Ημερολόγιο Ασημάντων 315: Ένα τούρκικο φιλμ σαν υπνωτικό κι ένα πρότζεκτ με τραβεστί/ απρόσμενη αγκαλιά

Συγκινητικά κείμενα σήμερα στο Φουμπού, το οποίο δεν το κοιτάζω καθημερινά και χάνω σίγουρα σπουδαία πράγματα...

21.6.20 Κυριακή. Κι όμως συμβαίνουν πράγματα εκεί που νομίζαμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Υπάρχουν άνθρωποι που μας  αγαπούν και δεν το ξέραμε, μας στέλνουν μηνύματα στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο από το υπερπέραν και προϊόντα βρεφικής και νηπιακής διατροφής  με το συμβατικό ταχυδρομείο.

Το βράδυ δύσκολος ύπνος, πέφτουν σοβάδες κι ένα κάδρο από το τοίχο, φωτογραφίες από τη Βιβλιοθήκη, με ξενύχτησε ένα τούρκικο έργο… Να που κάτι βρέθηκε στα κανάλια. Δεν τα πάω καλά με τα τουρκικά πολιτιστικά προϊόντα, είναι ίσως προκατάληψη αλλά το χτεσινοβραδινό φιλμ στην τηλεόραση με υπνώτισε: το έβλεπα κοιμισμένος στον καναπέ με ορθάνοιχτα μάτια. Έλεγα ότι δεν θα αντέξω ούτε έτσι, γιατί ήμουν πτώμα από το ατέλειωτο σουλατσάρισμα χτες γύρω από την Ακρόπολη, ήτις απροπό, παραμένει αξιόλογη κατασκευή στους αιώνες των αιώνων και κακώς τη σνομπάρουνε  ο Κάλας και ο Μακρής.

Ένας κρατούμενος λοιπόν οδηγεί μια ομάδα από αστυνομικούς και δικαστές στη στέπα της Ανατολίας όπου έχει θάψει ένα πτώμα. Αλλά δεν θυμάται που το έχει θάψει το ρημάδι διότι ήταν μεθυσμένος και βρέχει. Το θέμα είναι ότι κι εγώ έχω «θάψει» δυο πενηντάρια σε ένα βιβλίο in case που λένε, αλλά δεν θυμάμαι  -που θα πάει θα θυμηθώ. Η ανακριτική κουστωδία διανυκτερεύει σε ένα χωριό πάντα στα βάθη της Ανατολής, όπου ο άρχοντας του χωριού παραθέτει δείπνο και ζητάει ρουσφέτια.  Σε μια στιγμή διακόπτεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

“Φέρε τις λάμπες”,  λέει ο τοπικός άρχων. ( Μια γυναικεία σκιά φέρνει λάμπες : Δεν βλέπουμε καθόλου γυναίκες στο έργο).  Ο δήμαρχος κάνει πρόποση: «Πρώτα υγεία και μετά το ρεύμα, το νερό και λοιπά». Δεν είδα το τέλος της ταινίας, ήταν μια εσωτερική αναζήτηση   αλά τούρκα

Τώρα σουλατσέρνω στο Κυριακάτικο  παζάρι του Ελαιώνος, σκόνη, μύγες κι ένας ξεβράκωτος μπόμπιρας  πωλητής επαναλαμβάνει ότι λέει η μάνα του: «Όλα μισό» (ευρώ) «όλα μισό», «όλα μισό». Έτσι από δύο χρόνων τα (γυφτο)μωρά πρέπει να βγαίνουν στην ελεύθερη αγορά.

Οι πωλήτριες εδώ έχουν ένα ιδιαίτερο σεξουαλισμό με τα βαθειά ντεκολτέ. Το έχω  πολλάκις επισημάνει : οι τσιγγάνες είναι ερωτικές και καρπερές.

Και ιδού δημόσια φωτογράφιση επαγγελματική, υψηλού επιπέδου. Ένα σούπερ ντούπερ πανύψηλο μανεκέν σε προκλητικές πόζες, μέσα στον αχταρμά του  σκουπιδο-εμπορεύματος, πλησιάζω: είναι τραβεστί!  Έχουν μαζευτεί αλβανές, γύφτοι και διανοούμενοι και κάνουν χάζι. Μπορώ να βγάλω κι εγώ μία φωτογραφία; ρωτάω, όχι γλυκέ μου είναι για  project μου λέει μία άλλη, μεγαλύτερη ηλικιακά, τραβεστί.

22.6.20 Δευτέρα  Η θερμοκρασία έπεσε λίγο, μένουμε σπίτι  με κεκτημένη ταχύτητα από την καραντίνα  ενώ η Μπουμπού κολυμπάει στη Ραφήνα και η Μπέμπα στη Γλυφάδα.

Συγκινητικά κείμενα σήμερα στο Φουμπού, το οποίο δεν το κοιτάζω καθημερινά και χάνω σίγουρα σπουδαία πράγματα.

Ο Δημήτρης Φύσσας μιλάει για το θάνατο του φίλου του ποιητή και σκηνοθέτη Ξανθόπουλου.

Η Λίζα Σαραντίδου με αφορμή τη γιορτή του πατέρα γράφει για τον πατέρα της : «Δεν τον θυμάμαι ποτέ ατημέλητο και κυρίως με λερωμένα παπούτσια, το απεχθανόταν. Είχε αδυναμία στις γραβάτες και τα καπέλα. Ένας άνθρωπος που ήρθε στην Ελλάδα από τη Σαμψούντα ως 7χρονο προσφυγόπουλο, ήδη ορφανό από πατέρα αγνοούμενο της καταστροφής. Θεσσαλονίκη 1923. Πολλά χρόνια φαντάρος, Αλβανικό μέτωπο, Παλαιστίνη, Κάϊρο, Ελ Αλαμέϊν, Τομπρούκ. Όταν τους ρίξανε οι Εγγλέζοι στα σίδερα τον Απρίλη του 1944, μετά την εξέγερση της ελληνικής ταξιαρχίας υπέρ του ΕΑΜ, δραπέτευσε και τόσκασε ποδαράτο μέσω Σουδάν φτάνοντας μέχρι τη Νότια Αφρική…ωστόσο τον ξαναέπιασαν… ήταν περιπετειώδης τύπος ο πατέρας μου ο Βασίλης. Τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη…»

Σκέφτομαι κι εγώ τον δικό μου πατέρα. Άνθρωπος γενναιόδωρος και βασικών αξιών. Δεν πρόλαβα, δεν μπόρεσα να του δείξω ποτέ πόσο πολύ τον αγαπούσα.  Ο πατέρας μου δεν γνώρισε γονείς κι εγώ γιαγιά και παππού. Τελικά αυτοί οι πατεράδες δεν είχαν Πατέρες.

Η Χριστίνα Λάμπρου μιλάει για «Ψιχάλες αόριστα γλυκιάς νοσταλγίας. Παλιά κασέτα στο αυτοκίνητο. Το γέλιο του πατέρα σου. Το κόκκινο στόμα της μάνας σου.

Στο πίσω κάθισμα, στην βελούδινη ταπετσαρία, έφτιαχνες και έσβηνες ανθρωπάκια με τα παιδικά σου δάχτυλα» .

Η Βούλα Δημητροπούλου ανεβάζει ένα σοφό ρητό στα αγγλικά «my father say there are two kinds of people in the world: givers and takers. The takers may eat better, but the givers sleep better».

Η Συλβάνα Βανέζου μας λέει «Μην αποταμιεύετε ποτέ τον χρόνο, εκπίπτει ολοσχερώς οποιουδήποτε ανταποδοτικού οφέλους. Εν αντιθέσει, αν θέλετε να ζήσετε πολύ, πρέπει να ζήσετε πολλά, δηλαδή μεταβλητά, το «ουκ εν τω πολλώ το ευ» καταρρέει, η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα και μια στιγμή καινούργια πολλαπλασιάζεται εις το διηνηκές του πόθου, της μόνης ανθρώπινης αιωνιότητας…»

Η “A Wοmans soul” ανεβάζει ένα καταπληκτικό βίντεο και σπάει σε επισκεψιμότητα τα ταμεία καθώς  ένας πιτσιρικάς, ένα λιλιπούτιο αραπάκι, θηλυκού μάλλον γένους, κάνει θαύματα σε ένα πάρκο αγκαλιάζοντας  τους πάντες,  χωρίς καμία εξαίρεση. Όλοι αντιδρούν θετικά και ζεστά. Όλοι έχουμε ανάγκη από μια απρόσμενη αγκαλιά.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού