Ημερολόγιο Ασημάντων 322: Ιστορίες με Βλαβιανούς τέλος/ Τρέμε Τουρκία

Η κλοπή και η λογοκλοπή είναι κάτι που εμφανίζεται στην τέχνη. Πολλά ωραία κείμενα, ποιήματα, ρεφρέν είναι κλεμμένα από κάτι άλλο. Στην αρχή σε σοκάρει, μετά το συνηθίζεις. Ας πούμε το ποίημα του Ουράνη «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του Φθινόπωρου δείλι», που όλοι αγαπήσαμε με τη μουσική των Διάφανών Κρίνων, δεν είναι παρά μια σκαστή λογοκλοπή ενός ποιήματος του Σέζαρ Βαγιέχο

7.7.20  Κι αν το κείμενο (δεν) υπάρχει παρά μόνο για να το αντιγράψουμε;  Σήμερα είναι η μέρα της αντιγραφής. Το σκονάκι στην τσέπη.

• Μετά τη γαμήλια στέψη στον Άγιο Στέφανο Παρισίων ακολούθησε δείπνο στη σοφίτα με τα πεθερικά, τον Ολλανδό κουμπάρο Willy Knops και τους μάρτυρες του πολιτικού γάμου, τον Ιάπωνα Kουροσάβα και τον Ισπανό  Σάντες.  Είπαμε ο καθένας α καπέλα από ένα τραγούδι της πατρίδος του κι εγώ επέλεξα ως αγχωμένος νιόπαντρος και επαναστατημένος εξόριστος  «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι» του Σαββόπουλου. Αυτά στο μακρινό 1970 και τα πεθερικά που είχαν έλθει με μπαούλα και φλοκάτες και 2.000 φράγκα στην τσέπη με κοιτάζανε με μισό μάτι.

Ας δούμε τώρα ένα κείμενο σε βάρος του  πασίγνωστου αυτού τραγουδοποιού για να προχωρήσουμε  τη  συζήτηση  για τη λογοκλοπή Βλαβιανού /Σταμάτη και να την κλείσουμε, ει δυνατόν,  γιατί το θέμα δεν είναι και πολύ υγιεινό κι όλο θα βρίσκεις σκελετούς όσο ψάχνεις στα ντουλάπια.

• Διονύσης Σαββόπουλος: Στα πάντα του ψεύτικος

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη 13/7/2017

Ο Σαββόπουλος είναι ένας άρρωστος κλέφτης. Άρρωστος. Όλα αυτά που λέτε ότι παλιά έγραφε ωραία τραγούδια και τέτοια, είναι όλα κλεμμένα. Μετά από μελέτη, τείνω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει ούτε μια λέξη στο έργο του που να είναι δική του.

Προσοχή! Η κλοπή και η λογοκλοπή είναι κάτι που εμφανίζεται στην τέχνη. Πολλά ωραία κείμενα, ποιήματα, ρεφρέν είναι κλεμμένα από κάτι άλλο. Στην αρχή σε σοκάρει, μετά το συνηθίζεις. Ας πούμε το ποίημα του Ουράνη «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του Φθινόπωρου δείλι», που όλοι αγαπήσαμε με τη μουσική των Διάφανών Κρίνων, δεν είναι παρά μια σκαστή λογοκλοπή ενός ποιήματος του Σέζαρ Βαγιέχο:

«Θα πεθάνω στο Παρίσι με μια νεροποντή/ μια μέρα που την θυμάμαι κιόλας τώρα/ Θα πεθάνω στο Παρίσι -και δεν τρέχω να φύγω-/ ίσως, σαν σήμερα, μια Πέμπτη φθινοπώρου.

Ναι, Πέμπτη θα ‘ναι, γιατί Πέμπτη σήμερα που γράφω/ αυτούς τους στίχους, φόρεσα τόσο άθελά μου/ τις ωμοπλάτες και ποτέ σαν σήμερα δεν είδα,/ μόλο το δρόμο μου, τον εαυτό μου τόσο μόνο. Θα λένε, ο Καίσαρας Βαγιέχο είναι νεκρός/ τον χτυπούσαν όλοι/ χωρίς εκείνος να τους έχει κάνει τίποτα/ τον χτυπούσαν σκληρά μ’ ένα σκληρό ραβδί,

Επίσης και μ’ ένα σκοινί, είναι μάρτυρές μου/ οι μέρες Πέμπτες / και τα κόκαλα της ράχης/ η μοναξιά, η βροχή, οι δρόμοι», γράφει ο Βαγιέχ.,

Ερχεται μετά ο Ουράνης, το ξαναγράφει με τα δικά του λόγια, ωραίο είναι και του Ουράνη, πάμε παρακάτω.

Στην περίπτωση του Σαββόπουλου δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Σαββόπουλος έχει στήσει μια ολόκληρη περσόνα πάνω στην κλοπή, η οποία είναι και το μόνο πράγμα στον κόσμο στο οποίο φαίνεται να έχει ταλέντο.

Κλέβει τα πάντα. Το ντύσιμο, οι δηλώσεις, τα εξώφυλλα των δίσκων, τα σαρδάμ, οι αυτοσαρκασμοί, τίποτα επάνω του δεν είναι δικό του.

Πρωτάκουσα για αυτή του την τάση από τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι ο Σαββόπουλος του είχε κλέψει ένα ποίημα σχετικό με την εξέγερση στα Αμπελάκια. Ήμουν μικρός, δεν έδωσα σημασία, δεν κατάλαβα κιόλας. Αργότερα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος έχει θέμα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, βρέθηκα στον Λυκαβηττό να παρακολουθήσω μια συναυλία κάποιου Λούτσιο Ντάλλα. Δεν τον γνώριζα. Ξαφνικά είδα στην σκηνή τον Σαββόπουλο να τραγουδάει ιταλικά. Δε μιλάμε για επιρροή. Όλη την παρουσία του ο Σαββόπουλος την έχει στήσει πάνω στον Ντάλλα. Το μούσι, τις τιράντες, τα σκουφιά, τα ταμπούρλα που βαράει στις συναυλίες, όλα μα όλα είναι από εκεί. Ως εδώ πρόκειται για μια απλή μίμηση. Όταν όμως ο Λούτσιο Ντάλλα απόφάσισε για λόγους προβοκάτσιας να κουρευτεί και να ξυριστεί, ο Σαββόπουλος έκανε το ίδιο ακριβώς: κουρεύτηκε και ξυρίστηκε. Κι όταν ο Ντάλλα επέστρεψε στο παλιό του στυλ, ο Σαββόπουλος έκανε το ίδιο.

Φυσικά του έκλεψε και 1-2 τραγούδια, κάνοντας το σύνηθες: στην αρχή τα παρουσίασε για δικά του και μετά από λίγα χρόνια, σα να μη συμβαίνει τίποτα είπε ότι πρόκειται για διασκευές.

To 1966 ο Σαββόπουλος εμφανίστηκε στο προσκήνιο με τον δίσκο «Το Φορτηγό». Όπως έγραφε ο δίσκος, στίχοι – μουσική στα τραγούδια ήταν δικοί του. Για μουσική δεν το πολυσυζητάμε, ο Σαββόπουλος ομολογεί ότι δεν έχει ιδέα. Αλλά οι στίχοι είναι στιχάρες:

«Ο εργάτης βλαστημάει και τραβάει για τον σταθμό/ να ο ήλιος ανεβαίνει σαν σημαία στον ουρανό/ μπρος στης φάμπρικας την πύλη ο εργάτης σταματά/ όμορφη η μέρα γνέφει κι απ’ το ρούχο τον τραβά

Ε ε σύντροφέ μου αχ τι κακό/ μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό/ να την τρώει τ’ αφεντικό», γράφει στο «Ήλιε ήλιε αρχηγέ», τσαλαβουτώντας στα νερά του βιωματικού ταξικού στίχου.

Το 2000 στη Γαλλία πια, προσπαθούσα να μάθω τους Γάλλους ποιητές και να εξοικειωθώ με τη γλώσσα. Μια μέρα έπεσα πάνω στο ακόλουθο ποίημα του Ζακ Πρεβέρ (μετάφραση δική μου): «Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου ο εργάτης σταματά ξαφνικάκι όπως γυρνά κοιτάζει τον ήλιο τόσο κόκκινο, τόσο στρογγυλό τόσο χαμογελαστό στον μολυβδένιο ουρανό τουκλείνει το μάτι χαρούμενα Πες λοιπόν σύντροφε ήλιεδε βρίσκεις ότι είναι μαλακία μια μέρα σαν αυτή να τη δίνουμε στο αφεντικό;»

Στη Γαλλία, μπόρεσα να διαπιστώσω διάφορες ακόμα λογοκλοπές «του ταλαντούχου τροβαδούρου μας από τη Μακεδονία», που έλεγε και ο Τζίμης Πανούσης πριν πεθάνει, τόσες πολλές που έπαψε να μου κάνει εντύπωση και μερικές δεν τις θυμάμαι πια. Πχ ο στίχος για το «βρώμικο ψωμί» που «τρώνε όσοι αγαπάνε» είναι του Λεό Φερρέ, όπως και το «Μια θάλασσα μικρή».

Από όλους όσους έκλεψε ωστόσο ο Σαββόπουλος, την κορυφαία θέση κατέχει ο Μπομπ Ντίλαν. Το 1968 ο Σαββόπουλος έκλεψε το The Wicked Messenger (στίχους και μουσική) και το παρουσίασε για δικό του ως «Άγγελος Εξάγγελος» -λίγα χρόνια μετά, το παρουσίαζε κι αυτό ως διασκευή. Αυτό όμως είναι το έλασσον. Από τον Ντίλαν ο Σαββόπουλος έκλεβε και συνεχίζει να κλέβει ότι πετούσε κι ό,τι κολυμπούσε. Εβγαζε ο Ντίλαν το The lone some death of  Hattie Carol; Απαντούσε ο Σαββόπουλος με την «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη». Έβγαζε ο Ντίλαν το The Hurricaine, 9 λεπτά τραγούδι για τον ισοβίτη Ρούμπιν Κάρτερ; Τσακ, απαντούσε ο Σαββόπουλος με το «Μακρύ ζεϊμπέκικο» για τον Νίκο Κοεμτζή. Έγραφε ο Ντίλαν το My back pages; απαντούσε ο Σαββόπουλος με το «Οι πίσω μου σελίδες» (που δε σημαίνει κάτι στα ελληνικά). Σε αυτό το τραγούδι υπήρχε και ο ακατανόητος στίχος «ευαίσθητη αθλήτρια/ δεν ξέρει τι χρωστάει/ στον πάνσοφό της εραστή/ που απόψε παρατάει», που μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο Σαββόπουλος τα ‘χε και αυτός με τη Σιουζ Ροτόλο, όπως ο Ντίλαν, ή με κάποια άλλη γυμνάστρια, τον παράτησε κι αυτόν και της τα χώνει. Ή ότι βρήκε ωραίο τον στίχο, που είναι από άλλο τραγούδι, και τον κότσαρε. Αργότερα, όταν ο Ντίλαν χώρισε με τη γυναίκα του και έγραψε το Sara, ο Σαββόπουλος δεν κάθισε να σκάσει και έγραψε το «Άσπα».

Το 1975, ο Σαββόπουλος έβγαλε τον δίσκο «Δέκα χρόνια κομμάτια». Ο δίσκος είχε ένα οπισθόφυλλο πολύ εμπνευσμένο. Για την ακρίβεια ήταν εμπνευσμένο από τον δίσκο Bringing it all back home του Ντίλαν, από τον οποίον το είχε κλέψει. Υπόψη ότι εκείνα τα χρόνια οι δίσκοι εισαγωγής ήταν πολύ σπάνιοι στην Ελλάδα και αυτοί που μπορούσαν να καταλάβουν την κλοπή ελάχιστοι.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Ντίλαν έφαγε μια φλασιά κι έγινε χριστιανός. Ήταν η χειρότερη φλασιά που μπορούσε να φάει, αλλά ο Σαββόπουλος είναι έντιμος, όταν κλέβει κάποιον τον κλέβει και στα καλά και στα άσχημα: έγινε κι αυτός χριστιανός. Γκαντ γκρέις τραγούδαγε ο Ντίλαν, του θεού η χάρη έκανε ηχώ ο Σαββόπουλος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, συνεχίζοντας τον κατήφορο, ο Ντίλαν άρχισε να κάνει περιοδεία στις βάσεις του αμερικάνικου στρατού. Αμέσως ο Σαββόπουλος άρχισε περιοδεία στα ελληνικά στρατόπεδα, όπου μαζεύανε τους φαντάρους να τον ακούσουν με το ζόρι. Ο Ντίλαν δήλωσε ότι το έκανε αυτό όταν «κατάλαβε ότι ο στρατός απορροφά τα πιο λαϊκά κομμάτια της Αμερικής, στα οποία ήθελε να απευθυνθεί». Ο Σαββόπουλος επανέλαβε την ίδια δήλωση λέξη προς λέξη, αδιαφορώντας ότι στην Ελλάδα ο στρατός είναι υποχρεωτικός και η δήλωση αυτή δεν έχει καμία έννοια. Όταν το ’90 ο Ντίλαν το γύρισε στην οικολογία, ο Σαββόπουλος έκανε και τις πρώτες του οικολογικές δηλώσεις. Και όταν ο Ντίλαν έδωσε τραγούδι του για διαφήμιση, προκαλώντας σκάνδαλο, ο Σαββόπουλος έκανε ακριβώς το ίδιο. Αργότερα, φόρεσε και το ίδιο κηπουρικό καπέλο. Πρόκειται περί ψύχωσης.

Δεν έχει νόημα να συνεχίσω να παρουσιάζω περιπτώσεις λογοκλοπής του Σαββόπουλου. Άλλωστε ο άνθρωπος δεν είναι ένας κοινός λογοκλόπος, έχει προσαρμόσει τη ζωή του όλη πάνω σε άλλους ανθρώπους, μια ιδέα που μου φαίνεται τρομακτική.

Μαθημένος να παπαγαλίζει αυτά που ήταν κοινοτοπίες ενός εναλλακτικού λόγου κάποτε, δεν μου κάνει καμία εντύπωση ότι γερνώντας άρχισε να παπαγαλίζει τις κοινοτοπίες της αντίδρασης. Οι νέοι δεν τον άκουγαν πια, αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίον γκρινιάζουν οι γέροι, οπότε ο Σαββοπουλος έστρεψε την ημιμάθειά του προς την δεκτική αγκαλιά της παράδοσης. Άρχισε να αντιδρά στους νεωτερισμούς, την απελευθέρωση των ενστίκτων και όλα αυτά τα οποία τον ξεπερνούσαν και δε μπορούσε να τα ακολουθήσει. Τα τελευταία 30 χρόνια, αναγκαζόμενος ολοένα και περισσότερο να μιλάει με δικά του λόγια, εκφέρει έναν λόγο που κινείται από τη βαθιά συντήρηση μέχρι το ρατσισμό. Τόσο μπορεί.

Υπό αυτή την έννοια δεν βρίσκω κανένα λόγο να νιώθει κανείς έκπληξη ή να κατηγορεί για κάποιου τύπου προδοσία τον Σαββόπουλο: ο τύπος έκανε πάντοτε μπίζνες μετατρέποντας τον λόγο των άλλων σε λουτρό κοινοτοπίας και αυτό συνεχίζει να κάνει. Το μόνο κίνητρο για να τον βρίσεις, είναι η αγνή πηχτή αντιπάθεια.

Κι αυτή όχι πάντα. Γιατί, «δεν υπάρχει λόγος να ταράζεσαι ακούστηκαν τα λόγια του ληστή», όπως έλεγε κι ο Ντίλαν.

*Το κείμενο είναι από ανάρτησή του Γ. Ανδρουλιδάκη στη σελίδα του στο facebook

Ωραία. Το πιο σωστό είναι  να μη διαβάσουμε όλο αυτό το κατεβατό και να πούμε απ΄την αρχή : λίβελλος και τέρμα, αλλά  ο συντάκτης αναφέρει και κάποια παραδείγματα που θα μπορούσαν ίσως να συζητηθούν. Γιατί όμως εμείς επιλέξαμε να επαναφέρουμε αυτό το κείμενο;  Γιατί μας δείχνει πόσο εύκολα και πόσο ανέξοδα, μπορούμε να κατεδαφίσουμε και να απομυθοποιήσουμε έναν καλλιτέχνη που έχει κάνει σπουδαίο όνομα και που τραγουδήσαμε τα τραγούδια του σε σημαντικές στιγμές της ζωής μας.  Eίναι υγεία η κριτική, αλλά η τυφλή πολεμική εναντίον δημιουργών  είναι τουλάχιστον αντιπαραγωγική

Το λάθος που κάνει ο συντάκτης είναι η γενίκευση στον  τίτλο: «Πάντα ψεύτικος». Κάθε άλλο. Ο Σαββόπουλος ξεκίνησε πολύ αληθινός, πολύ αυθεντικός στην μπουάτ Παράγκα, μαζί με τη Χωματά  και για μια δεκαετία τουλάχιστον εκπροσωπεί  και γαλουχεί μια γενιά.  «Φτάνει η Ζωζώ με φορτηγό περαστικό». «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι» κλπ. Το εγχείρημα  στραβώνει αμέσως μετά τη δικτατορία και το δράμα αρχίζει όταν επιδιώκεις πάση θυσία να γίνεις φίρμα, δηλαδή κατεστημένο, αυτό που κατηγορούσες και εντέλει κατάφερες  να γίνεις χρησιμοποιώντας και κάποιες  λαθροχειρίες, ήσσονος σημασίας μεν, γιατί περισσότερο περί μιμήσεως πρόκειται δε.

 

Ακόμη  και  ο  μεγάλος Χατζιδάκις  στην εισαγωγή του  «Ήλιε μου, ήλιε μου,  βασιλιά μου» και σε κάποια βαλσάκια είναι σκέτος Μότσαρτ.  Ο Χατζιδάκις όμως είναι Χατζιδάκις τον αναγνωρίζεις και με τα δάνεια του είναι αριστουργηματικός, πώς να το κάνουμε.

Στην πολιτική, στις τέχνες στη λογοτεχνία στην ανθρώπινη δημιουργία, οι  επιδράσεις, οι μιμήσεις, τα δάνεια, οι υποκλοπές, οι αντιγραφές πέφτουν σύννεφο. Το έχω πει κι άλλη φορά ο Ανδρέας Παπανδρέου λέει το «Εδώ και τώρα», που έχει πάρει από το Ici et maintenant του Μιτεράν, το οποίο ο Γάλλος πολιτικός οικειοποιήθηκε από τους υπερρεαλιστές, οι οποίοι δεν ξέρω αν το εφεύρανε οι ίδιοι ή αν το δανείστηκαν από  την ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας τους.

Λένε ότι τα βιβλία του πολυγραφότερου σήμερα έλληνα συγγραφέα τα γράφει η   γραμματέας  του. Κακοήθειες. Σε διηγήματα (;) ακαδημαϊκού πεζογράφου δεν ξέρεις ποια είναι αποσπάσματα από τον ημερήσιο τύπο  και πού αρχίζει το …fiction

Ο βραβευμένος νέος συγγραφέας Νίκος Mάντης προλαβαίνει να μας πει ότι έχει πάρει από το διαδίκτυο ολόκληρα κείμενα. Τουλάχιστον τα ενσωματώνει στο κείμενό του και φτιάχνει ένα παλίμψηστο.  Δεν χρειάζεται να είναι κανείς τακτικός επισκέπτης του indymedia  για να καταλάβει τη λαθροθηρία.

Από την άλλη ο   Σταμάτης , είναι τσάμπιον στο πεδίον της αντιγραφής αρχής γενομένης από ένα μπαρ. Είπαμε για τον  Κούλογλου:  τόκοψε το αντι-γράφειν έγινε ευρωβουλευτής και γύρισε κι ένα ωραίο ντοκυμαντέρ.    Ενταξει θα μου πείτε, θα τους βγάλεις όλους λογοκλόπους; Ασφαλώς όχι. Αλλά και ούτε θα δικαιολογήσω τους συστηματικούς αντι-γραφείς.

 

Το να  συλήσεις   έναν ομότεχνό σου  είναι… ποταπό. Δεν θα μου άρεσε να δω κάποιον να λέει «γράφω σε μια γλώσσα νεκρή», που είναι  ο τίτλος μικρού μου κειμένου στο «Χαρούμενο Σύδνεϋ», ακόμη κι αν γράφει κι αυτός, όπως κι εγώ, σε μια γλώσσα νεκρή. Θα θύμωνα δεόντως, όπως όλοι, αν επιχειρούσαν να με κλέψουν. Θυμάμαι πόσο θύμωσε ο Τίτος Πατρίκιος, το έχω πει ήδη, όταν κάποιος  ακροατής αναφέρθηκε σε στίχο του, τον οποίο ενσωματώνει σε ποίημα του ο σπουδαίος Μανώλης Αναγνωστάκης.  «Ο κόσμος πίστεψε ότι είναι του Αναγνωστάκη, βαρέθηκα, είναι άχαρο πια  να το διαψεύδω συνέχεια»,  είπε  ο Πατρίκιος. Αλλά ο νεκρός πια Αναγνωστάκης γράφει πεντακάθαρα: Γιατί όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος : «Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα».  Ε, τι άλλο ήθελε ο Πατρίκιος, ένας είναι ο τρομερός Τίτος, τον ξέρουν όλοι στην πιάτσα, δεν υπάρχει άλλος. Κι έναν καλό στίχο έχει γράψει όλο κι όλο και τον αναπαράγει αυτός ο άτιμος Αναγνωστάκης και του παίρνει τη δόξα.

Οπότε εμείς έχουμε την πατέντα, την μπαγκέτα, την καθαρή συνείδηση και το κύρος έχουμε, και τι δεν έχουμε, είμαστε κτητικοί (διάβαζε εξουσιαστές) αλλά μήπως  πρέπει να κρατήσουμε και λίγο την ψυχραιμία μας μπροστά σε φαινόμενα αντιγραφής; Ακόμη και μπροστά στο φαινόμενο Βλαβιανός.  «Η ιστορία επαναλαμβάνεται  την πρώτη φορά σαν  φάρσα τη δεύτερη σαν τραγωδία». Δεν χρειάζεται πατρότητα πια αυτή η διάσημη ρήση, δεν χρειάζεται καν να αναφέρουμε   το όνομα του  Μαρξ, έχει γίνει …δημοτικό τραγούδι κι έχει κάνει κόσμο να ενδιαφερθεί για το μαρξισμό και  να τρέχει να διαβάσει  την πρώτη σελίδα της  18ης της Μπρυμαίρ.

Άρα, θα ήταν πολύ τιμητικό να απαγγέλουν κι ένα στίχο δικό  μας, μια δική μας κουβέντα, έστω  και χωρίς να μας αναφέρουν,  αφού άλλωστε το «γράφω σε μια γλώσσα νεκρή» υπάρχει τυπωμένο και αρέσει, και προκαλεί την επιθυμία της οικειοποίησης.

 

Το θέμα είναι ποιος και  πώς ενσωματώνει, πώς χρησιμοποιεί τις το δάνειο και τι είδους κολάζ  θα παράξει. Εδώ χρειάζεται ίσως ένας οδικός χάρτης δεοντολογίας. Αλλά και πάλι πώς και πού θα βρούμε ένα κείμενο «καθαρό»;  Τι θα πει αυθεντικό κείμενο μέσα σε μια κοινωνία καλλιεργημένη σε θερμοκήπιο. Τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, απ ’ό,τι φαίνονται, παρόλο που όλοι ξέρουμε τι είναι κλοπή και τι όχι.  Ξέρουμε ότι Βλαβιανός και Σταμάτης παίρνουν φράσεις από ελάχιστα γνωστούς, στο ελληνικό κοινό, ξένους συγγραφείς αμετάφραστους, με το ναρκισσισμό του επιτυχημένου Αντιγραφέως. Πόλύ άχαρο και τετριμμένο, το έχουμε κάνει κι εμείς.

 

Αλλά κι εμείς οι εισαγγελείς,  εδώ που τα λέμε,  που μιμούμαστε ακόμη και τις φωνές των φίλων  μας θέλουμε  να είμαστε ξεχωριστοί,  να αναγνωριστούμε και να βραβευθούμε ως ξεχωριστοί.  Στην κοινωνία της υπερπληροφόρησης  όπου ο καθένας ανεβάζει την ιστορία της ζωής του στα social media  μήπως πρέπει να σκεφτούμε ξανά τι είναι η λογοτεχνία και πώς λειτουργεί σήμερα.

Γιατί να είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να δείξουμε κάτι καλύτερο από αυτό που είμαστε –  ενώ μια χαρά είμαστε – ανεβάζοντας  ωραιοποιημένες φωτογραφίες του εαυτού μας   στο internet,  που δεν είναι παρά μια πλαστογραφία κάποιου, που θα μπορούσε να είναι ο εαυτός μας;

Το κείμενο έρχεται μέσα από τους αιώνες ταξιδεύοντας  μέσα από τις οπτικές ίνες και πηγαίνει  στους αιώνες των αιώνων αμήν. «Αυτό που συνιστά το κείμενο δεν είναι μια ενδογενής κλειστή δομή, αλλά οι τρόποι και οι τόποι εισόδου σ’ αυτό άλλων κειμένων, άλλων σημειοδοτικών κωδίκων, με δύο λόγια η διακειμενικότητά του», λέει η Μαρία Κακούλια, η οποία έχει εντρυφήσει όπως φαίνεται στην Κρίστεβα και στον Μπαχτίν. «Το κείμενο λειτουργεί ως Χώρος γραφής όπου συρρέουν, συνυπάρχουν, αλληλο-ενεργούν αποσπάσματα και μνήμες παλαιοτέρων και σύγχρονων κειμένων, λειτουργεί ως διακείμενο που προϋποθέτει και αναπαράγει τη σχέση και τα σημεία επαφής του με άλλα κείμενα. Μέσα από το διαρκή ετεροκαθορισμό του αναστέλλει κάθε έννοια αυτοτέλειας ή γνησιότητας».

 

Εν ολίγοις η διακειμενικότητα, ως θεωρία, την οποία επικαλείται και ο Βλαβιανός, αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται  με  μία κλιμακούμενη επίθεση στις θεωρητικές θέσεις των ιδεαλιστών που υποδύονται την «δημιουργική συνείδηση», σε μία επίθεση στις στεγανές και κλειστές δομές. Αποκαθηλώνει την εξουσία του συγγραφέα (είχε προλάβει ο Μπαρτ με το «θάνατο του συγγραφέα»), επιχειρεί να αποδομήσει την ψευδαίσθηση της πρωτοτυπίας, αρνείται την ατομικότητα και υποστηρίζει το απρόσωπο στην πράξη της γραφής.

 

Ο διαλογισμός πάνω στο διακείμενο θα μας επιτρέψει να φέρουμε στην επιφάνεια φόρμες παραμελημένες από τη λογοτεχνική πρακτική, όπως λογοκλοπή, μεταμοντέρνα  παρωδία, pastiche, σάτιρα, μοντάζ, CutUpsBurlesque, κολάζ για να μην προσθέσουμε και ολίγη ψυχανάλυση με λανθάνουσες υποσυνείδητες σχέσεις   ή τις «σημειώσεις», τα «αναγράμματα» και τις «αναμορφώσεις» του Λυοτάρ (1966).

 

Ο  Βλαβιανός  δεν είναι ένας τυχαίος διανοούμενος, όσο κι αν ισχυρίζεται ότι «η ζωή του είναι ένα ημιτελές ποίημα, γεμάτο κενά που μάταια προσπαθεί να ολοκληρώσει». Είναι κοσμοπολίτης, έχει Παιδεία, κάνει μεταφράσεις, συμμετέχει σε συνέδρια, εκδίδει ένα σπουδαίο περιοδικό ποίησης, βγαίνει στην τηλεόραση (είδα όλα του τα βίντεο στο  you tube) όπου συνήθως μιλάει εκ καθέδρας επί παντός του επιστητού σε τηλεπερσόνες των κρατικών καναλιών που τον αποθεώνουν (η μία μάλιστα εκλέγεται και βουλευτίνα με το κυβερνών κόμμα, επειδή ίσως πήρε συνέντευξη και από τον κ. Βλαβιανό) φιλοσοφεί με το Ράμφο, πολιτικολογεί ασύστολα και κατακεραυνώνει με κοινοτοπίες, ως νέος Γιανναράς,  το πολιτικό σύστημα  για τη διαφθορά του, όπως είθισται να κάνουν οι διανοούμενοι αιχμής κι έχει γράψει ένα πολύ καλό κείμενο:

Ένα κείμενο βιωματικό, αυτοβιογραφικό, αυτό-εκθετικό, για μια πολυτραυματική παιδική ηλικία,  «Το αίμα νερό» και τόχει γράψει με αυτοπειθαρχία και  ψυχραιμία χειρουργού.  Χωρίς  μελοδραματισμούς και αυτολύπηση και μόνο γι αυτό θα άξιζε να πάρει όχι ένα, αλλά δύο βραβεία,  από όσους πιστεύουν σ’ αυτή τη νεκρώσιμη τελετή. Οπότε   δεν μιλάει στο κενό με βρυχηθμούς και μόνο με αντιγραφές.

Bέβαια σαν ποιητής ο ίδιος, με τη βοήθεια των άσπονδων φίλων του πάντα, έχει καταφέρει να καταστρέψει εντελώς τη φήμη του.

Παρακολουθώ το φαινόμενο Βλαβιανού. Διαβάζω τα ποιήματά του, δεν τα είχα προσέξει. Δεν μου είναι εντελώς αδιάφορα, αλλά δεν μου προκαλούν και συγκίνηση. Είναι διανοουμενίστικη κατασκευή, συζήτηση με τον εαυτό. Η ποίηση πρέπει να σε συγκινεί, να σε εκπλήττει να σε αναταράζει, να σε τρομάζει ή να σε καθησυχάζει, -ενίοτε και το μουρμουρητό με το ήσυχο νερό στο αυλάκι   καλό είναι. Αλλά πρωτίστως πρέπει να υπάρχει κι ένας αναγνώστης ικανός να συγκινηθεί, να τρομάξει ή να καταλάβει.. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την ποίηση ισχύει για τα πάντα στη ζωή.

Και τώρα για να τελειώνω με τα απωθημένα μας .

1.Το πρόβλημα είναι ότι με θεμιτά και αθέμιτα μέσα θέλεις να πάρεις ντε και καλά βραβεία, να αποδείξεις ότι είσαι ο καλύτερος και το παίρνεις (αντιγράφοντας) για να αποδειχτεί ότι τα βραβεία είναι αντιγραφή!

2. Μιλάμε για τη λογοκλοπή ως έγκλημα, αλλά δεν μιλάμε για τα βραβεία που  είναι έγκλημα στο τετράγωνο και στον κύβο.  Ότι δίνονται από επιτροπές κι ο αγώνας δεν είναι μόνο να πάρεις το βραβείο, αλλά να μπορέσεις να γίνεις Εσύ επίτροπος, Εσύ να δίνεις τα βραβεία.

3. Έτσι δημιουργούνται οι αξίες από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τις μικρές επιτροπές που έχουν επιρροή στα μέσα, που είναι τα μέσα.

4. O ναός του Ξαπλωμένου χρυσού Βούδα στην Μπαγκόγκ. Ο Βούδας ξαπλωμένος και χρυσός φτάνει τα 46 μέτρα. Τον έχω δει, τον  έχω ασημώσει

5. Καταξιωμένοι ποιητές, επίσης εκδότες σπουδαίων περιοδικών ποίησης αποκάλυψαν το σκάνδαλο αντιγραφής. Φύσει και θέσει ανταγωνιστές  του Βλαβιανού.

6. Η ποιότητα και οι αξιολογήσεις δημιουργούν διακρίσεις. Οι μικροί Οίκοι  δεν έχουν καμία ελπίδα. (Για βραβεία! Κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό).

7. (Γιατί) Οι περιθωριακοί, οι ανεξάρτητοι, οι αφανείς  και  οι ξένοι σώζουν την τιμή της  λογοτεχνίας

8. (Γιατί) Μόνο από τη θέση του αδύναμου  (και για τον αδύναμο) αξίζει να πολεμάς.

9. Κλαις και τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου. Γιάννης Ευσταθιάδης.

10. Ο  Βλαβιανός υπερέβη τα εσκαμμένα αλλά πιστεύω κατάλαβε ότι τον καταλάβανε κι  ότι το δικό του milieu τον κρέμασε οπότε  θα είναι προσεκτικότερος και λιγότερο νάρκισσος στο μέλλον. Κανείς δεν είναι υπεράνω. Αλλά για να τον καταλάβουν (τον Βλαβιανό) πρέπει να διαβάσουν το αίμα του νερό. Τότε ίσως ρίξουν τους τόνους. Κι επέλθει η γαλήνη στη Δανμαρκία.

Ανω σχώμεν τα καρδίας σύντροφοι σούπερ ποιητές.

• Μπάνιο αρ. 15. Δύο κρούσματα  κορονοϊού  στην Aιδηψό  από γκρουπ σέρβων που ήλθε στις  4 Ιουλίου και  οι ταξιδιώτες κατέλυσαν σε τρία ξενοδοχεία.  Με κυνηγάει ο ιός, ούτε ένα λουτρό δεν μ΄αφήνει να κάνω.   Κι εγώ ασχολούμαι με τις κόντρες των ποιητών για τη λογοκλοπή.  Αυξήθηκε δραματικά ο αριθμός των αγριογούρουνων στην Ελλάδα. Αντιγράφω την είδηση. Μεταδίδω την είδηση: καταστρέφουν τις καλλιέργειες.

• Τρέμε Τουρκία. Τρέμε Ερντογάν βλαμμένε.  Σε περίπτωση παραβίασης της ΑΟΖ Κρήτης η απάντηση δεν θα είναι «σημειακή». Το οποίον σημαίνει ότι θα είναι ολική.  Θα χτυπηθούν πάραυτα στόχοι εντός της φίλης γείτονος. Όχι παίζουμε, διότι διαθέτουμε ελικόπτερα απάτσι που δεν έχουν οι οθωμανοί  και ναυτικό αξιόμαχο και ανίκητο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού