Για την ιστορική συμφωνία ΗΑΕ – Ισραήλ

Η φόρμουλα που υιοθετήθηκε είναι αυτή της διαπραγμάτευσης κλιμακούμενης έντασης, η οποία εξ αρχής έθεσε ως σημείο αναφοράς την δυνατότητα ενός εκατέρωθεν συμβιβασμού που δύναται να εγγράψει ένα γεω-πολιτικό υπόβαθρο σχετικό με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, που συμπεριλαμβάνουν και τις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις.

Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες ειδήσεις του δεύτερου δεκαήμερου του Αυγούστου, του περιώνυμου μήνα ‘δίχως ειδήσεις,’ ως είθισται να αποκαλείται δημοσιογραφικά, με βάση και την αντίστοιχη εκτίμηση του Ουμπέρτο Έκο [1], είναι η συμφωνία που υπέγραψε το Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Με άρθρο της που δημοσιεύεται στο φύλλο της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ η δημοσιογράφος Νατάσα Μπαστέα αναφέρεται περισσότερο αναλυτικά στους όρους της συγκεκριμένης συμφωνίας, ή αλλιώς, των ‘Συμφωνιών του Αβραάμ,’ [2] όπως ήδη αποκαλούνται. «Με τη βάση τη συμφωνία αυτή, το Ισραήλ συναίνεσε να αναστείλει την επέκταση της κυριαρχίας του σε περιοχές της Δυτικής Όχθης τις οποίες είχε ανακοινώσει ότι θα προσαρτήσει, γεγονός που αίρει ένα σημαντικότατο εμπόδιο για τη διευθέτηση του παλαιστινιακού ζητήματος. Η ειρηνευτική συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς μυστικής διαπραγμάτευσης μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ» [3].

Ως προς τους επι-γενόμενους όρους που οδήγησαν στην υπογραφή της ρεαλιστικά ιδωμένης συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών της Μέσης Ανατολής, δύναται να επισημάνουμε πως αποτελεί ‘προϊόν’ άμεσων διμερών διαπραγματεύσεων με την διπλωματική και άτυπα διαιτητική μεσολάβηση τρίτης χώρας (εν προκειμένω, πρόκειται για τις ΗΠΑ), να υπεισέρχεται στο προσκήνιο. Παραπέμπουμε στη θεωρία του καθηγητή Θεόδωρου Κουλουμπή, κάνοντας λόγο για μία επίλυση χρονίζουσας διαφοράς, κύρια σχετικής με την αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ από Αραβικές χώρες [4], «στα πλαίσια των προβλεπόμενων μορφών ειρηνικής επίλυσης των διαφορών» [5].

Σε αυτό το πλαίσιο, η φόρμουλα που υιοθετήθηκε είναι αυτή της διαπραγμάτευσης κλιμακούμενης έντασης [6], η οποία εξ αρχής έθεσε ως σημείο αναφοράς την δυνατότητα ενός εκατέρωθεν συμβιβασμού που δύναται να εγγράψει ένα γεω-πολιτικό υπόβαθρο σχετικό με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, που συμπεριλαμβάνουν και τις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις.

Ο Αλέξης Ηρακλείδης σε μία ιστορικής χροιάς, κατατοπιστική μελέτη του για το Κυπριακό ζήτημα και τις ευρύτερες προεκτάσεις του, εντάσσει την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή σύγκρουση στην προσίδια χορεία των «διεθνοποιημένων, διακρατικών/εθνοτικών συγκρούσεων» [7], με το άθροισμα της συμφωνίας να φέρνει το Ισραήλ ενώπιον της δυνατότητας επίλυσης αυτής της μακροχρόνιας σύγκρουσης. Επιστρέφοντας τώρα, στα τη της συμφωνίας Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, θα αντλήσουμε στοιχεία από την θεωρία της ανάλυσης συγκρούσεων (βλέπε και την ανάλυση του Groom) [8], προσθέτοντας πως η ίδια η συμφωνία επεδίωξε να καταστεί «θετικού αθροίσματος» [9], ήτοι μία συμφωνία που ικανοποιεί και τις δύο πλευρές.

Αρχικά, αν και δεν τέθηκε προς το Ισραήλ ο σημαίνον όρος της αποδοχής της δημιουργίας ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους [10], επιτυγχάνεται η υποχώρηση του Ισραήλ και δη της Ισραηλινής κυβέρνησης από την διακηρυγμένη πρόθεση προσάρτησης περιοχών της Δυτικής Όχθης [11], που δεν δυσκόλευε απλά, αλλά ‘δυναμίτιζε’ περαιτέρω τις όποιες προσπάθειες επίλυσης της Ισραηλινο-Παλαιστινιακής σύγκρουσης, θέτοντας στο προσκήνιο το ζητούμενο της υπέρβασης της στασιμότητας, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

Επίσης υπενθυμίζει το γεγονός ό,τι η συμφωνία άπτεται και των Ισραηλινο-παλαιστινιακών σχέσεων, τέμνοντας και επενεργώντας εν μέρει επί της Ισραηλινής πολιτικής [12]. Η συμφωνία, αυτός ο ιδιαίτερος «ιστορικός συμβιβασμός» [13], για να παραπέμψουμε εκ νέου στον Αλέξη Ηρακλείδη, αντανακλά την διπλωματική κινητικότητα και τον αυξημένο περιφερειακό γεω-πολιτικό ρόλο που επιθυμούν να διαδραματίσουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), με την σουνιτική μοναρχία να εμπλέκεται ήδη στο περιφερειακό-γεω-πολιτικό ‘μωσαϊκό’ της ευρύτερης περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Τα ΗΑΕ επιζητούν έτσι, την ανάδειξη του ρόλου τους στην περιοχή.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρεμβαίνουν στην εμφύλια σύγκρουση της Λιβύης [14], υποστηρίζοντας την πλευρά του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ (από κοινού με την Αίγυπτο) [15], θέτοντας ως στρατηγικό πρόταγμα, αφενός μεν την απόκτηση ενός διπλωματικού-γεω-πολιτικού βάθους που θα αποτυπώνεται σε ‘συγκρουσιακές’ ζώνες της περιοχής, και, αφετέρου δε (συνεπεία του πρώτου), την κατοχύρωση του ως περιφερειακού δρώντα που δεν επιδιώκει να υποκαταστήσει γεω-πολιτικά την Σαουδική Αραβία, ακόμη και εντός του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, αλλά να αποκτήσει την δική του ευελιξία κινήσεων. Κινούμενο παράλληλα πάνω στο έδαφος της λήψης νομιμοποίησης μέσω της συμμετοχής του στις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, καθώς και πάνω στον άξονα της απόκτησης στρατιωτικής ισχύος.

Δρώντας ενεργά στη Λιβύη, προσθέτοντας σε ό,τι θα αποκαλέσουμε ‘Αραβική παρουσία’ στη χώρα (εν ευρεία έννοια), τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σημασιοδοτούν και την δυνατότητα πλέον, εξισορρόπησης της Τουρκικής παρουσίας στην ίδια χώρα, ευρισκόμενα στα ‘νώτα’ της [16].

Έτσι, η συμφωνία με το Ισραήλ [17], καθίσταται στρατηγική και εμπροσθοβαρής για το ίδιο, καθότι, μέσω της αναγνώρισης του Ισραήλ, κίνηση που έχουν επιχειρήσει μόνο η Αίγυπτος και η Ιορδανία, αποκτά επιρροή στην ‘Μεσογειακή’ Μέση Ανατολή, εντός ενός νοητού άξονα που συμπεριλαμβάνει τόσο το Ισραήλ και την Παλαιστινιακή αρχή, όσο και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και την Τουρκία. Και το επιχειρεί από προνομιακή θέση, επιλέγοντας την τομή που συνιστά η απόφαση αναγνώρισης της υπόστασης του Ισραηλινού κράτους.

Η σουνιτική μοναρχία του Κόλπου κάνει ένα βήμα μπροστά, υπερβαίνοντας διπλωματικά-ιστορικά εμπόδια, νοηματοδοτώντας το πλαίσιο συγκρότησης ενός τόξου που λειτουργεί ή αλλιώς, επιζητεί να λειτουργήσει ανασχετικά προς την διεύρυνση της Ιρανικής [18] (και της Τουρκικής) επιρροής στην περιοχή, όπως επίσης και της επιρροής διαφόρων μη κρατικών δρώντων [19].

Στην εφημερίδα ‘Τα Νέα’ διαβάζουμε για την συμφωνία, σε μία ανάλυση που εμπρόθετα αναδεικνύει το εύρος μίας αντι-Ιρανικής συμμαχίας: «Πρόκειται για ένα σημείο καμπής στην προσέγγιση των αραβικών κρατών προς το Ισραήλ -που επιβεβαιώνεται από τη στήριξη του προέδρου Αλ Σίσι της Αιγύπτου και του βασιλιά της Ιορδανίας Αμπντάλα. Βασίστηκε στον κοινό φόβο που προκαλούν οι αγιατολάχ του Ιράν και στη συλλογική ασφάλεια λόγω του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος καθώς και στην υποστήριξη που προσφέρει η Τεχεράνη στις σιιτικές παραστρατιωτικές ομάδες, από το Μπαχρέιν και την Υεμένη έως το Ιράκ και τον Λίβανο» [20].

Υπερτονίζοντας όμως το αντι-Ιρανικό πρόσημο της συμμαχίας (ας έχουμε κατά νου την αντι-Ιρανική στρατηγική του Ισραήλ) υποτιμάται το εύρος της που καλύπτει και την παρουσία του Τουρκικού παράγοντα, όσο και η ουσιώδης παραδοχή που προσφέρει σχετικά με το Ισραήλ: Δεν είναι απλά μία χώρα της περιοχής, αλλά έχει κατοχυρώσει ρόλο και δη ιστορικό ρόλο στην περιοχή, εκεί όπου, αυτή καθαυτή η συμφωνία εν μέρει απαντά και στους Ισραηλινούς φόβους για την συλλογική τους ασφάλεια [21].

Και αυτός ο φόβος σχετίζεται με την δυνατότητα έως ικανότητα σύμπτυξης ενός κοινού Αραβικού μετώπου, που θα εδύνατο να κινηθεί και στρατιωτικά εναντίον του Ισραήλ.

Επιλέγοντας τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την συνομολόγηση αυτής της πολύ σημαντικής συμφωνίας [22], φανερώνεται έκκεντρα η πρόθεση του Ισραήλ για την τμηματική αποκατάσταση των σχέσεων του με χώρες της Μέσης Ανατολής, και όχι η εν συνόλω διευθέτηση. Υιοθετώντας την αναλυτική του Wight, η συμφωνία αυτή, από την πλευρά του Ισραήλ, συνιστά μία έμπρακτη απόδειξη της «θεωρίας της επιβίωσης» [23], όπου σε αυτή την περίπτωση, συναρθρώνεται με το «δικαίωμα της ύπαρξης του» [24].

Αυτή η πτυχή λογίζεται ως το άμεσο Ισραηλινό κέρδος από αυτή την συμφωνία, που μένει σε ποιες αναδιατάξεις δύναται να οδηγήσει, σε μία περίοδο και σε μία εποχή όπου αναπτύσσονται περιφερειακοί-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμοί όσο και συμμαχίες. Η συμφωνία του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, θέτει στο προσκήνιο και μία διπλωματική κινητικότητα που άλλοτε δεν επεδείκνυε το Ισραήλ, και η οποία συνδέεται με την αξιοποίηση των ευμετάβλητων δεδομένων της περιοχής, ιδίως την τελευταία δεκαετία, μετά και το διπλωματικό επεισόδιο με την Τουρκία για την έφοδο Ισραηλινών κομάντο στο τουρκικό πλοίο ‘Ναβί Μαρμαρά.’ Δια της διπλωματικής ‘πλαγίας οδού,’ προσεγγίζει το μείζον ζήτημα του Παλαιστινιακού, επιχειρώντας να ‘χτίσει’ συμμαχίες με χώρες που επιδεικνύουν μία περισσότερο μετριοπαθή στάση [25] στο Παλαιστινιακό ζήτημα.



 

[1] Για την αντίληψη του Ουμπέρτο Έκο, που είναι διαποτισμένη από την αίσθηση του χρόνου και δη του ατομικά ‘ωφέλιμου’ χρόνου, βλέπε σχετικά, Έκο Ουμπέρτο, ‘Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις,’ Μετάφραση: Ιωαννίδης Θεόδωρος, Επιμέλεια: Ιωαννίδης Θεόδωρος, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1993.

[2] Τον όρο ‘Συμφωνίες’ του Αβραάμ’ χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), δίδοντας ένα συμβολικό υπόβαθρο στην όλη συμφωνία που αποτελεί, έναυσμα συνύπαρξης. Ο όρος ‘Συμφωνίες του Αβραάμ,’ «υπενθυμίζει έτσι την κοινή προέλευση Εβραίων και μουσουλμάνων με μια φόρμουλα που περιλαμβάνει και τους χριστιανούς, οι οποίοι επίσης αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της Μέσης Ανατολής. Άρα πλέον η πλήρης αποδοχή των Εβραίων στην περιοχή-όχι πλέον ως κοινότητα αλλά ως ανεξάρτητο κράτος-μπορεί να οδηγήσει στην επίλυση των διαφορών». Βλέπε σχετικά, ‘Το μεγάλο παιχνίδι στη Μέση Ανατολή,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 17/08/2020, σελ. 50.

[3] Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Θα αλλάξουν τις ισορροπίες οι «Συμφωνίες του Αβραάμ»;, Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 17/08/2020, σελ. 50-51. Όπως γράφει η Νατάσα Μπαστέα: «Τις επόμενες εβδομάδες αντιπροσωπείες του Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων θα συναντηθούν για να υπογράψουν διμερείς συμφωνίες στους τομείς των επενδύσεων, του τουρισμού, της ασφάλειας, των τηλεπικοινωνιών, των απευθείας πτήσεων κα άλλων. Σύντομα αναμένεται να αλλάξουν πρεσβευτές». Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Θα αλλάξουν τις ισορροπίες οι «Συμφωνίες του Αβραάμ»;…ό.π., σελ. 50. Παρατηρούμε πως η συμφωνία που εκκινεί από την σημαίνουσα και διττή βάση της αναγνώρισης-υποχώρησης, εξειδικεύεται σε επιμέρους τομείς, διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την σύναψη επίσημων διπλωματικών σχέσεων που θα επικυρώνουν ή αλλιώς, θα νομιμοποιούν το περιεχόμενο της συμφωνίας.

[4] Η διεθνής μεσολαβητική προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών που έριξαν το βάρος τους υπέρ της συμφωνίας, αξιοποιώντας στην προκειμένη περίπτωση την στρατηγική σχέση που έχουν ιστορικά και με το Ισραήλ, αλλά και με χώρες του κόλπου όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, θεωρούμε πως κατέστη αποδεκτή και από τις δύο πλευρές, με στόχο, πέραν της αναγνώρισης προθέσεων (δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με διερευνητικές επαφές όπως στα Ελληνο-τουρκικά), την επίτευξη συμφωνίας που δύναται να ανα-διαμορφώσει μία σειρά από μείζονες αντιθέσεις στη Μέση Ανατολή. Ο τρίτος ‘παίκτης’ υπήρξε σημαντικός. Περαιτέρω, θα πούμε πως η μεσολάβηση του ‘τρίτου παίκτη’ που είναι οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, εμπίπτει σε ό,τι ο C. R Mitchell, (θεωρία και ανάλυση συγκρούσεων), ονομάζει pull involvement. Σε αυτή την προσέγγιση, η μεσολάβηση τρίτου μέρους επιζητείται, είτε ανοιχτά είτε κεκαλυμμένα, από το ένα ή και τα δύο μέρη,  με στόχο το να δοθεί περαιτέρω ώθηση και δυναμική στην όλη διαπραγματευτική διαδικασία. Βλέπε σχετικά, Mitchell C.R., ‘Civil Strife and the involvement of external parties,’ International Studies Quarterly, 14, (2), 1970, σελ. 166-194.

[5] Για την θεώρηση του Θεόδωρου Κουλουμπή που έχει στο επίκεντρο της την ελληνική παρουσία στα μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης Βαλκάνια, βλέπε σχετικά, Κουλουμπής Θεόδωρος, ‘Ο ρόλος της Ελλάδας στα μεταψυχροπολεμικά Βαλκάνια,’ Επιλογή κειμένων, Αθήνα, 1992. Το κείμενο του εντάσσεται στο πνεύμα της εποχής που θέλει την Ελλάδα ως χώρα-πυλώνας ασφάλειας και σταθερότητας σε μία ρευστή περίοδο και σε μία ταραγμένη εποχή.

[6] Σε συνέχεια της υποσημείωσης ‘4,’ θα σημειώσουμε πως την διεθνή μεσολαβητική προσπάθεια, ως τμήμα ενός εγχειρήματος ενεργητικού κατευνασμού της Τουρκίας και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αποκλιμάκωσης της έντασης με αφορμή την έκδοση τον τελευταίο μήνα δύο Τουρκικών ‘NAVTEX’ για σεισμογραφικές έρευνες σε θαλάσσιες περιοχές κοντά στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (Καστελόριζο), έχει επιλέξει και η ελληνική κυβέρνηση. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι επ’ αυτού. Έτσι, θα ειπωθεί, πως, κατά πρώτον επιδιώκεται η ευρύτερη διεθνοποίηση του όλου ζητήματος, η αποκλιμάκωση της έντασης και μέσω της ανάδειξης των θεωρούμενων ως Τουρκικών ‘προκλήσεων,’ που εμπλέκει τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ), και μία σειρά από μεμονωμένες χώρες (Γαλλία/Αίγυπτος/Κύπρος/Ισραήλ), και κατά δεύτερον, τίθεται ως πρόταγμα ο εξευρωπαϊσμός των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και διαφορών, όχι όμως με τους επι-γενόμενους όρους κατάθεσης μίας φόρμουλας διαπραγματευτικής επίλυσης, αλλά, της ‘τιμωρίας’ του ‘απείθαρχου παιδιού’ (Τουρκία). Η Γερμανία, τις ημέρες της πρώτης ‘NAVTEX’ ανέλαβε μεσολαβητικές, μεταξύ των δύο πλευρών, προσπάθειες.

[7] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006.

[8] Βλέπε σχετικά την κλασική, για το επιστημονικό πεδίο των Διεθνών Σχέσεων, μελέτη του Groom, για την τριγωνική σχέση Ελλάδος, Τουρκίας και Κύπρου. Groom A.J.R., ‘Cyprus, Greece and Turkey: A treadmill for Diplomacy,’ στο: Koumoulides John T.A., (επιμ.), ‘Cyprus in Transition,’ 1960-1985,’ London, Trigraph, 1986. Αντίστοιχα, ο Θεόδωρος Κουλουμπής αποδίδει έμφαση στο τρίγωνο Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Βλέπε σχετικά, Couloumbis Theodore, ‘The United States, Greece, and Turkey:  The troubled triangle,’ New York, Praeger, 1983.

[9] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2007, σελ. 404.

[10] «Παρότι η συμφωνία προβλέπει ότι το Ισραήλ δεν θα προσαρτήσει τις κατεχόμενες περιοχές της Δυτικής Όχθης-κάτι που ικανοποιεί τους Παλαιστινίους-ουσιαστικά καταργεί δεκαετίες «αραβικής ενότητας» γύρω από το ζήτημα του κράτους της Παλαιστίνης. Είναι, γράφουν οι αναλυτές, σαν να διαλύεται ο εφιάλτης της προσάρτησης παλαιστινιακών εδαφών με έναν άλλο, καθώς το Ισραήλ αρχίζει να αποκαθιστά τις σχέσεις του με τον αραβικό κόσμο, χωρίς να μπαίνει ως όρος η δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους». ». Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Θα αλλάξουν τις ισορροπίες οι «Συμφωνίες του Αβραάμ»;…ό.π., σελ. 51. Το Ισραήλ υποχωρεί από μία στρατηγική επιλογή που αναζωπύρωνε την ένταση μεταξύ του ιδίου και της Παλαιστίνης, υποσκάπτοντας παράλληλα περαιτέρω  τις όποιες προοπτικές επίλυσης, στο εγκάρσιο σημείο όπου και θα αναφερθεί πως το Ισραηλινο-παλαιστινιακό ζήτημα καθίσταται και ζήτημα Ισραηλινής κατοχής. Ταυτόχρονα, από αυτή την θέση διαφαίνεται ό,τι υποχώρησαν και οι ΗΠΑ, με την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρά σε μία εμβάθυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ την τετραετία της προεδρίας του, με κορωνίδα την συμβολική, ιστορική και μνημονική απόφαση για την μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ.

[11] Η δυνατότητα της Ισραηλινής επέκτασης εντός Παλαιστινιακών εδαφών, αίρεται, τουλάχιστον προς ώρας.  Υπό αυτό το πρίσμα, η μη ύπαρξη μίας δικλείδας σχετικής με την συγκρότηση Παλαιστινιακού κράτους, που θα αποτελούσε ένα ιστορικό άλμα, υπενθυμίζει το βάρος και την ευρύτητα μίας επίσης χρονίζουσας διένεξης, που είναι το Κυπριακό ζήτημα και η διαχείριση του. Η στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ευοδώθηκε το 2004, και εκ του αποτελέσματος κρίνεται επιτυχημένη. Ένα σημαντικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής υπήρξε το ό,τι, μετά από προσπάθειες της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής πλευράς, δεν τέθηκε ως sine qua non προϋπόθεση για την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (‘κύμα’ διεύρυνσης), η ταυτόχρονη επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Το 2004 ήταν μία κρίσιμη χρονιά για την διαχείριση του Κυπριακού ζητήματος, καθώς έλαβε χώρα και το δημοψήφισμα για το ‘Σχέδιο Ανάν,’ με την απόκριση των Ελληνοκυπρίων να είναι αρνητική, εν αντιθέσει με αυτή την Τουρκοκυπρίων.

[12] Εντός των συμφραζομένων της συμφωνίας, διαφαίνεται η παρουσία των ΗΠΑ. «Εκμεταλλευόμενο αυτό τον ιστό σχέσεων μεταξύ των σουνιτικών αραβικών κρατών και του Ισραήλ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξασφάλισε μια συμφωνία που φέρνει και πάλι την Ουάσινγκτον στο επίκεντρο μιας πιθανής περιφερειακής συμμαχίας με δύο στόχους: τον περιορισμό του Ιράν και τη δημιουργία ενός δικτύου οικονομικής ανάπτυξης, συνδέοντας την προηγμένη ισραηλινή τεχνολογία με τις σουνιτικές ενεργειακές πηγές». Όμως, θεωρούμε πως σε αυτό το πλαίσιο, παραγνωρίζεται η διάσταση της παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στο περιώνυμο ‘Μεσανατολικό.’ Συμμετέχοντας στην υπογραφή μίας συμφωνίας που φέρει ένα συμμαχικό ‘πνεύμα,’ οι ΗΠΑ, προσιδιάζουν προς την κατεύθυνση λειτουργίας τους ως ενός ιδιαίτερου ‘λειτουργικού αντίβαρου’ σε τυχόν παρέμβαση κύρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας στις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις και στις προσπάθειες επίλυσης τους. Ας έχουμε κατά νου και την πρόταση ειρήνευσης (με τα προβλήματα της) που κατέθεσαν προ δύο μηνών περίπου.

[13] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;…ό.π., σελ. 41.

[14] Για την ανάλυση των πολιτικών και στρατιωτικών τεκταινομένων στη γειτονική Λιβύη, χρησιμοποιούμε τον όρο «πόλεμοι τρίτου τύπου» του Holsti. Στο Λιβυκό υπόδειγμα, συναρθρώνονται δραστικά, οι παρεμβάσεις περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής, η εμπλοκή ένοπλων πολιτοφυλακών και παραστρατιωτικών ομάδων, η παρουσία μισθοφόρων για λογαριασμό των αντιμαχόμενων μερών και κύρια των δύο σημαντικότερων (βλέπε τους Σύριους μισθοφόρους που δρουν υπέρ των δυνάμεων του Αλ-Σάρατζ, δρώντας για λογαριασμό της Τουρκίας). Αυτός ο «πόλεμος τρίτου τύπου» καθίσταται χαρακτηριστικός της ρευστής διεθνοπολιτικής κατάστασης. Διαφορετικά, θα πούμε πως  δεν πρόκειται μόνο για έναν «μη κρατικό» πόλεμο, που υπερβαίνει τον κλασικό  τύπο ‘η Λιβύη ευρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την γειτονική της Αλγερία,’ αλλά, για την επιτέλεση πολεμικών συγκρούσεων που σπεύδουν να  εμβαθύνουν την έννοια του «πολέμου τρίτου τύπου», με διάφορους δρώντες να διασταυρώνονται και να δρουν παράλληλα. Δρώντες διαφόρων μορφών που χρησιμοποιούν τον πόλεμο ως ‘καρότο’ και ως ‘μαστίγιο’ ταυτόχρονα. Βλέπε σχετικά, Holsti, K.J., ‘The state, War, and the State of War,’ Cambridge, Cambridge University Press, 1996.

[15] H Aίγυπτος, που τείνει προς την ανάδειξη ενός, κατά τον Νίκο Πουλαντζά, ‘αυταρχικού κρατισμού,’ μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, διαμορφώνουν ένα διπλωματικό και γεω-πολιτικό μπλοκ που υποστηρίζει σθεναρά την πλευρά Χάφταρ στη Λιβύη.

[16] Όπως στα ‘νώτα’ ακριβώς των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει βρεθεί και η Τουρκία, που έχει συνάψει μία στενή στρατηγική συμμαχία με το Κατάρ, διαθέτοντας ήδη ένα ευδιάκριτο γεω-πολιτικό αποτύπωμα στην περιοχή της ‘βαθιάς’ Μέσης Ανατολής. Η παρουσία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στη μετα-Κανταφική Λιβύη, δύναται να προσεγγισθεί και υπό το πρίσμα της κίνησης στρατηγικής εξισορρόπησης των ευρύτερων Τουρκικών κινήσεων. Όσον αφορά τώρα, τις σχέσεις της Τουρκίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το πως εξελίσσονται, εντοπίζουμε τρία επίπεδα. Το πρώτο λαμβάνει χώρα στην περιοχή της ‘βαθιάς’ Μέσης Ανατολής, εκεί όπου η Τουρκία διεκδικεί έμπρακτα να διευρύνει τα όρια του γεω-πολιτικού της βάθους, αξιοποιώντας την απομόνωση του Κατάρ από τις υπόλοιπες σουνιτικές μοναρχίες της περιοχής (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Μπαχρέιν), το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τις εξελίξεις στη Λιβύη που φέρουν τις δύο χώρες στα πεδία της μάχης, ενώ το τρίτο επίπεδο, εντοπίζεται πλέον στο Ισραήλ και στα Παλαιστινιακά εδάφη. Η υπογραφή μίας ιστορικών διαστάσεων συμφωνίας, δίδει στα ΗΑΕ νομιμοποιητικό επίχρισμα παρέμβασης που αγγίζει και το Ισραήλ και όχι μόνο την Παλαιστινιακή αρχή, συναντώντας και εδώ την Τουρκία που έχει αναλάβει ρόλο ‘προστάτη’ των Παλαιστινίων, με μέτωπο προς το Ισραήλ. Στην περίπτωση των δύο, τα μίκρο και τα μάκρο-στοιχεία της ασκούμενης γεω-πολιτικής, εναλλάσσονται εντατικά. Τα ΗΑΕ, λανθασμένα επεχείρησε να προσεταιρισθεί η ελληνική κυβέρνηση το περασμένο φθινόπωρο, σπασμωδικά ακολουθώντας τις κινήσεις της Τουρκίας στη ‘βαθιά’ Μέση Ανατολή, όσο και στη Λιβύη, επιχειρώντας να παρέμβει επί της σχέσης μεταξύ Τουρκίας-ΗΑΕ, με αντίκρισμα στη σχέση της πρώτης με το Κατάρ.

[17] Η Νατάσα Μπαστέα, τονίζει έναν ενδιαφέρον λόγο που οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των δύο Μεσανατολικών χωρών, σχετικό με την «αλλαγή της δυναμικής στη Μέση Ανατολή». «Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης έδειξαν στους μονάρχες του Κόλπου, γράφουν οι «New York Times», ότι η λαϊκή οργή για την καταπίεση και τη διαφθορά αποτελούσαν μεγαλύτερες απειλές για την εξουσίας τους από οποιαδήποτε αντίδραση σχετικά με την αποτυχία να διατηρήσουν την επίδειξη αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους». Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Θα αλλάξουν τις ισορροπίες οι «Συμφωνίες του Αβραάμ»;…ό.π., σελ. 50-51.

[18] Όσον αφορά το Ισραήλ και την εφαρμογή στην πράξη μίας αντι-Ιρανικής στρατηγικής, θα υπογραμμίσουμε πως αυτή επιτελείται στον άξονα ‘Παλαιστίνη-Συρία-Λίβανος.’ Το Ισραήλ δύναται να συμμετάσχει σε ένα αντι-Ιρανικό συμμαχικό σύμπλεγμα με συγκεκριμένες Αραβικές χώρες, διατηρώντας όμως και την πρωτοβουλία των αυτοτελών κινήσεων με στόχο την σμίκρυνση του Ιρανικού ‘ζωτικού χώρου.’ Οι μοναρχίες του Κόλπου, τα ΗΠΑ (ένας λόγος συμφωνίας), προσεγγίζουν το Ισραήλ επί τη βάσει του δυνατού στρατιωτικού κατευνασμού της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, σκεπτόμενες με συνδηλώσεις θωράκισης των νώτων τους.

[19] Ένας  από τους λόγους της συμφωνίας, από μεριάς Ισραήλ, είναι και η σκέψη ό,τι η υπογραφή μίας τέτοιας  συμφωνίας δύναται να μειώσει την ενεργό παρουσία και παρέμβαση στο πεδίο των Ισραηλινο-παλαιστινιακών σχέσεων, οργανώσεων όπως η ‘Χεζμπολάχ’ και η ‘Χαμάς,’ επενδύοντας σε έναν εξισορροπητικό ρόλο από πλευράς Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το πεδίο των Ισραηλινο-παλαιστινιακών σχέσεων είναι σύνθετο.

[20] Βλέπε σχετικά, ‘Το μεγάλο παιχνίδι στη Μέση Ανατολή…ό.π., σελ. 50-51.

[21] Μία από τις συμβολικές, ιστορικές και έμπρακτες συνέπειες της συμφωνίας, καθίσταται η ρηγμάτωση ενός θεσμικής χροιάς αντι-σημιτισμού, που αμφισβητούσε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ στην περιοχή. Το βάρος αυτού του ‘φορτισμένου’ αντι-σημιτισμού το διακρατεί η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καθώς και μία σειρά Ισλαμιστικών οργανώσεων.

[22] Για την περιγραφή και ανάλυση της  συμφωνίας δύναται να χρησιμοποιηθεί και η λειτουργική θεωρία του David Mitrany, που διαβλέπει οφέλη εκεί όπου άλλοι βλέπουν διαφορές και εντάσεις, με τα αμοιβαία οφέλη να είναι αυτά που δύνανται να εξουδετερώσουν άμεσα και πρακτικά, τις ενσκήπτουσες διαφορές. Η λειτουργική θεωρία του Mitrany εκκινεί από την παραδοχή ό,τι η το κόστος της μη επίλυσης είναι κατά πολύ βαρύτερο από την αμοιβαία σύγκλιση-επίλυση που, ακόμη και εάν αναγνωρίζει τις διαφορές, υπερ-τονίζει τα πιθανά οφέλη, λειαίνοντας τες και προετοιμάζοντας το έδαφος.  Βλέπε σχετικά, Mitrany David, ‘A Working peace system,’ Chicago, Quadrangle Books, 1966.

[23] Βλέπε σχετικά, Wight M., ‘Why Is there no International theory?, στο: Butterfield H., & Wight M., (επιμ.), ‘Diplomatic Investigations,’ London, Allen & Unwin, σελ. 12-33.

[24] Βλέπε σχετικά, Wight M., ‘Why Is there no International theory?…ό.π., σελ. 12-33. Στο όλο πλαίσιο όμως, ανακύπτει και η θέση των Παλαιστινίων, οι οποίοι (ορθώς, πιστεύουμε) και επιμένουν «πως κανείς δεν διαβουλεύθηκε μαζί τους πριν από την ξαφνική ανακοίνωση της συμφωνίας Ισραήλ-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων το βράδυ της Πέμπτης». Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Θα αλλάξουν τις ισορροπίες οι «Συμφωνίες του Αβραάμ»;…ό.π., σελ. 50-51. Ήδη πραγματοποιούνται διαδηλώσεις εναντίον της συμφωνίας και του περιεχομένου της, στη Δυτική Όχθη.

[25] Και ως προς την κριτική προσέγγιση των δικών του ασκούμενων πολιτικών.

 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού