να βοηθήσουν οικονομικά με τα εμβάσματα. Το ίδιο συνέβη με ένα δεύτερο κύμα μετά τον πόλεμο. Η μετανάστευση στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία προήλθε κυρίως από κατεστραμμένα χωριά, κατεστραμμένα εδάφη, οι περισσότεροι δεν είχαν καν γνώση της γλώσσας στη χώρα που πήγαιναν και χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες”. Γι αυτούς τους ανθρώπους ο ξεριζωμός ήταν βασανιστικός, καθώς μάλιστα οι συνθήκες και η ανάγκη της επιβίωσης δεν επέτρεπαν συχνή επαφή με την πατρίδα. Αυτό αντανακλάται στα τραγούδια και στη λογοτεχνία της εποχής. Για τις κοινότητες που άφησαν πίσω τους πάντως, η μετανάστευση αποδείχθηκε και πάλι ευεργετική. “Υπάρχουν περιπτώσεις όπως το Καστελόριζο που επιβιώνει διότι έχει μία τόσο ισχυρή παροικία στην Αυστραλία πιο ισχυρή από τον πληθυσμό του Καστελόριζου, με τοπικές εφημερίδες, με ισχυρούς ανθρώπους εκεί, πολιτικά δυνάμενους…”

Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 οι μεταναστευτικές κινήσεις ήταν αμφίδρομες, κατά κάποιον τρόπο: πολλοί νέοι Έλληνες έφευγαν για να σπουδάσουν στο εξωτερικό, αλλά την ίδια στιγμή απόδημοι Έλληνες με υψηλή επιστημονική κατάρτιση γυρνούσαν στην πατρίδα και προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις που απέκτησαν στη Γερμανία, στην Αυστραλία ή αλλού. Η μεγάλη κρίση, από το 2009 και μετά, προκαλεί νέο κύμα φυγής. Περισσότεροι από 500.000 νέοι άνθρωποι που είτε διαθέτουν είτε θέλουν να αποκτήσουν επαγγελματική κατάρτιση, εγκαταλείπουν τη χώρα. Θα ήταν καλύτερα να μείνουν; Ή μήπως, αν έμεναν, δεν θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα προσόντα τους; Οι κυβερνήσεις δηλώνουν ότι “θα φέρουν τα παιδιά μας πίσω”. Αλλά για να συμβεί αυτό δεν αρκεί να βελτιωθούν τα οικονομικά μεγέθη. Χρειάζεται πάνω απ’ όλα να καταπολεμηθούν η γραφειοκρατία, η αναξιοκρατία, το πελατειακό κράτος. Πρόσφατα ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης είχε καταθέσει μία ασυνήθιστη πρόταση: μισθός 3.000 ευρώ (μεικτά) για έναν χρόνο, με επιδότηση από κοινοτικά κονδύλια για όποιον επιστρέφει στην Ελλάδα στα πλαίσια ενός προγράμματος επαναπατρισμού. Κάποιοι βρίσκουν ελυστική την ιδέα, άλλοι αντιτείνουν ότι η αγάπη για την πατρίδα δεν εξαγοράζεται. Μιλώντας στην DW o Στάθης Καλύβας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εκτιμά ότι πράγματι το συγκεκριμένο ποσό δεν μπορεί να αποτελεί επαρκές κίνητρο για μία τέτοια απόφαση ζωής. Από την άλλη πλευρά, επισημαίνει, “όποιος σκέπτεται να επιστρέψει, πολλές φορές το κάνει αυτό γιατί βρίσκεται σε μία περίοδο επαναπροσανατολισμού, είτε στον επαγγελματικό τομέα, είτε στην προσωπική του ζωή. Σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά. Και σε αυτό το πλαίσιο, μία οικονομική στήριξη θα μπορούσε να δώσει την τελευταία ώθηση για τη λήψη της απόφασης”.

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας το 2015, το βασικό κίνητρο για τη φυγή των Ελλήνων στο εξωτερικό στα χρόνια της κρίσης ήταν η αναζήτηση ικανοποιητικών εισοδημάτων και σταθερών εργασιακών σχέσεων. Υπολογίζεται ότι το 15% όσων έφυγαν έχουν ήδη επιστρέψει. “Κάποιοι προτιμούν να μείνουν στο εξωτερικό γιατί θέλουν να ζουν σε ένα οργανωμένο κράτος, σε μία οργανωμένη κοινωνία γιατί εκτιμούν το γεγονός ότι οι κανόνες τηρούνται”, τονίζει ο καθηγητής Στάθης Καλύβας. Άλλοι πάλι, επισημαίνει, “μπορεί και να εγκαταλείψουν μία ωραιοποιημένη εικόνα που είχαν, να αντιληφθούν ότι και στο εξωτερικό υπάρχουν προβλήματα”. Σε κάθε περίπτωση “οι λόγοι για τη μετανάστευση ή για την επιστροφή είναι τόσο διαφορετικοί και τόσο πολυσχιδείς, όσο και οι ίδιοι οι άνθρωποι…”

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού