Πώς διαμορφώθηκε το σημερινό σκηνικό στα ελληνοτουρκικά – Η κρίσιμη 20ετία

Σήμερα έχουμε πλέον πλήρη εικόνα της πραγματικής απόδοσης του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος σε ό,τι αφορά την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας και την αποτελεσματικότητα της θεωρίας περί εγγύησης της κυριαρχικής ακεραιότητας της Ελλάδας από τον τουρκικό επεκτατισμό από την ΕΕ

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Η τωρινή εικόνα στις τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ένα σημερινό απόσπασμα της μακράς ιστορίας των επώδυνων διμερών σχέσεων, μ’ έναν γείτονα που ο επεκτατισμός ανιχνεύεται στο ίδιο το γεωπολιτικό DNA της ύπαρξής του. Η γειτονική χώρα, ποτέ στην ιστορία της από την ίδρυση του τουρκικού κράτους και την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως σήμερα, δεν έχει εμφανίσει πειστικά δείγματα συμφιλίωσης με την ιστορία και τις επιταγές της. Όπως, για παράδειγμα, δείγμα συμφιλίωσης με την αρχή της εξισορρόπησης με το πέρασμα του χρόνου των εθνικιστικών παθών που έθρεψαν πριν από δύο αιώνες οι συνέπειες του λεγόμενου τότε Ανατολικού ζητήματος.

Μόνο μέσα από διεθνείς συνθήκες (διμερείς ή πολυμερείς) που έκτοτε συνήφθησαν με τη Τουρκία να βρίσκεται στη θεση του ηττημένου εξαναγκάστηκε η γειτονική χώρα σε υποχρεωτικές ανασχέσεις των επεκτατικών σκοπών της ή σε προσαρμογές και εκλογικεύσεις  των κατά κανόνα υπερβολικών απαιτήσεών της έναντι της διεθνούς κοινότητας, με αιχμή τις όμορές της χώρες της νοτιοανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Βαλκανικής και της ευρασιατικής μεθορίου. Και όποτε της δινόταν η ευκαιρία, αυτές τις διεθνείς συνθήκες τις καταπατούσε με βαναυσότητα (Κυπριακό, καταστροφή ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, εκδίωξη Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου κ.λπ.) .

Η συγκριτική θεώρηση του πως εξελίχτηκε η ελληνική στάση (από το αρχικό ελληνικό μισαλλόδοξο «εμπρός να ανακαταλάβουμε την κόκκινη μηλιά», ως τη θετική ελληνική στάση για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, που είναι σαφέστατη απόδειξη προσγείωσης των στόχων εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας στα δεδομένα που ο χρόνος προσφέρει ως στοιχείο ρεαλισμού), έως το ανοιχτό τουρκικό αίτημα αναθεωρητισμού της συνθήκης της Λοζάνης που θέτει η σημερινή ερντογανική νομενκλατούρα στη γειτονική χώρα, αποδεικνύεται πόσο μεγάλη διαδρομή εχει διανύσει η Ελλάδα και πόσο αμετακίνητη έχει μείνει η Τουρκία πίσω στους στόχους της για αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ταυτόχρονα, όμως, η σημερινή ελληνοτουρκική διένεξη φαίνεται (και συνειδητά εμφανίζεται) να είναι απόρροια μιας αιφνίδιας τουρκικής έξαρσης με κίνητρο την κατανομή προς όφελός της των υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή, όμως, είναι μια απολύτως επιφανειακή ανάγνωση του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, αφού αναφέρεται στα πρωτογενή χαρακτηριστικά των σημερινών εντάσεων, συσκοτίζοντας βαρύνουσας σημασίας αίτια και ερμηνείες των παρόντων πραγμάτων. Ένα απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνειδητά αποκρυπτόμενων πτυχών του σημερινού ελληνοτουρκικού σκηνικού, είναι η μεγάλη αλλοίωση της σχέσης ισχύος των στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, που από το 7/10 που γενικώς ίσχυε ως τη δεκαετία του 1990, σήμερα υπολογίζεται σε πολύ δυσμενέστερη ετεροβαρή ισορροπία για το ελληνικό στράτευμα, που γίνεται ακόμη δυσμενέστερη για μας από την ποιότητα και την ηλικία των αμυντικών υποδομών και των εξοπλισμών στις 2 χώρες.

Αρκεί να αναφερθεί ότι εάν ευοδωνόταν η συμφωνία ΗΠΑ-Τουρκία για τα F35 (που ευτυχώς ακυρώνεται) η σχεδόν απολύτη ισορροπία δυνάμεων της πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο (με τα γαλλικά μιράζ να έχουν κρίσιμο ρόλο σ’ αυτό) θα είχε ανατραπεί και το μόνο όπλο, την πολεμική αεροπορία (γιατί στον στρατό ξηράς και το ναυτικό η μάχη «έχει γύρει» σε βάρος μας εδώ και καιρό) όπου ανιχνευόταν επαρκής για την Ελλάδα ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων, θα είχε χαθεί.  Σημειωτέον, μάλιστα, ότι ο κίνδυνος αυτός δεν έχει εξαλειφτεί οριστικά, αφού τα F35 που θα ερχόντουσαν για την τουρκική πολεμική αεροπορία έχουν αντικατασταθεί από τα ρώσικα μαχητικά Sukhoi Su-57, που στρατιωτικές πηγές θεωρούν ισάξια με τα F35, ενώ, ακόμη, σε περίπτωση που κάτι δεν άλλάξει από τα σημερινά δεδομένα η δυσκολία εντοπισμού και παρακολούθησης των ρωσικής κατασκευής μαχητικών Sukhoi Su-57 από τα ραντάρ του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να καταστεί πολύ κρίσιμο πλεονέκτημα για την Τουρκία στις αερομαχίες στο Αιγαίο.

Πώς, όμως, φτάσαμε στη σημερινή ετεροβαρή ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων και σε βάρος της Ελλάδας, από την αποδεδειγμένα αποτελεσματική σχέση του 7/10; Διότι, η προϊούσα αποδυνάμωση της ελληνικής αμυντικής συγκρότησης σε στεριά, θάλασσα και αέρα, δεν προέκυψε εκεί και ως έτυχε, αλλά είναι συνέπεια της αναθεώρησης του ελληνικού αμυντικού δόγματος του 7/10. Δηλαδή είναι απόρροια αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματικής τακτικής της Ελλάδας ως τη δεκαετία του 1990 καθώς και υιοθέτησης του εναλλακτικού δόγματος περί «αχρείαστης δαπάνης» για τους εξοπλισμούς, αφού τα ελληνοτουρκικά θα διαμορφώνονταν πλέον μέσω διμερών διαβουλεύσεων και το κόστος αμυντικής αποτροπής στην Ελλάδα θεωρήθηκε πολυτέλεια.

Μιας αλλαγής δόγματος εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως, που πλέον ελέγχεται σοβαρά ως αποτυχημένη επιλογή, αφού σε καμιά περίπτωση οι τουρκικές απαιτήσεις σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας δεν έχουν κατασιγαστεί από την εφαρμογή του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας που εφαρμόζεται την τελευταία 20ετία. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ακόμη περισσότερο έχουν επεκταθεί οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αφορούν πλέον σε περιοχές της Κρήτης και της Δωδεκανήσου, που ως σήμερα  θεωρούνταν αδιανόητες. Μιλάμε, δηλαδή, για ποιοτική αναβάθμιση των τουρκικών απαιτήσεων σε βάρος της χώρας μας, που αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δόγμα αναγνώρισης τουρκικών δικαιωμάτων από την Ελλάδα και δυνατότητας επίλυσης όλων των διαφορών με διμερή διάλογο, από το 1996 και μετά, έχει καταρρεύσει και είναι πλέον μη παραγωγικό για την Ελλάδα, ενώ αυτονόητα προκύπτει ζήτημα αναθεώρησής του και επιστροφής του στο δόγμα από το οποίο αναδυόταν η στρατιωτική ισορροπία του 7/10.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αφετηρία του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής, υπό το αφήγημα μιας προσδοκώμενης ελληνοτουρκικής συνεννόησης που δεν ήρθε ποτέ, υπήρξε το στιγμιότυπο των Ιμίων το 1996. Από τότε, αντί για την παράταση του ως τότε ισχύοντος δόγματος 7/10 εγκαινιάστηκε η γραμμή του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Όμως, θέση της Ελλάδας και επί ισχύος του δόγματος 7/10 ήταν η αποδοχή του ελληνοτουρκικού διαλόγου! Με μια πολύ κρίσιμη διαφορά: Ως τότε η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει ότι το μόνο αντικείμενο αυτού του διαλόγου ήταν η επιζήτηση σύνταξης συνσυποσχετικού από τις δύο χώρες ως μόνο αντικείμενο του διαλόγου, με σκοπό την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης και με το ερώτημα εάν τα νησιά (του Αιγαίου) έχουν υφαλοκπρηπίδα, ή όχι! Αυτός ο αποδεκτός από την Ελλάδα ως τότε μονοθεματικός ελληνοτουρκικός διάλογος, άλλαξε ως πάγια ελληνική θέση, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης ένα έτος μετά τα Ίμια και εξ αφορμής τους.

Στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπέγραψαν οι Κώστας Σημίτης και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ορίζεται ότι τα δύο μερη συμφωνούν να επιδεικνύουν: «…Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στό Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους». Προφανώς εδώ διευρύνονται πολύ τα όρια του δυνητικού ελληνοτουρκικού διαλόγου και η Ελλάδα αποδέχεται ότι σ’ αυτόν ότι εκτός της υφαλοκρηπίδας των νησιών θα μπορούσαν να συμπεριλαβάνονται πλέον πολύ περισσότερα ζητήματα (τουρκικές απαιτήσεις, για να είμαστε πραγματικοί) απ’ ό,τι η μοναδική ως τότε αποδεκτή από την Αθήνα διαφορά.

Παρά ταύτα, πολλά αρνητικά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί έως τη σημερινή σημαντική επιδείνωση, αν ανεξάρτητα των όσων συμφωνήθηκαν στη Μαδρίτη από τον Κώστα Σημίτη παρέμενε το δόγμα του 7/10 ως προς το αμυντικό του και μόνο  στοιχείο. Όμως, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και ως σήμερα, είναι πιθανότερο η Συμφωνία της Μαδρίτης να στόχευε εξ αρχής στην ανατροπή του 7/10, παράλληλα με την ανεπίτρεπτη διεύρυνση της δυνητικής ατζέντας του ελληνοτουρκικού διαλόγου, απλούστατα διότι το 7/10 αποδεδειγμένα μπόρεσε ως τότε να εγγυηθεί αποτελεσματικά την απαρέγκλιτη  τήρηση της ελληνικής θέσης ότι το μόνο αντικείμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι το εάν τα νησιά στο Αιγαίο έχουν υφαλοκρηπίδα, ή όχι, και με μόνο στόχο τέτοιου διαλόγου την υπογραφή συνυποσχετικού με την Τουρκία για την παραπομπή της υπόθεσης σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για να αποφανθεί εκείνο για τη διαφορά.

Η ανατροπή του 7/10 και ο συντριπτικά δυσμενέστερος για την Ελλάδα σημερινός συσχετισμός στρατιωτικών δυνάμεων  είναι η βάση, επί της οποίας οικοδομείται στις μέρες μας η δρομολόγηση διευρυμένου τουρκικού διαλόγου, με την Ελλάδα ως τον αδύναμο πόλο του τραπεζιού (σε αντίστιξη με την ολοφάνερη ισοτιμία της συμφωνίας Ανδρέα Παπανδρέου-Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός το 1988. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η αφήγηση των σημιτικών εμφανίζει εδώ και δεκαετίες την ισοτιμία Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός, ως προϊόν του «καλού» τότε Τούρκου πρωθυπουργού, ενώ αναφίβολα εκείνο που επέβαλε αυτήν την ισοτιμία ήταν η με βάση το 7/10 στρατωτική ισχύς της Ελλάδας, που με τις ένοπλες δυνάμεις της νωρίτερα είχε αποτρέψει την εισβολή του τουρκικού ΧΟΡΑ στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Γι’ αυτό και σύγκριση του 1988 και το 7/10 με το σήμερα και τη στρατιωτικά πολύ πιο αδύναμη Ελλάδα, είναι αποκαλυπτική των πραγμάτων και οδηγός του που πρέπει να κατευθυνθούμε από ‘δω και πέρα).

Η επιλογή του Κώστα Σημίτη και της πολιτικής αντίληψης που εκόμισε στα ελληνικά πολιτικά πράγματα με το ιδεολόγημα του «εκσυγχρονισμού» και ως σήμερα επηρεάζει σημαντικά την ελληνική εξωτερική πολιτική, αφορά στο σημείο ακριβώς όπου συγκρούεται η επιλογή επαρκούς αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας έναντι του τουρκικού επεκτατισμού με την απόφαση μείωσης των αμυντικών δαπανών ώστε να εξοικονομηθούν  περισσότεροι δημοσιονομικοί πόροι για μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις του ιδιωτικού τομέα, που για τον «εκσυγχρονισμό» (αλλά και τον νεοφιλελευθερισμό)  είναι η ατμομηχανή της ανάπτυξης, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις το βαρίδι της.

Σύμφωνα με το εκσυγχρονιστικό αφήγημα, έκτοτε η αμυντική αποδυνάμωση της Ελλάδας θα ισαφαριζόταν από την εγγύηση κυριαρχικής ακεραιότητάς της, που θα προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκρούοντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Μέρος της αφήγησης αυτής ήταν ότι η Ελλάδα δεν χρειαζόταν τόσες αμυντικές δαπάνες διότι τελούσε υπό την προστατευτική ομπρέλα της ΕΕ.

Σήμερα έχουμε πλέον πλήρη εικόνα της πραγματικής απόδοσης του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος σε ό,τι αφορά την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας και την αποτελεσματικότητα της θεωρίας περί εγγύησης της κυριαρχικής ακεραιότητας της Ελλάδας από τον τουρκικό επεκτατισμό από την ΕΕ.

Γενικότερα, η ΕΕ εδώ και πολλά χρόνια έχει αποδειχτεί αδύναμη να ελέγξει τον τουρκικό επεκτατισμό στο σύνολο σχεδόν της ευρωτουρκικής μεθορίου, το συγκριτικά μεγαλύτερο μέρος της οποίας άλλωστε είναι ελληνοτουρκική μεθόριος. Φυσικά το ίδιο συμβαίνει και αυτές τις μέρες με τον διάπλου του Όρουτς Ρέις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα στην νοτιοανατολική Μεσόγειο. Στην περίπτωση του Όρουτς Ρέις τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδειτικά, διότι υπαρχει πλήρης συγκρισιμότητα με το περιστατικό του ΧΟΡΑ το 1987. Τότε το 7/10 εγγυήθηκε την απόκρουση του τουρκικού επεκτατισμού. Σήμερα, με πολύ δυσμενέστρο σε βάρος της Ελλάδας  συσχετισμό στρατωτικών δυνάμεων, το Όρουτς Ρέις συνεχίζει να περιφέρεται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Και, φυσικά, η ΕΕ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμη να ανακόψει τον τουρκικό επεκτατισμό, παρ’ ό,τι ακόμη και δικά της συμφέροντα πλήττονται (π.χ. στο αγωγό East Med).

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού