Ημερολόγιο Ασημάντων 298: Πού να πεις τον πόνο σου;/ Στα κουκουλωμένα αιχμάλωτα

...γεννιέται ο Ζίγκμουντ Φρόιντ  ιδρυτής της ψυχανάλυσης, μέγας αναλυτής της Επιθυμίας   και του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος, που ο ίδιος επινόησε, βλέποντας εκστατικός τις τραγωδίες  του Σοφοκλή με τον Τύραννο και τη Μήδεια

6.5.20  Κι ενώ  όπως έγραφα προηγουμένως  : το ημερολόγιο βρίσκεται σε αδιέξοδο ο καλός μου Στέφανος μου στέλνει διευθύνσεις με νέους αναγνώστες! Τι φταίνε οι άνθρωποι;

Ναι, με κολακεύει, αλλά το ημερολόγιο, όπως του είπα,  έχει πολλή (βιωματική) τζαμαρία και γκρίνια κι έπειτα όσο κι αν το θέλεις δεν μπορεί  να καταφέρεις να συμφωνούν όλοι μαζί σου, απεναντίας και η πιο ισχυρή θέση είναι ευάλωτη στην πολυπλόκοτητα των εντάσεων μιας  πρωτοφανούς κρίσεως, πόσω μάλλον οι ακραίες και  ρηξικέλευθες απόψεις που ενίοτε εκφράζω εν τη απελπισία μου. Ας αρκεστούμε προς το παρόν λοιπόν σε δύο παλαιότερα μικρά κειμενάκια από το Ημερολόγιο που συμπεριέλαβα στη  συλλογή  Τίγρις και Χαμαιλέων και που ελπίζω να κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος αυτού του χρόνου  από τον Ηρόδοτο:                   

  Όταν πεθαίνει η μαμά και δεν έχεις πού να πεις τον πόνο σου

 Όταν πέθανε  η μαμά κατάλαβα ότι δεν υπήρχε κανείς  στη γειτονιά να πω το πόνο μου. Σκεφτόμουν να το αναγγείλω στον Οδυσσέα στον αλβανό της διπλανής πόρτας, δείχνει συμπονετικός, αλλά έχει εξαφανιστεί αυτή την εποχή ή στη Λουτσιάνα αλλά κι αυτή τυγχάνει γριπιασμένη.

Με τους ψυχικά ασταθείς τους λεγόμενους «διαμερισματικούς» στην πολυκατοικία που χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο και πετάνε κόκκαλα από κοτόπουλο   μέσα στη λεκάνη του καμπινέ έχω μια καλημέρα, αλλά δεν μπορώ να τους  αναστατώσω περισσότερο. Στο χασάπη ίσως, αλλά δεν έχω και πολλά πολλά.  Πήγα στη Λίτσα στο φαρμακείο, με την οποία μπορώ να συνεννοηθώ, αλλά είχε πελάτες κρυωμένους και ουρά  αγοραστές στυτικών φαρμάκων, περίμενα λίγο, δεν μού ‘δωσε σημασία. Στον Αφγανό κουρέα δεν είχα το θάρρος να πω για τη μαμά.

Τελικά κατάλαβα ότι ήμουν πολύ μόνος και πως μόνο μια Μπέμπα βυθισμένη στις μικρές αγγελίες δεν αρκεί. Ψάχνει για δουλειά,  εγώ για συμπαράσταση,  βρίσκει κάτι ανθρώπινα ράκη σαν κι εμένα, που την κοροϊδεύουν. Τώρα φτιάχνει καφέδες τις Κυριακές  στο καφενείο του Παντελή, όταν έχει αγώνες πρωταθλήματος και οι συνταξιούχοι καρφωμένοι στον τοίχο κοιτάζουν τις κλωτσιές στη Νόβα  και ξεδρομίζουν κλεφτές ματιές σε κάποιον που κλαίει τη μάνα του (και) στα καπούλια της Μπέμπας.

 Παίζει μουσική  ο μισός άνθρωπος.

Παίζει μουσική. Τα κέρματα πέφτουν βροχή. Υπάρχει κι ένα χαρτονόμισμα σοβαρό. Πρόκειται για έναν ακορντεονίστα, απροσδιορίστου ηλικίας,  στον πεζόδρομο της Ερμού. Σκύβεις και τον βλέπεις. Δεν έχει άκρα, δεν έχει μέση, αρχίζει από το στήθος κι απάνω. Υπόλειμμα ανθρώπου, 1/3 ανθρώπου. Και ούτε. Πώς βρέθηκε εδώ; Πώς έφτασε εδώ; Κάποιος τον έφερε στο εμπορικό κέντρο, στην καρδιά των καταναλωτών και των τουριστών.  Κάποιος τον έβαλε στο σακίδιό του ή σε ένα τσουβάλι και θα τον «μαζέψει» μετά μαζί με τις εισπράξεις του. Κάποιος τον εκμεταλλεύεται. Η μαφία των Ζητιάνων. Μπορεί και η Αστυνομία ή ίδια,  όπου κουμάντο κάνει  ο επίορκος μπάτσος Παχύτραγος. Τα συγγενικά συστήματα των αθιγγάνων τον έβαλαν να παίζει με τις ώρες, η ίδια η Μαρία Πενταγιώτισσα που του πήρε τα μυαλά κι είναι φανερό: δεν παίζει, υποφέρει το μισό πλάσμα. Να περιμένω να δω ποιος εντέλει είναι ο νταβατζής, να του κάνω  τη μούρη μπλε μαρέ.

 -Σαν σήμερα (1856) γεννιέται ο Ζίγκμουντ Φρόιντ  ιδρυτής της ψυχανάλυσης, μέγας αναλυτής της Επιθυμίας   και του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος, που ο ίδιος επινόησε, βλέποντας εκστατικός τις τραγωδίες  του Σοφοκλή με τον Τύραννο και τη Μήδεια.  

 

7.5.20  Πέμπτη. Ξυπνάω χαρούμενος που επέζησα κι αυτή τη νύχτα και τραγουδάει μέσα από το στήθος μου ο πατέρας μου με τη σπαραξικάρδια φωνή: Κελαηδήστε ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε. Φυσικά δεν υπάρχουν πουλάκια να κελαηδούν και αντί των ωδικών πτηνών ακούγεται ένα κομπρεσέρ σαν μυδραλιοβόλο καθώς ανοίγουν δρόμους στο πεζοδρόμιο για να περάσει το υγραέριο.  Στο μεταξύ ο Αλβανός Οδυσσέας στο διπλανό μπαλκόνι έχει σκεπάσει με ένα πανί τα κλουβιά με τις  καρδερίνες που έχουν σκάσει. «Σόρυ Οδυσσέφ», του λέω, «δεν θέλω να σε πατρονάρω αλλά απαγορεύεται αυτό που κάνεις, ξέρω ότι από κάπου πρέπει να βγάλεις τα λεφτά   σου κι εσύ αλλά απαγορεύεται το εμπόριο της καρδερίνας», «έλα βρε Δημήτρη, αυτό σε πείραξε, εδώ πουλάνε τσιγάρα και χασίσια στην πόρτα της πολυκατοικίας», λέει  κι έχει δίκιο, απλώς εγώ λυπάμαι τα κουκουλωμένα αιχμάλωτα.  

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού