Ημερολόγιο Ασημάντων 289: Ανάσταση στο σκοτάδι/ ‘Ονειρα για έναν κόσμο αντιμικροβιακό

Ξοδεύω  πολλή ώρα στο κομπιούτερ παίζοντας σκάκι και γράφοντας αηδίες. Την έχω αρπάξει στη μούρη και κάνω κακές σκέψεις. Θα πάω σαν το σκυλί στο αμπέλι.  

19.4 Πάσχα. Ούτε ανάσταση, ούτε φως, ούτε ανάταση. Έπεσε  ο διακόπτης, κάηκε η ασφάλεια. Αφουγκράζεσαι τη σιωπή της άρρωστης πόλης στο σκοτάδι. Μόνος. Ολομόναχος. Επιλογή σου που θα έλεγε κι ο γιος μου . Όχι δεν είναι. Εδώ βγαίνει λάθος ακόμη κι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ που ισχυρίζεται ότι η ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών. Ουχί. Αυτή τη στιγμή είναι η αφαίρεση των επιλογών.  Όλοι οι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι με απειλές, τρομαγμένοι. Δεν επέλεξα τη σκοτεινή ύλη της  καραντίνας μου.   Οι κλέφτες απέξω, οι ζητιάνοι σε απελπισία, τα σινεμά κλειστά, τα γήπεδα άδεια και με καμένη ασφάλεια στην κουζίνα, -κάπου είχα μία. Να τη βρω πριν με πιάσει πανικός. Να τη, μέσα στην παλιά κατσαρόλα! Ορίστε, επιστροφή στο (μοναχικό) πολιτισμό. Βουρ στον κομπιούτερ παίδες Αθηναίοι.

Ιδού η  AmourLee, ωραία και καλή,  ready for me: Αχ Μουρλή τι να σε κάνω βρε παιδί μου; Καμία (εικονική) αγάπη δεν μπορεί να αναπληρώσει την ανάμνηση της χαμένης αγάπης έπρεπε να είμαι Πορτορικανός . Όχι, ο συγγραφέας έπρεπε να είναι από το Πόρτο Φίνο να περνάει φίνα και να ξεναγεί τουρίστριες. Να δίνει διαλέξεις σε θηλυκά ακροατήρια. Il n’ y a pas de bijoux sans ivresse. Να είμαι σκηνοθέτης τολμηρών ταινιών, όχι ο Κύριος Μόνος και πασχαλινός που δεν δύναται να παράξει  ένα κείμενο της προκοπής και οδηγείται στις παλιές φωτογραφίες και στην αναπαραγωγή του πρώτου και μοναδικού γκραν σουξέ:

«Η αρρώστια του Ύπνου»  από το Χαρούμενο Σύδνεϋ  υπό δημητρίου τζουμάκα

Η αρρώστια του ύπνου έχει απλωθεί σ’όλη την παροικία του Σύδνεϋ. Στην αρχή η νόσος χτύπησε όσους κατείχαν υψηλά πόστα και μοχθούσαν για την επίλυση των παροικιακών Προβλημάτων.

Μετά σάρωσε και την εργατιά. Σα να μην έφταναν οι νευροπάθειες, οι αρτηριοσκληρύνσεις, η μεσογειακή αναιμία κι η τενοσυνοβίτιδα, είχαμε και τούτο: Φάνηκε ένα είδος συλλογικής παραίτησης, μια εγκατάλειψη  των πάντων, μια ώθηση προς το τέλος της κοινωνικής ζωής.  Όλοι κλείνανε τα μαγαζιά τους τις πιο ακατάλληλες ώρες, κανένας δεν είχε όρεξη να πάει για ψάρεμα, να παίξει με τα παιδιά του, να κάνει υπερωρίες, να μιλήσει για πολιτικά και για μπάλα ή να οργανώσει χορούς και πάρτι. Μία ήταν η βαθιά επιθυμία και η ανάγκη του κόσμου όλου: να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί.

Οι γιατροί τα είχαν χαμένα. Κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει το σύμπτωμα, αν ήταν κάποιο παράσιτο, ένα μικρόβιο, ένα χημικό ερέθισμα που επιδρούσε στον εγκέφαλο και προξενούσε βλάβη ή αν επρόκειτο για ομαδική υστερία που οφειλόταν σε κάποιο κοινωνικό, βιοψυχολογικό φαινόμενο. Η παροικία είχε περιπέσει σε κώμα και τα νοσοκομεία γέμισαν ανθρώπους-φυτά.

Αναζητήθηκαν τότε υπνωτιστές, εμψυχωτές, παπάδες, σωτήρες για να εξορκίσουν το κακό, να ζωντανέψουν τους ναρκωμένους ανθρώπους, να  τους κάνουν πάλι να μιλήσουν στο διπλανό τους, ν’ ανοίξουν την καρδιά τους.

Χαμένος κόπος. Κάτι τους είχε βλάψει ανεπανόρθωτα. Ήταν όλοι κοιμισμένοι  για τα καλά, μακάριοι, στο αιώνα τον άπαντα. (leros Press Καμπέρα 1988, 5η έκδοση Ηρόδοτος 2019)

* Τηλεφωνώ στο Σύδνεϋ.  Ο Αντώνης συνήλθε κάπως,  κυκλοφορεί, αλλά προσεκτικά. Εδώ στη πατρίδα πανηγυρίζουμε που δεν έχουμε πολλούς νεκρούς.

20.4.20  Δευτέρα. Στάση πληρωμών από την Virgin Australia,   καταρρέει λόγω κορονοϊού. Είναι «μέσα πέντε δις  δολάρια και   ο πολυεκατομμυριούχος  ιδιοκτήτης της ζήτησε δάνειο 1.4 δις δολ.  βάζοντας υποθήκη το νησί του, αλλά η  κυβέρνηση της Αυστραλίας δεν του δίνει μία.

Είμαι ζεστός, αισθάνομαι ρίγη κι άρχισα να βήχω. Έσπασε η ψυχολογία μου. Ο τρόμος πάνω από την πόλη. Με πήρε ο ξάδελφός μου ο Μιχάλης από το Βόλο, μιλήσαμε για την κόρη μου και τον Εμπειρίκο, του είπα ότι μάλλον έχω πυρετό. Πόσο;  Δεν ξέρω. Ε βάλε θερμόμετρο. Δεν δουλεύει σωστά, υπολογίζω 38άρι, έχω διασπειρόμενο αμοξίλ  των χιλίων, λέω να το  πάρω;  Πάρτο αλλά και  δυο ντεπόν πρώτα. Μίλησα με   Νένη και  Κυριακούλα  ανέφερα και το βηχάκι. Είναι μία γρίπη, δεν ακούγεσαι με ξερό βήχα στο τηλέφωνο, μην κολώνεις μου λέει η Νένη. Πάρε αύριο το πρωί  το διασπειρόμενο καλύτερα,  τώρα δυο τρεις  ασπιρίνες! Ναι μου λέει Κυριακούλα, αλλά πρέπει να τη συνεχίσεις την αγωγή για τρεις μέρες τουλάχιστον.

Ξοδεύω  πολλή ώρα στο κομπιούτερ παίζοντας σκάκι και γράφοντας αηδίες. Την έχω αρπάξει στη μούρη και κάνω κακές σκέψεις. Θα πάω σαν το σκυλί στο αμπέλι. Είναι κακός θάνατος να πεθαίνεις στην απομόνωση μιας εντατικής. Και πρέπει να ξαναδούμε το θέμα της οικογένειας, το θέμα  ενός σταθερού συντρόφου, την ανάγκη ενός καρδιακού φίλου κι ενός αξιόπιστου συστήματος υγείας. Όμως κι όλα αυτά να υπάρχουν πάλι ένας μεταλλαγμένος, υπερμεταδοτικός ιός, μία καλπάζουσα γρίπη τα κάνει όλα σκόνη. Τι μένει ; Η πίστη ! Ναι η πίστη. Σε ένα άλλο κόσμο. Αντικαταναλωτικό, αντικαπιταλιστικό, αντικομφορμιστικό, αντιφαντασμαγορικό, αντι-εξουσιαστικό, αντιμικροβιακό, φυσιολατρικό, ερωτικό. Σε ένα κόσμο διαρκούς ερωτικής επανάστασης. Κι αυτός είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί σε Εσένα. Είναι ένας δρόμος που οδηγεί σε ό,τι έχω χάσει.

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού