Ημερολόγιο Ασημάντων 304: Ρωμαίοι & ιουλιέτες εξ αποστάσεως/ Καταρράκτης χωρίς παιδιά και νεράιδες

Φεύγοντας ακούμε από σιντί  την μπαντα των Ιωαννίνων  villagers of Ioannina city,  εναλλακτικό, βουκολικό,  ψυχεδελικό ροκ δεν είναι όλα καλά, προτιμώ  τις διασκευές των  δημοτικών τραγουδιών στις μπουάτ από τον πολυσχιδή αοιδό, ζωγράφο και συγγραφέα Χουλιάρα

19.5.20 Ο άνθρωπος της πανδημίας και της νεωτερικότητας είναι άνθρωπος με μάσκα και γάντια, είναι  ο άνθρωπος με το φίμωτρο. Δεν αγγίζει, δεν φιλάει, προπάντων δεν δαγκώνει. Είναι εξημερωμένος, εξουδετερωμένος.

Επίκαιρος και μοναδικός Μπέκετ: «Μη με αγγίζεις. Μη με ρωτάς τίποτα. Μη λες τίποτα. Μείνε μαζί μου».

Οπότε θα παίξουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα σε απόσταση από τον άλλο. Δεν θα ταυτιστούμε με τον ρόλο, δεν θα τον ερμηνεύσουμε, δεν θα τον αγγίξουμε, θα τον «δείχνουμε», όπως θα ήθελε κι ο Μπρεχτ. Από απόσταση.

Με τέτοιο υπερπληθυσμό, με τόση λεηλασία της φύσης, με τόσα κέντρα αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων δεν υπάρχει χώρος  για τον απλό, παγκοσμιοποιημένο και παγωμένο πολίτη της Αγγελικής, μοναξιάς…

20.5.20  Χάλασε ο υπολογιστής, τον άφησα σε μαστόρους που υπέδειξε ο Σταμούλης κοντά στη Νομική  θα χάσω και την ηλεκτρονική επαφή  με τους φίλους μου, οι οποίοι έχουν αρχίσει να ψυχοπλακώνονται  με το Ημερολόγιο κι  όπως λέει  κι η Λίζα δεν θα με ξαναδιαβάσει αν συνεχίσω  έτσι, είναι πολύ απαισιόδοξα αυτά που γράφω και μαύρα. Τι να κάνουμε; είμεθα απαισιόδοξοι, αναρχοαρθριτικοί και μαύροι, αλλά θα γράψω και χαρούμενα. Το υπόσχομαι. Ήδη από αύριο θα πάω στον Καταρράκτη για καθαρό αέρα με την Μπέμπα. Μάλλον θα με πάει η Μπέμπα και θα τραγουδάμε «κι ανεβαίνοντας ξανά πάνω στα ψηλά βουνά». Ορίστε όμως που το βλέμμα μου στην οδό Ασκληπιού πέφτει σε ένα βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη «Μακάβριες ιστορίες»!  Χμ. Θέλετε τίτλους ιστοριών; «Ο πατέρας που κρεμάστηκε», «Η κατάκοιτη που αποδερματίζεται», «Η μετά τον τοκετό ραφή» κλπ.

21.5.20  Στο Ρίο αποφύγαμε τη γέφυρα, μπήκαμε στο φεριμπότ  και γεμίζαμε τα στήθη μας αλμύρα, οξυγόνο και εξοχή, ανεβαίνοντας στο  όρος Παναιτωλικό.  Στο Μύτικα που σταθμεύσαμε δεν υπάρχουν καταλύματα πουθενά! Απαγορεύεται πριν από την 1η Ιουνίου.  Δεν τα υπολογίσαμε καλά τα πράγματα. Ερημιά, γαμώ την Αιτωλοακαρνανία μου, γαμώ. Την πατήσαμε. Υπάρχει αυστηρός έλεγχος, οι ξενοδόχοι και οι room-τζήδες φοβούνται την   Αστυνομία.  Μεταξύ άλλων ρωτήσαμε έναν πολίτη που ήταν κρεμασμένος στο μπαλκόνι αν ξέρει κανα ενοικιαζόμενο δωμάτιο και μας είπε δεν υπάρχει τίποτα γιατί  απαγορεύεται, αλλά θα δοκιμάσει. «Είμαι αστυνομικός και με φοβούνται», λέει.  Και να λοιπόν που ο αστυνομικός  τον οποίον άπαντες φοβούνται μας βρήκε δωμάτιο στο ξενοδοχείο που ο ξενοδόχος  το έχει κλειστό και μας είχε αρνηθεί όταν του κρούσαμε τη θύρα!  Ελλάδα  ανεπανάληπτη, μετεμφυλιακή, μεταχουντική, της μεταπολίτευσης δημοκρατία, μετά-«αριστερή» και νεοκαρατζαφερική (βορίδης, γεωργιάδης, πλέυρης, βδελόπουλος) κλπ.  Όλο το μπαλέτο στα έδρανα και στα μπαλκόνια. Φτιάχνει νόμους ευρωπαϊκούς καθ΄υπόδειξιν της Κομισιόν. Και κρατάει το κλειδί των ξενοδοχείων με τα σώματα ασφαλείας. Δεν βαριέσαι, καλά βολευτήκαμε, άριστη η αντάρτικη χαφιεδοφιλοξενία. Θα το διακινδυνεύσουμε αύριο για την  προγονική γη.

22.5.20  Καταρράκτης. Εδώ που υπήρχαν κάποτε νεράιδες  μες τα ρέματα και παιδιά ξυπόλητα με σφεντόνες κυνηγούσαν μαζί τους, μελισσοφάγους και σπουργίτια.  Πολιτιστικό σοκ. Θυμόμουν ένα άγριο τοπίο, σε χωματόδρομο, χωρίς δέντρα, χωρίς ηλεκτρικό και ραδιόφωνο  και μόνο μία νησίδα από πλατάνια, καρυδιές κι έλατα πάνω στο βουνό: ο Καταρράκτης. Εδώ περνούσαμε τις διακοπές με τη μαμά επί έξι συναπτά  καλοκαίρια  την περίοδο που ήμουν μαθητής στο Δημοτικό.  Τώρα  δρόμοι ασφαλτοστρωμένοι παντού, δέντρα θηρία,  ξενοδοχείο μαμούθ κλειστό,  μέσα στα έλατα και στα πλατάνια, κήποι περιποιημένοι, χωρίς ανθρώπους, ρυμοτομία μέχρι τον τελευταίο μαχαλά, χωρίς αυτοκίνητα.  Θυμίζει Ελβετία. Γιατί όμως η τελειότητα καμιά φορά είναι τόσο ξένη; Γιατί είμαι τόσο μυστήριος;  Παρόλο που δεν μπορώ να δω πίσω από την Άγιο Νικόλα το ποτάμι, λόγω της πυκνής πια βλάστησης, ακούω το βρυχηθμό του νερού και του αέρα, ενώ τα σύννεφα έχουν τυλίξει τα Αθαμανικά όρη σε παπιέ γκομέ για να μη μπορώ πια να ανεβώ στην κορυφή στο Καταφίδι με τον Ηλία Χασιώτη, το Λάκη Κατσιούλη , τον Φανάκη   κι αργότερα με τον Λεωνίδα και τους Άγγλους ορειβάτες.

Κάνω μία  γρήγορη γύρα στο νεκροταφείο που μπήξαμε το μαχαίρι στο χώμα τη νύχτα για να δείξουμε ότι δεν φοβόμαστε νεκρούς και  φαντάσματα, ενώ οι κωλοφωτιές κάνανε πάρτι πάνω από τα μνήματα. Τώρα αρμονία και οργάνωση,  το νερό κυλάει ακόμη στα αυλάκια χωρίς μια σταγόνα αίμα από το μοσχάρι που έσφαζε καταμεσής στη στράτα ο Πανούτσος με το μουστάκι και δεν ήταν θέαμα για παιδιά.  Αλλά δεν υπάρχουν παιδιά. Όλα είναι μες το κομπιούτερ πια. Δεν κολλάνε πάνω σου οι κολλιτσίδες,  δεν υπάρχει  το κάψιμο της  τσουκνίδας στα πόδια, ο πόνος στο στήθος απ’ τον καπνό του  τσιγάρου με χαρτί εφημερίδας  και φούντα από καλαμπόκι μες τις καλαμποκιές, το κόλπο που κάναμε με τον Άγιο Φανούρη για να βρούμε το τόπι που είχει χαθεί ύστερα από την κλωτσιά του αγριόπαπα με τις μεγάλες τσέπες. Δεν υπάρχει η γεύση της ντομάτας  και του αγριοβατόμουρου, οι ζαμπέλες και τα μελόσυκα στα Βλάγκαδα γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να σκαρφαλώνουν στα δέντρα, όπως λέει 82χρονος Γιωργάκης, σταθερή αξία στο χωριό ο  οποίος δεν μπορεί να με θυμηθεί με τίποτα παρόλο που του μιλάω για τον τρελό του χωριού και για τη γέυση που είχε το φριγαδέλι και το κοκορέτσι μια γλύκα με μισή δραχμή.  Βρε Γιωργάκη έμενα στο σπίτι σου πριν από εξήντα τόσα χρόνια, του λέω. Δεν θα σε γνώριζα, μου λέει.

Έκανα μία γρήγορη βόλτα υπολογίζοντας  που μπορεί να ήταν το σπίτι του πατέρα μου, θυμάμαι κάτι ερείπια που μου είχε δείξει κάποτε μία γριούλα, το είχαν κάψει οι γερμανοί. Άλλωστε ο μπαμπάς  δεν είχε ζήσει καθόλου σ’ αυτό, έμεινε ορφανός από μικρό παιδί, τον κατέβασαν στο Αγρίνιο κάποιοι μακρινοί συγγενείς κι ύστερα με το πόδι στην Αθήνα!  Απ΄όπου δεν έφυγε ποτέ.

Είναι ωραίο χωριό ο Καταρράκτης, δεν τον αλλάζω με τίποτα, λέει  η  Φαίη, η ιδιοκτήτρια καφετέριας που έζησε και διέπρεψε δέκα χρόνια στη Μελβούρνη και σερβίρει καφέ ντεκαφεϊνέ. Η Φαίη είναι ο δεύτερος π άνθρωπος που συναντάμε στον Καταρράκτη κι ο τρίτος μία αριστοκρατική γηραιά κυρία που είναι επίσης στην καφετέρια,  η οποία αγόρασε σπίτι στον Καταρράκτη καθώς ερωτεύθηκε την πατρίδα του πεθερού  του συχωρεμένου άντρα της και ζει εννέα μήνες εδώ μαζί με τα χρώματα τη φύσης, τις κάργες, τις νυφίτσες και τους παραθεριστές του καλοκαιριού.

-Στην Πίνδο, στο Γράμμο και στο αντάρτικο (κουβαλώντας πυρομαχικά), γυναικούλες, αδελφούλες!

Φεύγοντας ακούμε από σιντί  την μπαντα των Ιωαννίνων  villagers of Ioannina city,  εναλλακτικό, βουκολικό,  ψυχεδελικό ροκ δεν είναι όλα καλά, προτιμώ  τις διασκευές των  δημοτικών τραγουδιών στις μπουάτ από τον πολυσχιδή αοιδό, ζωγράφο και συγγραφέα Χουλιάρα «Χαλασιά μου» αλλά και πάλι… Θα ήθελα να ακούσω αυθεντική μουσική, κλαρίνο, αληθινό όπως στα πανηγύρια που αντιλαλούσαν τα βουνά, ενώ εμείς μασουλούσαμε άλιωτο  χιόνι από τις ψηλές κορυφές  -δεν υπάρχει στη συλλογή μου τέτοιο σιντί,  μόνο ντιτζεριντού  των αβοριγίνων Αυστραλίας και πάσης Ελλάδος.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού