‘Τα Ομοιοκατάληκτα’ του Μάνου Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου ασκείται συγκροτημένα στο ποιητικό 'πράττειν,' προσδιορίζοντας εμπρόθετα ό,τι επισημαίνει η Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου για την Ντερριντιανή γραφή: «Στο Πλάτωνος Φαρμακεία ο Derrida παρουσιάζει επιμελώς την αναγκαιότητα αυτού του φαρμάκου, της γραφής δηλαδή».

«Φλογίτσα μαύρου λουλουδιού σε πέτο χαρτοπαίκτη που στον αέρα τίναξε βασίλεια και λαούς, στη σφαίρα μάγου άναψες να κάψεις τον καθρέφτη αυτόν που πάντα κοίταζες να βρεις τους ουρανούς» (Μάνος Ελευθερίου, ‘Το πλοίο Ναυκρατούσα’).

Η ποιητική συλλογή του Μάνου Ελευθερίου με τον τίτλο ‘Τα Ομοιοκατάληκτα,’ [1] εξ αρχής, όσον αφορά στην φόρμα που ακολουθείται, δικαιώνει τον τίτλο της. Επρόκειτο για μία συλλογή που περιλαμβάνει σχετικά μικρού μεγέθους ομοιοκατάληκτα ποιήματα, δεικνύοντας το πως ο Συριανός στιχουργός και ποιητής, προβάλλει το υλικό του, και περαιτέρω, ομνύει στη γλώσσα που φέρει το περιεχόμενο.

Ποιήματα τα οποία και συναντώνται εντός ποιητικής συλλογής, ευρίσκονται διάσπαρτα, με το που ανοίγει ο αναγνώστης, ο αμέριμνος αναγνώστης, το βιβλίο [2]. Και αυτό που συναντά είναι ο κατατεθειμένος ποιητικός λόγος έτσι όπως αρθρώνεται από την πρώτη κιόλας σελίδα, την μη αριθμημένη, εκεί όπου προσίδια προσδιορίζονται δοκιμές και διορθώσεις, αφαιρέσεις και προσθέσεις λέξεων, προσθήκες ολόκληρων παραγράφων, συστατικών ουσιαστικών και ως προς την διαδικασία συγκρότησης της ποιητικής γλώσσας (που δεν αποκρύπτεται αλλά μνημονεύεται ενώπιον του αναγνώστη), αλλά και ως προς το γεγονός ό,τι ο ίδιος ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει η αίσθηση της ποίησης που αναγνωρίζει τον ‘κίνδυνο.’ Ακριβέστερα, τον ‘κίνδυνο’ αλλά και την ‘ευκαιρία.’

Ο Μάνος Ελευθερίου ασκείται συγκροτημένα στο ποιητικό ‘πράττειν,’ προσδιορίζοντας εμπρόθετα ό,τι επισημαίνει η Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου για την Ντερριντιανή γραφή: «Στο Πλάτωνος Φαρμακεία ο Derrida παρουσιάζει επιμελώς την αναγκαιότητα αυτού του φαρμάκου, της γραφής δηλαδή» [3].

Στα ‘Ομοιοκατάληκτα’ διαφαίνεται η Ντερριντιανή ‘ανάγκη’ (όχι με την έννοια του ‘καταναγκασμού’), της γραφής, ήτοι της εσώτερης ώθησης να καταγραφούν μνημονικά χάσματα και τραύματα, υποκείμενα που φέρουν διάφορα προσωπεία δίχως να έχουν επίγνωση της θεατρικότητας τους, το πρόσημο μίας σχεδόν ιστορικής τραγικότητας που εν προκειμένω, αναγνωρίζεται ή ομολογείται με μία αποστασιοποιημένη αίσθηση. Εδώ η εξομολόγηση στην Ευδοξία Ελευθερίου καθίσταται συγκεκριμένη: «Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων» [4].

Σε αυτό το πλαίσιο, νοηματοδοτείται η αντίστιξη μεταξύ δημίου και ‘θύματος (θυματοποιητική προσέγγιση) το οποίο και δύναται να λάβει διάφορες μορφές, όπως μας υπενθυμίζει το πρόσφατο τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα και του Μίλτου Πασχαλίδη για τον νεαρό αυτόχειρα σπουδαστή Βαγγέλη Γιακουμάκη, ενώ παράλληλα, εντός ποιητικών γραμμών, παρελαύνουν ποιητές και πρόσωπα που επηρέασαν δραστικά τον Μάνο Ελευθερίου. Και ποια είναι αυτά τα πρόσωπα, οι συγγραφείς μίας άλλης εποχής, που ενσκήπτουν ωσάν ‘σκιές’; Ο Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα και ο Άντον Τσέχοφ, ο Σαίξπηρ με τον ‘Μάκβεθ,’ ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, γνωστός ως ο ‘Ελ Γκρέκο.’ [5]

Σε αυτή την ποιητική συλλογή του Μάνου Ελευθερίου, που εκδόθηκε την χρονιά του θανάτου του (2018), ‘κατασκευάζεται’ ένα νοηματικό σχήμα που αναπαριστά την ιστορία με έναν ενίοτε διάστικτο ρεαλισμό που δύναται ακόμη και να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, προβάλλεται ο ‘τόπος’ (Σύρος/ Ερμούπολη’) με τους επι-γενόμενους όρους της ‘εντοπιότητας,’ σημαίνεται το ‘αίμα’ ως σύστοιχο μίας ‘θυσίας’ που χωρά πολλούς, από κοινού με μία εμπρόθετη αίσθηση που μετεξελίσσει ή μετασχηματίζεται το γίγνεσθαι σε μία θεατρική σκηνή πάνω στην οποία, προβάλλονται φαντάσματα. Του παρελθόντος, το οποίο και δεν είναι ‘ευθεία γραμμή, αλλά χρονικός-ιστορικός άξονας που ‘ενσαρκώνεται’ σε ποιητικά κείμενα (υπόγεια δια-κειμενικότητα), σε διάφορες διορθώσεις, σε παύσεις και σε λεπτές γραμμές που επανεπινοούν το ανολοκλήρωτο.

Το ανολοκλήρωτο που δεν είναι ‘ανείπωτο,’ όσο λειτουργεί ως ‘αναλόγιο’ στο οποίο ομνύει ο Μάνος Ελευθερίου: Μορφές και κείμενα, λέξεις και γραφή που σπεύδει να διακρίνει όσο χρειάζεται: Από τι συντίθεται το παρόν; «Και πες μου ακόμη σε ποια ζούμε εποχή Ελπίδα υπάρχει ή κι αυτή είναι πλαστική; Στην πόλη; Στη χώρα τι; Στον κόσμο τι; Και τις σημαίνει αυτή η άγρια τελετή; Γιατί στους δρόμους δεν υπάρχει άλλος κανείς έξω από κείνους που πετούν μεσουρανίς; Πάμε στο σπίτι, αν υπάρχει, το ζεστό και αν το βρούμε, για να πιούμε ένα ζεστό. Μόνο μαζί σου πια το φως θα μοιραστώ» [6].

Το πρόσωπο, η μητέρα, στο τέλος του ποιήματος, αναπαρίσταται και σε ένα δεύτερο επίπεδο προβάλλεται δυναμικά ως ‘μήτρα’ που σπεύδει εκ νέου να φιλοξενήσει τον ποιητή, στο εγκάρσιο σημείο όπου το πρόσωπο της μητέρας, της «μαμάς» [7], συναρθρώνεται με την οικειότητα που αποπνέει η τυχόν ύπαρξη της οικίας. Εκεί και το «ζεστό» [8], σε μία κούπα, σε ένα βλέμμα, σε μία μη τεθλασμένη γραμμή που εμπερικλείει το άγγιγμα. Άρα, εκεί, στο «ζεστό» αυτή τη φορά, και η ελπίδα που αναζητείται σε δρόμους και στην ιστορία, σε ‘βιο-αφηγήσεις’ και σε ποιήματα που διαπερνώνται από έναν και από πολλούς θανάτους. Τι διασώζει από αυτούς η μνήμη, ή αλλιώς, η ποίηση και ο ποιητικός λόγος ως μνήμη; Από την ποιητική συλλογή ‘Τα Ομοιοκατάληκτα’ διαθέτουμε ήδη ποιήματα που έχουν μελοποιηθεί και ερμηνευθεί.

Το πρώτο είναι το ποίημα ‘Εν Ερμουπόλει’ [9] που έχει ερμηνευθεί από τον Γιώργο Νταλάρα και το δεύτερο είναι το ποίημα ‘Χωρίς Τίτλο’ που αποκτά την επωνυμία ‘Βαγγέλης Γιακουμάκης’ [10]. Για τον ποιητή, το παρελθόν δεν διδάσκει, με το παρόν να κρύβει αρκετές ‘παγίδες,’ όντας προνομιακός χώρος δράσης όχι μόνο των δημίων αλλά και των ισχυρών, των θριαμβευτών της ιστορίας που ομιλούν ‘άλλη γλώσσα. «Γιατρέ, ποιος άγγελος θνητός θε να νοιαστεί για να ρωτήσει και για μας το πως και το τι; Πόσα κορμιά αλέθει τούτη η μηχανή και ποιος μας δίκασε ισόβια ποινή;» [11].

Η ανάκληση του γενέθλιου τόπου (Σύρος και Ερμούπολη) [12], πραγματοποιείται υπό το πρίσμα μίας αόριστης προσμονής, μίας παραμονής σε μία ‘διακεκαυμένη ζώνη’ που μεγεθύνει την απόκλιση μεταξύ τρέχουσας ζωής και προσδοκιών που μεγεθύνονται με τον χρόνο όντας κάτι περισσότερο από ένα απλό ‘αν.’
Το σημείο που παραμένει ανοιχτό, εντός μίας μνήμης ανοιχτής, είναι ένα «γράμμα στερνό», το οποίο και εμπερικλείει τον τόπο, όχι όμως και τον παραλήπτη: «Πικρά νησιά κοχύλια της ψυχής. Αισθήματα που ζουν μες στη φορμόλη. Μια πιστολιά στην άκρη της ζωής. Γράμμα στερνό που αρχίζει: Εν Ερμουπόλει…» [13].

 

[1] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Τα Ομοιοκατάληκτα,’ Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2018.

[2] Εάν ο Walter Benjamin συλλέγει βιβλία όντας ένας συλλέκτης με σχεδόν ζωτική επιθυμία να αποκτήσει βιβλία και να γυρίσει την σελίδα, τότε, ο Μάνος Ελευθερίου συλλέγει λέξεις, αφηγούμενος διάφορες ιστορίες που συγκροτούν την ιστορία εν ευρεία εννοία ως απόσταγμα.

[3] Αναφέρεται στο: Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: Μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα,’ Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 8.

[4] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Το μάτι της βελόνας…ό.π., σελ. 16.

[5] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Το μάτι της βελόνας…ό.π., σελ. 15-20.

[6] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Πάμε στο σπίτι μας…ό.π., σελ. 42. Η επαρχία φέρει πλαισιώσεις εγκλωβισμού, ή αλλιώς, μίας αυτο-αναφορικότητας που εγκλωβίζει.

[7] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Πάμε στο σπίτι μας…ό.π., σελ. 41.

[8] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Πάμε στο σπίτι μας…ό.π., σελ. 42.

[9] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Εν Ερμουπόλει…ό.π., σελ. 21.

[10] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Χωρίς τίτλο…ό.π., σελ. 39-40.

[11] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Γιατρέ μου…ό.π., σελ. 43-44. Ποιος αποκτά βαρύτητα στο σημερινό γίγνεσθαι: Ο ποιητής ή ο ληστής; Είναι χαρακτηριστικό του Μάνου Ελευθερίου να προβαίνει σε διαφόρων ειδών παρομοιώσεις.

[12] Κοινό μοτίβο στην ποιητική του Μάνου Ελευθερίου που παρατηρούμε και στα ‘Ομοιοκατάληκτα’ είναι η αναπαράσταση της ελληνικής επαρχίας (με μία μετρημένη τραγικότητα), με όψεις της αποξένωσης που δημιουργεί, της πνιγηρής ατμόσφαιρας, του εγκλωβισμού και της στασιμότητας που νοείται ως συμβολικός ‘θάνατος.’ Σαν σε σκηνικό αρχαίας τραγωδίας, οι κάτοικοι χειρονομούν, σχολιάζουν και ερμηνεύουν, έχοντας την αίσθηση ό,τι ο χρόνος μετριέται σε λέξεις και σε στραβά κοιτάγματα. Στο ‘τροπάρια για φονιάδες’ σε στίχους του ίδιου, τόποι της ελληνικής επαρχίας-περιφέρειας, καθίστανται η ‘ενσάρκωση’ της ελληνικής ιστορίας, της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας.

[13] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Χωρίς τίτλο…ό.π., σελ. 21.

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού