Που οδηγείται ο Λίβανος;

Λίγο πριν την επίσκεψη Μακρόν το Κοινοβούλιο του Λιβάνου όρισε νέο πρωθυπουργό της χώρας. Πρόκειται για τον πρώην πρεσβευτή του Λιβάνου στη Γερμανία, Μουσταφά Αντίμπ, ο οποίος διαδέχεται τον Χασάν Ντιάμπ

Για δεύτερη φορά μέσα σε έναν μήνα ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επισκέφτηκε τη Βηρυτό. Πόσο βοηθούν οι παραδοσιακοί δεσμοί της Γαλλίας με τον πολύπαθο Λίβανο, που βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης;

Σχεδόν τέσσερις εβδομάδες μετά την πρωτοφανή έκρηξη στο κέντρο της Βηρυτού, που στοίχισε τη ζωή τουλάχιστον 180 ανθρώπων, ο Εμανουέλ Μακρόν δίνει και πάλι το παρών στην πρωτεύουσα του Λιβάνου. Στα τεράστια οικονομικά προβλήματα της χώρας, που βρίσκεται ήδη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, προστίθεται πλέον μία δυσεπίλυτη πολιτική κρίση. Ήδη κατά την πρώτη του επίσκεψη ο Μακρόν είχε απευθύνει δραματική έκκληση για εκ βαθέων μεταρρυθμίσεις, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εκταμιεύονταν τα απαραίτητα κονδύλια για την ανοικοδόμηση της χώρας. Μεταξύ άλλων ο Μακρόν ζητεί να καταργηθεί το σημερινό σύστημα κατανομής της εξουσίας με ποσοστώσεις που εδράζονται σε θρησκευτικά ή πολιτικά κριτήρια. Μέχρι σήμερα η συνταγματική τάξη επιβάλλει να είναι χριστιανός ο πρόεδρος, σουνίτης μουσουλμάνος ο πρωθυπουργός και σιίτης ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου. Το αίτημα για τερματισμό των ποσοστώσεων προβάλλουν και πολλοί από τους διαδηλωτές, οι οποίοι επευφημούσαν τον Εμμανουέλ Μακρόν, κατά την πρώτη του επίσκεψη, με συνθήματα όπως “Vive la France”.

Το αίτημα της πρώην αποικιακής δύναμης φαίνεται να βρίσκει απήχηση. Σε τηλεοπτικό διάγγελμα την Κυριακή ο πρόεδρος της χώρας Μισέλ Αούν, μισητή φυσιογνωμία για τους διαδηλωτές, υποσχέθηκε μία “νέα μορφή διακυβέρνησης”, με προοπτική να γίνει “λαϊκό κράτος” ο Λίβανος. Ανοιχτός σε μεταρρυθμίσεις δηλώνει και ο ηγέτης της φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεζμπόλα, που σήμερα αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της χώρας, ασκώντας και αντίστοιχη πολιτική επιρροή. “Καταγράφουμε την έκκληση του Γάλλου προέδρου για μία νέα πολιτική συμμαχία”, δηλώνει ο επικεφαλής της οργάνωσης, Χασάν Νασράλα, επισημαίνοντας ότι είναι διαθέσιμος για μία ουσιαστική συζήτηση επί του θέματος, αλλά “με την προϋπόθεση ότι θα πρόκειται για έναν διάλογο εντός των συνόρων της χώρας, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων”.

Λίγο πριν την επίσκεψη Μακρόν το Κοινοβούλιο του Λιβάνου όρισε νέο πρωθυπουργό της χώρας. Πρόκειται για τον πρώην πρεσβευτή του Λιβάνου στη Γερμανία, Μουσταφά Αντίμπ, ο οποίος διαδέχεται τον Χασάν Ντιάμπ. Την πολιτική αλλαγή είχε υποδείξει ο ίδιος ο Μακρόν, μιλώντας προ ημερών για “κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας”. Παράλληλα, ο πρόεδρος της Γαλλίας προειδοποιούσε ότι απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές, προκειμένου να ξεπεραστούν “οι εξαναγκασμοί των θρησκευτικών ποσοστώσεων”, οι οποίες οδηγούν σε καταστάσεις “που αποτρέπουν οποιαδήποτε ανανέωση, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση”.

Οι εκτενείς δηλώσεις και συζητήσεις στο προοίμιο της επίσκεψης Μακρόν υποδηλώνουν για μία ακόμη φορά ότι η Γαλλία εξακολουθεί να ασκεί επιρροή στον Λίβανο, τονίζει ο Καρίμ Εμιλέ Μπιτάρ, διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Ιωσήφ. “Χωρίς το ειδικό βάρος της Γαλλίας, ο Λίβανος απειλείται με κατάρρευση”, δηλώνει ο Μπιτάρ στον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό France Info, επισημαίνοντας τον κίνδυνο να μετατραπεί ολόκληρη η χώρα σε ένα απέραντο θέατρο πολεμικών συγκρούσεων “δι’ αντιπροσώπων”, όπως ήδη συμβαίνει στη Συρία ή στην Υεμένη. Παράλληλα, ο Μπιτάρ υπενθυμίζει τους “πολύ ισχυρούς ιστορικούς, αλλά και συναισθηματικούς δεσμούς” ανάμεσα στη Γαλλία και στον Λίβανο.

Πράγματι, η Γαλλία διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην περιοχή από το 1860, όταν άρχισαν να εντείνονται οι θρησκευτικές αντιθέσεις στην οροσειρά του Λιβάνου, που τότε ανήκε στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ανοιχτός πόλεμος ανάμεσα σε Χριστιανούς και Δρούζους, με τη Γαλλία, ως προστάτιδα δύναμη, να παρεμβαίνει στην Υψηλή Πύλη και να επιβάλλει καθεστώς αυτονομίας στην περιοχή. Το 1920 η Γαλλία εξαγγέλλει την ίδρυση του “Μεγάλου Λιβάνου”. Ήταν ένα πρόπλασμα του σημερινού κράτους, που τελικά αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο το 1943. Από την εποχή εκείνη, επισημαίνει ο Καρίμ Εμιλέ Μπιτάρ, χρονολογείται ο ιδιαίτερος ρόλος της Γαλλίας, η οποία έχει την ισχύ να διαμεσολαβήσει ανάμεσα σε αντιμαχόμενες εθνικές ομάδες, αλλά και τους εκτός συνόρων υποστηρικτές τους.

Κινεί το Παρίσι τα νήματα στον Λίβανο; Πρόσφατη ανάλυση του περιοδικού L´Express επισημαίνει ότι “ο πληθυσμός του Λιβάνου, τον οποίο τα σφάλματα των πολιτικών έχουν οδηγήσει στα όρια της εξέγερσης, δεν  εκμεταλλεύθηκε την παρουσία του Εμμανουέλ Μακρόν (στην πρώτη επίσκεψή του) για να εκφράσει την οργή του για την καταστροφή της 4ης Αυγούστου”. Θεωρείται ωστόσο πιθανό, εκτιμά η L´Express, ότι η επίσκεψη Μακρόν έδωσε στο κίνημα διαμαρτυρίας το ηθικό έρεισμα εκείνο, που τελικά οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης. Στη Βηρυττό ο Μακρόν φαινόταν να ακούει με ενδιαφέρον τα παράπονα των διαδηλωτών για “οργανωμένη διαφθορά” και πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική τάξη της χώρας. Από την πλευρά του, ο ιστορικός Γιάν Μποϊράτ εκφράζει την ανησυχία του, ότι η πολιτική στήριξη της Γαλλίας θα περιοριστεί σε φραστικό επίπεδο, χωρίς να μετουσιώνεται σε συγκεκριμένη οικονομική ή πολιτική στήριξη. “Κάποια στιγμή η Γαλλία θα αναλάβει πρωταρχικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της χώρας, αλλά μέχρι εκεί”, γράφει ο Μποϊράτ στο περιοδικό Nouvel Observateur.

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γνωρίζουν ότι ο Λίβανος είναι μία μικρή χώρα με εύθραυστες πολιτικές ισορροπίες, η οποία κινδυνεύει να διαλυθεί στα εξ’ ων συνετέθη. Τον κίνδυνο αυτό εντείνει η άσκηση επιρροής από τις γειτονικές χώρες. Ήδη το γειτονικό Ιράν υποστηρίζει την σιϊτική οργάνωση Χεζμπόλα, η Σαουδική Αραβία είχε αποκτήσει στενούς δεσμούς με τον Λίβανο μέσω της οικογένειας του δολοφονηθέντος πρωθυπουργού Ραφίκ, ενώ η Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί ρόλο ως στρατιωτική δύναμη, όπως στη Συρία ή στη Λιβύη. Ακόμη και η γειτνίαση με την κατεστραμμένη Συρία του καθεστώτος Άσαντ κάθε άλλο παρά συμβάλλει στη σταθεροποίηση του Λιβάνου. Ενδεχόμενη κατάρρευση θα είχε δραματικές συνέπειες για την Ευρώπη, αρχής γενομένης από το προσφυγικό ζήτημα, αλλά θα συνέβαλε ακόμη περισσότερο και στη γενικότερη πορεία ριζοσπαστικοποίησης και ενίσχυσης των αυταρχικών καθεστώτων, που ήδη παρατηρείται στην ευρύτερη περιοχή.

Πηγή: Deutsche Welle

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού