Η ΕΕ εκτός τόπου και χρόνου (Μέρος B΄: Ζητούμενo η αλλαγή οικονομικής πολιτικής)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η σημερινή ανάγκη να αναζητήσει η ΕΕ ενιαίους τρόπους αντίδρασης στις οικονομικές συνέπειες της μεγάλης υγειονομικής κρίσης του κορωναϊού, είναι αυτονόητη! Δεν χρειαζόταν να βιωθεί το δράμα της Ιταλίας και της Ισπανίας και στη βάση του θρήνου για τις απώλειες ζωών χιλιάδων ευρωπαίων πολιτών, ώστε να αναζητηθούν κοινές πρακτικές λύσεις στο πρόβλημα της οικονομίας.

Θεωρώ προσβλητικό για τούς Ιταλούς και τους Ισπανούς (όπως προσβλητικό ήταν για τους Έλληνες την περίοδο 2010-2019) η συζήτηση για την ενιαία ευρωπαϊκή στάση στην οικονομία, να προσεγγίζεται υπό την οπτική μιας «υπόθεσης αλληλεγγύης» (όπως έγινε και με την Ελλάδα). Και με θλίβει το γεγονός ότι πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες και σήμερα αναπαράγουν αυτή την οπτική της ανάγκης «επίδειξης αλληλεγγύης», ως πολιτική βάση των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν, ως αντίδραση για την αναζωπύρωση και εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη. Ενώ εδώ έχουμε να κάνουμε με πεντακάθαρη ανάγκη αναθεώρησης της βασίμως  ελεγχόμενης εδώ και χρόνια ως εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Εξάλλου, και πριν την εμφάνιση της πανδημίας οι προβλέψεις υφεσιακών πιέσεων και αντιπληθωριστικών συνεπειών στην ευρωπαϊκή οικονομία ήταν δεδομένες.

Φυσικά, η πανδημία μετέτρεψε μια εσφαλμένη οικονομική πολιτική με συστημικά χαρακτηριστικά (αλλά πάντως με την ευχέρεια μέχρι πριν λίγο να επιστρατεύει διαθέσιμα χρηματοοικονομικά μέσα για να εκτονώνει κάθε φορά το βάθος της κρίσης και να μεταθέτει στο μέλλον τη συζήτηση για την ανάγκη αναθεώρησης των βάσεων στην οικονομική πολιτική της 20ετίας 1990-2010, που ευθύνεται για ολοφάνερες αστοχίες και με βαρύ πολιτικό κόστος για τη συνοχή της ΕΕ), σε θέμα άμεσης προτεραιότητας! Είναι, όμως, ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια (αν δεν είναι εγκληματική πολιτική ανεπάρκεια ή ανεπίτρεπτος οικονομικός «φιλο-τομαρισμός» μεμονωμένων χωρών-μελών) σήμερα μετά τη δραματική τροπή των εξελίξεων λόγω της πανδημίας στην οικονομία, να υπάρχουν ηγεσίες που υποστηρίζουν ότι τα διαθέσιμα χρηματοοικονομικά μέσα, με τα οποία ως σήμερα προσπαθούσαμε να ξεπεράσουμε τις εγγενείς αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας, αρκούν για να ξεπεράσουμε το σημερινό σοκ!

[Ένας άσπονδος φίλος μου (για άλλο λόγο, με άλλες αφορμές και με άλλες πολιτικές προθέσεις) ονόμαζε αυτήν την πάγια τακτική να αναζητούνται λύσεις παραπέμποντας κάθε φορά στο μέλλον για να αποφεύγεται η συζήτηση επί της ουσίας, ως «κλωτσιά στο τενεκάκι για να πάει λίγο πιο πέρα». Οι προβλέψεις του φίλου μου, τότε δεν επιβεβαιώθηκαν και στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά δεν «κλώτσησε το τενεκάκι πιο πέρα», αλλά κατάφερε να παραδώσει την Ελλάδα εκτός μνημονίου και με ρυθμισμένο χρέος.

Σήμερα είναι ασφαλώς μια ευκαιρία να προσχωρήσουν στο μέτωπο της λογικής, όσοι τις επιφυλάξεις όλων ημών για την ΕΕ την κρίσιμη περίοδο 1990-2019 (και με έμφαση τη μνημονιακή εποχή) για την εγκληματικά άστοχη οικονομική πολιτική της δημοσιονομικής ευταξίας ακόμη και σε βάρος της οικονομικής επέκτασης, θεωρούσαν «φανατισμούς της κομμουνιστικής αριστεράς». Εκείνοι τότε διέπραξαν το μεγάλο ατόπημα να συστρατευτούν με φανατισμό στο πλευρό της «ομάδας του Σόιμπλε», επιφανειακά και με πρωτοφανή πολιτική ανωριμότητα -εμφορούμενοι μόνον από ιδεοληψίες- και επέλεξαν να αντιπαρατεθούν στην ίδια τη χώρα τους τη στιγμή της κρίσιμης αναδιαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου Σαμαρά –με επίκεντρο την αδήριτη ανάγκη ρύθμισης του χρέους και με θέα σε επιλογές εξόδου από τις μνημονιακές «διασώσεις».  Στόχοι που επιτεύχθηκαν και οι δύο! Απ’ αυτήν την οπτική η μεγάλη σκιαμαχία των τότε αυτο-αποκαλούμενων ως «μένουμε  Ευρώπη», θα μείνει στην ιστορία ως κορυφαίο δείγμα ανεπαρκούς πρόσληψης των πραγματικών πολιτικών συντεταγμένων του 2015. Προς γνώσιν!…]

Σήμερα, δηλαδή, δεν μπορεί να γίνει καμιά συζήτηση με ελπίδες να επιτευχθεί συμφωνία κοινά αποδεκτή στη σκληρά πληττόμενη απ’ αυτή την περιπέτεια Ευρώπη, χωρίς να υπάρξει ομοφωνία στη βάση επί της οποίας θα αναζητηθούν οι καλύτερες απαντήσεις. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα!…

Διότι:

– Χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά προωθούν την αναζήτηση λύσεων, στην ίδια βάση χάραξης οικονομικής πολιτικής που εδώ και μια δεκαετία (και πριν τον κορωναϊό) αποδεδειγμένα αποδείχτηκε ατελέσφορη. Και η βάση αυτή (οικονομολογικά απολύτως απρόσφορη για τη θεραπεία των χρόνιων προβλημάτων της ευρωπαϊκής οικονομίας) είναι η εμμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία, όταν ακόμη και ένας πρωτοετής φοιτητής των οικονομικών κατανοεί ότι αυτή η επιλογή ολοφάνερα συμβάλλει στην εμβάθυνση της κρίσης, και όχι στην υπέρβασή της.

Ιδίως υπό τις συνθήκες του αναγκαστικού switch off της ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω της πανδημίας (και με όρους παγκοσμιότητας στις ανασταλτικές λειτουργικές συνέπειες των οικονομιών), είτε είναι  καταφανής -πολιτικός και οικονομολογικός- μικρονοϊσμός είτε βάρβαρη παραβίαση των αρχών που συνέχουν την ενοποιητική ευρωπαϊκή διαδικασία, να παριστάνει μια υπεύθυνη ηγεσία της ΕΕ ότι αντιμετωπίζουμε μια περιστασιακή και κυκλική κρίση (μία ακόμη) στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Μια συνήθη κρίση, για την υπέρβαση της οποίας υπό την ιδεολογικοπολιτική αφασία που έχει εγκαταστήσει στις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ η διεθνής επικυριαρχία του καπιταλισμού (δηλαδή με τη ρουτίνα των τουλάχιστον αμφιλεγόμενων «διασωστικών» μοντέλων μνημονιακού τύπου στην ευρωζώνη), σε μερικές εβδομάδες από σήμερα, απλά θα ανοίξουμε και πάλι τον διακόπτη της οικονομίας και όλα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα!

Πόσο αφελής (ή πόσο εμμονικός) πρέπει να είναι ένας οικονομολόγος στη σημερινή ΕΕ για να καμώνεται ότι η σημερινή περιπέτεια της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι ανάλογη περίπτωση με την κρίση εξωτερικού δανεισμού σε μέρος της ευρωζώνης του 2010; Ας δώσω εγώ μια απάντηση στο ρητορικό ερώτημα: ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ πλέον οικονομολόγος στην ευρωζώνη σήμερα (συμπεριλαμβανομένων και των πιο φανατικών υποστηρικτών της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε) δεν λέει αυτά που λένε οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά! ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ δεν αντιμετωπίζει τη σημερινή παραγωγική και χρηματο-οικονομική καταστολή στην Ευρώπη, με ανάλογο τρόπο της κρίσης του 2010. ΟΛΟΙ μιλούν για συστημική κρίση,  δομών και αναθεώρησης του παραγωγικού μοντέλου. Ναι, μπορεί οι οικονομολόγοι της ευρωζώνης να διαφωνούν σχετικά με το εάν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ευρωομόλογα για προσωρινή χρηματοδότηση της οικονομίας σε καταστολή, ή όχι. Ναι, μπορεί να διαφωνούν σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί τo απόθεμα του ESM. Όμως, ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ συναινούν στο ότι δεν πρόκειται για μια κλασσική περιστασιακή κυκλική κρίση, αλλά για μια κρίση βάθους χρόνου και αναγκών παραγωγικής και χρηματοοικονομικής ανασυγκρότησης για να αποκατασταθούν μεσοπρόθεσμα οι συνέπειες της πανδημίας στην ευρωπαϊκή οικονομία.

– Η απόφαση προσωρινής αναστολής της υποχρέωσης των χωρών-μελών για δημοσιονομική πειθαρχία (που επιβαλλόταν με το Σύμφωνο Σταθερότητας και σήμερα η ισχύς της έχει ανασταλεί με ρήτρα προσωρινότητας), δεν είναι μια κίνηση ουσιαστικής αποδέσμευσης από τα αίτια που παράγουν την επεκτατική δυσανεξία της ευρωζώνης προς οικονομίες διεύρυνσης  της παραγωγικής βάσης και όχι συσσώρευσης πλεονασμάτων. Πρέπει να είναι κανένας ανόητος για να επιμένει σήμερα εν μέσω πανδημίας και των συνεπειών της στην οικονομία στον συμβολισμό ότι η δημοσιονομική πειθαρχία στην ευρωζώνη, απλά προσωρινά και περιστασιακά αίρεται και σε μερικές εβδομάδες πάλι θα είναι εδώ, ως το δήθεν κατάλληλο πλαίσιο πολιτικής για να επιχειρηθεί ουσιώδης ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Διότι αυτό είναι το πλαίσιο, υπό το οποίο προ εβδομάδος αποφασίστηκε από τα ευρωπαϊκά όργανα η αναστολή της υποχρέωσης των χωρών-μελών στη δημοσιονομική πειθαρχία του Συμφώνου Σταθερότητας. Ως προσωρινό μέτρο λήφθηκε η απόφαση αυτή της ΕΕ, και στο υπόστρωμα των μηνυμάτων που εκπέμπονται προς τις κοινωνίες και τις οικονομικές λειτουργίες τους απ’ αυτή τη συγκεκριμένη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι σε συνθήκες διαιώνισης του προτάγματος της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα επιχειρηθεί και η μετά την πανδημία προσπάθεια ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Πρόκειται για ένα πολύ αρνητικό μήνυμα της ευρωζώνης εν μέσω βαθύτατης οικονομικής κρίσης. Το μελανότερο σημείο αυτού του μηνύματος είναι ότι παράγεται η εντύπωση ότι όποτε ξεπεραστεί η πανδημία με όρους δυνατότητας επαναλειτουργίας των οικονομιών, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο θα είναι εξασφαλισμένη η πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα για την επανεκκίνηση, στην ευρωζώνη θα συνεχίσουμε να συσσωρεύουμε πλεονάσματα (οι βόρειες χώρες για να ενισχύουν τη θέση τους στο ενιαίο νόμισμα και οι υπόλοιπες για να εξυπηρετούν το υψηλό εξωτερικό χρέος τους), αφαιρώντας αναντικατάστατους πόρους για ανάπτυξη.

Φυσικά αντιλαμβάνομαι γιατί άλλες χώρες της ευρωζώνης απέφυγαν να δώσουν την ουσιαστική πολιτική μάχη στο Eurogroup  και στο Ecofin, ζητώντας την ακύρωση της βασικής πρόβλεψης του Συμφώνου Σταθερότητας για δημοσιονομική πειθαρχία. Εξάλλου δεν είναι στις θεσμικές αρμοδιότητες των οργάνων αυτών να αλλάζουν προβλέψεις των ευρωπαϊκών συνθηκών. Παράλληλα, οι αδήριτες τρέχουσες και καθαρά επιβιωτικές ανάγκες των οικονομιών των χωρών-μελών, είχαν ήδη αναγκάσει τις κυβερνήσεις των περισσότερων απ’ αυτές να αναγγείλουν μέτρα δημοσιονομικής παραβίασης του Συμφώνου Σταθερότητας, πριν τη συνεδρίαση των ευρωπαϊκών  οργάνων. Οι αποφάσεις, λοιπόν, στο Eurogroup  και στο Ecofin, εκ των υστέρων ήρθαν για να νομιμοποιήσουν το αναπόφευκτο και όχι ως συνειδητοποιημένη ανάγκη της ευρωζώνης να δώσει ανάσες στην οικονομία της. Και στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε και η εμμονή των βορείων ευρωπαίων (με πολύ αρνητικές συνέπειες, όπως εξήγησα προηγουμένως) να υπογραμμίσουν την προσωρινότητα του μέτρου αναστολής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αντί οι ανόητοι να προσποιηθούν ότι η καταστροφική αυτή στις σημερινές συνθήκες πειθαρχία αυτή δεν είναι μέσο προς επαναφορά στο άμεσο μέλλον, όπως υπαινίσσονται το Eurogroup  και στο Ecofin!

Συνοψίζω: Η βάση της συζήτησης που έγινε στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ με τηλεδιάσκεψη, η οποία κατέληξε σε ναυάγιο σχετικά με τα μέσα στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας εν μέσω πανδημίας, πάσχει σοβαρά και δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό πλαίσιο για αποφάσεις.

Γιατί; Για δύο βασικούς λόγους:

α. Διότι δεν είναι μια κρίση σε μέρος της ευρωζώνης, αλλά στο σύνολό της, και επομένως ο ESM (που είναι όργανο για τον χειρισμό μερικής κρίσης και όχι με τα καθολικά σημερινά χαρακτηριστικά της) ούτε είναι το επιβεβλημένο όργανο αλλ’ ούτε έχει τους αναγκαίους πόρους για τον σκοπό, και ούτε ένα ευρωομόλογο θα αρκούσε για να προσθέσει επαρκείς πόρους χειρισμού των σημερινών αναγκών, και

β. Διότι, προφανώς μέτρα από τον ESM ή και οποιοδήποτε άλλο όργανο -ακόμη και με ευρωομόλογο- δεν μπορούν να είναι απάντηση στο βάθος και τα δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης, εάν πρόκειται για μέτρα εδραζόμενα στην υποχρέωση τήρησης δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Επαναλαμβάνω (και υπογραμμίζω): Η σημερινή κατάσταση της σε καταστολή ευρωπαϊκής οικονομίας δεν είναι πρόβλημα, η επιζήτηση των λύσεων του οποίου μπορεί να τίθεται και να κουβεντιάζεται στο πολιτικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. (Δηλαδή, σε μεταφορές αποθεματικών διαθεσίμων από τις πλουσιότερες προς τις φτωχότερες χώρες-μέλη). Η ΕΕ δεν είναι ένωση κρατών για την αλληλεγγύη-αυτοσκοπό, αλλά ένωση στην οποία η αλληλεγγύη είναι ένα μέσο υπηρέτησης του σκοπού ομογενοποίησης σε ισότιμα μεταξύ τους κράτη. Αν η αλληλεγγύη έρχεται για να παραπέμπει σε γενικόλογους στόχους και προσφέρεται για να «ξεγελάει» τον τελικό στόχο, στην ουσία συμβάλλοντας στην απόκλιση μεταξύ των υπό ενοποίηση χωρών-μελών, όπως επί της ουσίας κατά κόρον έγινε την τελευταία 20ετία, τότε είναι πρόφαση και όχι αγαθό πλαίσιο πολιτικής.

Άλλωστε ποιά αλληλεγγύη; Η καλώς νοούμενη αλληλεγγύη, δηλαδή η αρωγή σε έκτακτες συνθήκες και ανάγκες μερικών χωρών από μας (και όχι με τον συνολικό τρόπο που σήμερα πλήττεται η ευρωπαϊκή οικονομία), βρίσκεται στα αζήτητα εκεί όπου πραγματικά θα είχε νόημα η επίδειξή της: Στο προσφυγικό και την υποχρέωση ανάληψης σοβαρού μέρους του προσφυγικού βάρους αναλογικά απ’ όλες τις χώρες-μέλη…

Μια τελευταία παρατήρηση για σήμερα: Έχει νόημα να τονιστεί ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας επιλέχτηκε στην ευρωζώνη, σε μια εποχή τελείως διαφορετική με το σήμερα.  Τη δεκαετία του 1990, με το στρατόπεδο του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού να έχει μόλις καταρρεύσει, η οικονομική πολιτική συσσώρευσης πλεονασμάτων μπορούσε να έχει κάποιο νόημα, καθώς οι μητροπόλεις του καπιταλισμού προετοιμάζονταν για την αναμέτρηση διείσδυσης σε νέες οικονομίες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας καθώς και της Κίνας. Σήμερα αυτή η μάχη έχει κριθεί –όπως έχει κριθεί. Η επιμονή στην οικονομική πολιτική συσσώρευσης πλεονασμάτων στην εποχή μας, κανένα άλλον σκοπό δεν υπηρετεί πλέον στην ευρωζώνη (κι αυτό αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος), από τη διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχότερων χωρών-μελών.  Κι αυτό πρέπει να σταματήσει εδώ, αλλιώς θα πλήξει συθέμελα τον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος.

(Στο επόμενο Γ΄ και τελευταίο Μέρος, οι κατάλληλες λύσεις και μερικά λόγια για την Ελλάδα και την οικονομία της εν μέσω πανδημίας) 

(Σημ. Το προηγούμενο Α΄ Μέρος, εδώ)

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού