Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στον 21ο αιώνα (Μέρος Α΄: Οι τεχνικές πτυχές της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας για την AOZ)

...η επικοινωνιακή διαχείριση της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας για την ΑΟΖ από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, με επικοινωνιακά ανακλαστικά εσωτερικών προτεραιοτήτων και υπό το βάρος της αγωνίας να διαφανεί ότι «κάτι κάνει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο διεθνές σκηνικό (όπου δεν τα πάει καθόλου καλά, και με κόστος για τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα, αλλ’ όχι μόνον εκεί), είναι κακό σημάδι!

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Περίμενα να περάσουν μερικές μέρες πριν ασχοληθώ με το θέμα της ελληνικής ΑΟΖ, μετά τη συμφωνία με την Ιταλία, η οποία ρύθμισε τις διμερείς σχέσεις στο Ιόνιο και την κεντρική Μεσόγειο. Ο χρόνος αυτών των μερικών ημερών μου φάνηκε αναγκαίος για να σχηματιστεί η πλήρης εικόνα. Και όταν λέω εδώ «πλήρης εικόνα, δεν εννοώ φυσικά το περιεχόμενο της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας, που είναι δεδομένο και δεν αλλάζει, αλλά κυρίως τις διεθνείς αντιδράσεις για τη συμφωνία αυτή και τη συμπεριφορά της Τουρκίας.

Σήμερα, λοιπόν, μετά βεβαιότητας μπορούμε να πούμε ότι η συμφωνία Ελλάδας-Ιταλίας για την ΑΟΖ, παρά την ολοφάνερη διεθνή σημασία της για τις εξελίξεις στις θαλάσσιες ζώνες της Μεσογείου και παρ’ ό,τι προφανώς αυτή συνδέεται με το μεγάλο όπως εξελίσσεται ζήτημα της Λιβύης, έγινε δεκτή από την παγκόσμια κοινότητα με παράδοξη σιωπή. Η ΕΕ, αίφνης, η οποία ως γνωστόν επενδύει μακροπρόθεσμα σε ζητήματα ευρωπαϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο (για να διεκδικεί παρεμβατικά δικαιώματα και δυνητικές ενεργειακές πηγές στην επίμαχη θαλάσσια περιοχή αλλά και στη Β. Αφρική) υποδέχτηκε τη συμφωνία, περισσότερο ως τρέχουσα άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο από δύο χώρες-μέλη της, παρά ως σημαντική διεθνή εξέλιξη. Και η τουρκική αντίδραση επίσης ήταν σε χαμηλούς τόνους.

Παράλληλα, οι επακόλουθες διαδικασίες (παρά τις επίσημες διακηρύξεις της Ελλάδας) κοινοποίησης της συμφωνίας και των συντεταγμένων που ρυθμίζονται απ’ αυτή στον ΟΗΕ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, δεν έχει ακόμη φανεί σε ποιο στάδιο βρίσκονται και με ποια ταχύτητα προωθούνται. Για παράδειγμα, το σημείο της συμφωνίας που αφορά σε παραχώρηση αλιευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στην Ιταλία, δεν έχει ξεκαθαρίσει εάν πηγάζει από παραχώρηση ελληνικού κυριαρχικού δικαιώματος (εν προκειμένω δικαιώματος αλιείας) στην Ιταλία και στη βάση της παραδοχής ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, ή εάν η παραχώρηση εδράζεται σε κενό ερμηνείας του διεθνούς δικαίου σχετικά με τα ίδια ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Κενό, που -αν πρόκειται περί αυτού- ρυθμίζεται από τη διμερή ελληνο-ιταλική συμφωνία, παράγοντας δηλαδή νομολογία σχετικά με το διεθνές δίκαιο.

Ηπαραπάνω ασάφεια είναι προδήλως πολύ κρίσιμη, ιδίως για την Ελλάδα. Κι αυτό διότι εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα (όπως είναι η θέση της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωρών του πλανήτη αλλά και η κρατούσα άποψη των ειδημόνων του διεθνούς δικαίου, καθώς και η πάγια θέση της Ελλάδας) τότε τίποτα δεν αλλάζει επί τα χείρω στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο. Εάν, όμως, από την ελληνο-ιταλική συμφωνία γεννάται αμφιβολία σχετικά με το εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, τότε θα πρόκειται για βασική υποχώρηση της Ελλάδας, η οποία σαφώς θα επέτρεπε να εγερθεί θέμα «ειδικής ρύθμισης» (ελληνο-τουρκικής σ’ αυτήν την περίπτωση) και για το Αιγαίο. Αυτό θα ήταν ιστορικού βάρους ήττα της ελληνικής διπλωματίας και απαράδεκτη υπαναχώρηση της χώρας μας από κυριαρχικά δικαιώματά της στη θάλασσα.

Δευτερεύον θεωρώ εδώ το θέμα των χωρικών υδάτων! Και τούτο διότι τα χωρικά ύδατα είναι δικαίωμα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ακόμη και αν το επεδίωκε κάποια επίορκη κυβέρνηση κάποιας χώρας, και το δικαίωμα αυτό είτε ασκείται είτε τελεί εν αν αναμονή, χωρίς να επαπειλείται αμφισβήτησή του.

Επομένως, το κρίσιμο εδώ είναι η λεγόμενη επήρεια των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες και όχι τα εκ το διεθνούς δικαίου απορρέοντα άκαμπτα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας στα χωρικά της ύδατα.

Επίσης, σχετικά με τα δικαιώματα αλιείας! Το θέμα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, σαν να αφορά δηλαδή στο «πόσα ψάρια θα πιάσει» η κάθε χώρα. Η αλιεία παρουσιάζει το ειδικό ενδιαφέρον ότι σχετίζεται με τη διαχείριση του πλούτου και των αποθεμάτων του υδάτινου όγκου μεταξύ του βυθού και της επιφάνειας (δηλαδή μεταξύ υφαλοκρηπίδας στον βυθό και χωρικών υδάτων ή ΑΟΖ στη επιφάνεια). Του μόνου σημείου, δηλαδή, για το οποίο το διεθνές δίκαιο έχει προχωρήσει σε μερικού  τύπου προβλέψεις, αφήνοντας την ουσία της υπόθεσης στις ρυθμίσεις γενικών διεθνών συνθηκών (π.χ. προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος).

Για να γίνει κατανοητή η σημασία τούτης της πτυχής, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η ένταξη της Κροατίας στην ΕΕ καθυστέρησε πολύ (παρά την ασφυκτική πίεση της πανίσχυρης Γερμανίας, που θεωρεί την  Κροατία χώρα επιρροής της), λόγω των αντιρρήσεων της Σλοβενίας -που ήταν από νωρίτερα μέλος- στη διαχείριση των αλιευτικών δικαιωμάτων. Στην υπόθεση της σλοβενο-κροατικής διένεξης για τα αλιευτικά δικαιώματα στην Αδριατική, ειδικό ενδιαφέρον είχε η Ιταλία (λόγω της μεγάλης σημασίας της Τεργέστης), με τη Ρώμη  να ταλαιπωρεί πολύ σοβαρά την ευόδωση των γερμανικών γεωπολιτικών προτεραιοτήτων στα Βαλκάνια. Και, τελικά, με τη Σλοβενία να κατορθώνει να αποσπάσει ευνοϊκή για τα συμφέροντά της ρύθμιση για την αλιεία, με πρακτικό αποτέλεσμα την επί της ουσίας ιταλική αλιευτική κυριαρχία στον κόλπο της Βενετίας.

Τέλος, στα τεχνικά σημεία της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας, αλλά με τεράστιο και ευρύτερης σημασίας γεωπολιτικό βάρος, συγκαταλέγεται και το ζήτημα των «κλειστών κόλπων». Εδώ να τονιστεί ότι από τον γεωφυσικό χάρτη προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού ότι η Ιταλία και η Ελλάδα ως χερσόνησοι που διεισδύουν βαθειά στα μεσογειακά νερά, είναι οι δύο ευρωπαϊκές χώρες που κατ’ εξοχήν ευνοούνται σε δικαιώματα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης θαλάσσιων ζωνών, εξασφαλίζοντας για την Ευρώπη τη «μερίδα του λέοντος» στη διαχείριση της Μεσογείου. Η Ελλάδα, ιδίως, ευνοείται διπλά, διότι η μορφολογία της ακτογραμμής της με πολλούς και σχετικά μικρούς κόλπους, την καθιστά τον κεντρικό «παίκτη» του ζητήματος των ΑΟΖ, στην ανατολική αλλά και την κεντρική Μεσόγειο.

Προφανέστατα, το εν λόγω ελληνικό κρίσιμο γεωπολιτικό πλεονέκτημα προκαλεί διεθνές ενδιαφέρον, με τη διεθνή κοινότητα να επιδιώκει κτήση και αξιοποίηση παρεμβατικών δικαιωμάτων στη διαχείριση της όλης υπόθεσης. Η αναντιστοιχία του μεγάλου εύρους των ελληνικών δικαιωμάτων στις θαλάσσιες μεσογειακές ζώνες με την περιορισμένη στρατιωτική ισχύ της χώρας μας (παρ’ ό,τι μεγάλο μέρος του ΑΕΠ μας κάθε χρόνο δαπανάται σε εξοπλισμούς) διαμορφώνει μια ιδιαίτερη διπλωματική δυσκολία για την Ελλάδα, με συνέπεια μεγάλο μέρος του γεωπολιτικού μας πλεονεκτήματος, όπως περιγράφτηκε πιο πάνω, να εξαερώνεται σε αμφίβολης αποτελεσματικότητας κινήσεις διεκδίκησης των ελληνικών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο, κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών, και την τελευταία 20ετία (από τα μοιραία για τα ελληνικά συμφέροντα και για πολλούς λόγους Ίμια και εντεύθεν) να παρατηρείται μια προϊούσα υποχώρηση της Ελλάδας από τη διεκδίκηση και την ενάσκηση του γεωπολιτικού ρόλου που της αναλογεί στην περιοχή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η αναβλητικότητα, με την ελπίδα ότι ως διά μαγείας κάτι θα άλλαζε μελλοντικά προς όφελός μας, με συνέπεια βαθμιαία διεύρυνση των απωλειών  και σοβαρή απώλεια χρόνου, που στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης έχει σοβαρό κόστος και εντείνει τη ζημία για την Ελλάδα.

Αυτά για τις τεχνικές και τις βασικές γεωπολιτικές συνισταμένες της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας.

Πώς, λοιπόν, να αποφανθεί κανένας για τη συμφωνία  αυτή, χωρίς εμβάθυνση στο σύνολο των λεπτών αλλά και των αδρότερων πτυχών της; Και, λυπούμαι να πω, ότι η επικοινωνιακή διαχείριση της ελληνο-ιταλικής συμφωνίας από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, με επικοινωνιακά ανακλαστικά εσωτερικών προτεραιοτήτων και υπό το βάρος της αγωνίας να διαφανεί ότι «κάτι κάνει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο διεθνές σκηνικό (όπου δεν τα πάει καθόλου καλά, και με κόστος για τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα, αλλ’ όχι μόνον εκεί), είναι κακό σημάδι!

_________________________

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος: Πως η ελληνο-ιταλική συμφωνία επηρεάζει τα ελληνοτουρκικά)

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού