Η νέα αντιπολίτευση του Αλέξη Τσίπρα – Από τη «μη αντιπολίτευση» στο «ώριμο φρούτο»

Έτσι, λοιπόν, εκτιμώ πως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, παρά τη βελτίωση των όρων άσκησης της αντιπολίτευσής του που επιχειρεί με την αναδιάταξη των στελεχών του τις τελευταίες μέρες, είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να απαντήσει το ερώτημα της κεντρικής πολιτικής γραμμής του: Θεωρεί τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ως μια επόμενη πολιτική περίοδο προϊούσας φθοράς των κυβερνώντων, περίπου ίδια με το πολιτικό σκηνικό μιας ομαλής διακυβέρνησης; Ή μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση ακραίας ανεπάρκειας που προξενεί ταχέως κλιμακούμενης σοβαρότητας συνέπειες, με υπαρκτή την πιθανότητα απότομης αποσύνθεσής της;

Τσίπρας για πλημμυροπαθείς

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Οι αλλαγές στη διάταξη των κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είναι φανερό πως αποτελούν ένδειξη της προσπάθειας του Αλέξη Τσίπρα να αλλάξει την ταυτότητα μιας υπναλέας και αναποτελεσματικής ως σήμερα αντιπολίτευσης. Μπορεί οι πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν από την πανδημία να εξηγούν σ’ έναν σημαντικό βαθμό τους χαμηλούς τόνους και την αυτοεξαίρεση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την υποχρέωση δίκαιας αλλά και αυστηρής κριτικής στην κάκιστη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ωστόσο παραμένει την ίδια ώρα αναμφίβολο ότι σε πολλά πεδία όπου η πανδημία δεν διαμόρφωσε τις πολιτικές συνθήκες και δεν θα εδικαιολογείτο καμία ανοχή απέναντι σε ηχηρές κυβερνητικές αστοχίες και ανεπάρκειες, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία τήρησε ανεξήγητα χαμηλούς τόνους.

2 παραδείγματα:

α. Η τεράστια ανοχή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία απέναντι στις ατελέσφορες κυβερνητικές αντιδράσεις σε ό,τι αφορά τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις. Τουρκικές προκλήσεις, τις οποίες το σύστημα εξουσίας Μητσοτάκη ως τώρα χειρίζεται με πρωτοφανή γαλαντομία υπέρ του Ερντογάν, αποφεύγοντας να καταστεί η Ελλάδα η επισπεύδουσα χώρα ως προς την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτελεσματικών κυρώσεων κατά της Άγκυρας και αφήνοντας αυτόν τον ρόλο στο Παρίσι και τη Λευκωσία.

(Σημ.: Σε μια φιλοκυβερνητική ανάλυση διάβασα το έωλο επιχείρημα-υπεκφυγή ότι η απροθυμία της Αθήνας να πρωταγωνιστήσει στην επιλογή επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας, είναι μια «έξυπνη» κίνηση της Ελλάδας, αφού έτσι οι κυρώσεις -αν έρθουν ποτέ- θα φανούν ως ευρωπαϊκή προτίμηση και όχι ως ελληνική προτεραιότητα. Ανοησίες! Τα ελληνοτουρκικά επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης και προφανώς ένεκα των ατυχέστατων χειρισμών της έχουν αχθεί σε οριακό σημείο, όπου «πολυτελείς ελληνικές ανοχές» ως δήθεν αντίδραση στις ακραίες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας δεν είναι νοητές, αποδεδειγμένου όντος ότι τέτοιοι κατευνασμοί αποθρασύνουν αντι να εκτονώνουν τις τουρκικές απαιτήσεις. Η ανεξήγητη ηπιότητα της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα, οπωσδήποτε όχι από σύμπτωση συμπίπτουν απολύτως με τη διστακτικότητα του Βερολίνου να τηρήσει αποφασιστική στάση απέναντι στην Τουρκία. Για όποιους λόγους ο περί τη Γερμανία άξονας των βόρειων πλούσιων χωρών της ΕΕ δείχνει αυτήν την αντικειμενικά φιλο-τουρκική ανεκτικότητα (παρέχονται δύο εξηγήσεις, η μία θέλει το Βερολίνο να εξακολουθεί να θεωρεί την Τουρκία ως χώρα-κλειδί για το μεταναστευτικό και η δεύτερη αποδίδει στις βορειορωπαϊκές χώρες τη μονοσήμαντη πρόσληψη της Τουρκίας ως «μεγάλη αγορά»), η Ελλάδα αυτήν την περίοδο έχει αποκλίνοντα συμφέροντα και στα δύο αυτά πεδία για να δείχνει τόση κατανόηση στις βερολινέζικες προτεραιότητες. Ήδη, η διστακτικότητα της Αθήνας να συμβάλλει στην επίσπευση επιβολής των κυρώσεων, προκαλεί τη συγκρατημένη αλλά σαφή δυσαρέσκεια χωρών-μελών που ταλαντεύονται για διάφορους λόγους σε ό,τι αφορά την αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στον Ερντογάν π.χ. Πορτογαλία, Ιταλία).

β. Η περίεργη σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία μπροστά στο φαινόμενο ραγδαίας κλιμάκωσης της απαξίωσης των τηλεοπτικών καναλιών (κυρίως) στα μάτια των Ελλήνων πολιτών. Η μη επιδεχόμενη σοβαρή εξήγηση ανοχής του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπροστά στον καταιγιστικό ρυθμό κραυγαλέων παραβιάσεων της δεοντολογίας από τα κανάλια και ταυτόχρονα ποταπής υποβάθμισης της ποιότητας των εκπεμπόμενων προγραμμάτων, σε συνδυασμό με την μέχρις αφασίας απουσία του ΕΣΡ από τον θεσμικά καθορισμένο εποπτικό του ρόλο, το μόνο που έχει ως συνέπεια είναι την ολοένα και επιταχυνόμενη επιδείνωση της κατάστασης. Δεν γνωρίζω αν η παρά πολιτική φύσει συνδικαλιστική συνεργασία ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΣΗΕΑ εξηγεί την άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να ασκήσει σοβαρή αντιπολίτευση στο πεδίο αυτό. Αν αυτός είναι ο λόγος τόσο το χειρότερο! Σε κάθε περίπτωση η ανεπαρκέστατη αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στο πεδίο αυτό, αποδεικνύεται με σαφήνεια από το γεγονός ότι το κενό που ο ίδιος παράγει με την ανυπαρξία του καλύπτεται από την αποτελεσματική αντίδραση των κοινωνικών δικτύων, όπου η άμεση κινητοποίηση πολιτών φιλικά διακείμενων προς την αξιωματική αντιπολίτευση προκαλεί εξελίξεις τις οποίες θα όφειλε να έχει δρομολογήσει η Κουμουνδούρου και όχι η αυθόρμητη ενεργοποίηση της κοινής γνώμης.

Σε τέτοιο σκηνικό οι αλλαγές στη διάταξη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία προφανώς πολιτικά εκφράζουν την ανάγκη απεμπλοκής του κόμματος από την εικόνα του ως σήμερα αντιπολιτευτικού αδιεξόδου.

Οφείλω να αναγνωρίσω ότι ανεξάρτητα από ενστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν για τα πρόσωπα που επελέγησαν, η ως τώρα πρώτη εικόνα είναι πολύ καλύτερη από την ως σήμερα άνευρη αντιπολίτευση έκδοσης ανακοινώσεων για κάθε κυβερνητική αστοχία και όλα να τελειώνουν εκεί… Η αμεσότητα αντίδρασης με την άμεση μετάβαση Τζανακόπουλου στη Λέσβο όσο και οι τόνοι αλλά και το πολιτικό περιεχόμενο των αναφορών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για το κυβερνητικό έγκλημα στη Μόρια, σαφώς σηματοδοτούν ένα νέο, αποφασιστικότερο και αποτελεσματικότερο στιλ αντιπολίτευσης, σε σύγκριση με ό,τι γνωρίζαμε ως σήμερα. Επίσης, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι η νέα διάταξη στελεχών φαίνεται ικανή να παράγει πολιτικά γεγονότα χωρίς να χρειάζεται κάποια παρέμβαση Τσίπρα, κάτι που ως σήμερα ήταν στοιχείο sine qua non για να «ακουγόταν» η αξιωματική αντιπολίτευση τόσο ώστε να παραγόταν πολιτικό γεγονός.

Φυσικά, τα καλά πρώτα δείγματα θα πρέπει να συστηματοποιηθούν και να παγιωθούν καθώς και να εκτιμηθεί η πραγματική επίδρασή τους στη διαμόρφωση του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού για να αξιολογηθούν.

Ωστόσο, κατόπιν όλων όσων ανέφερα ως εδώ έχω την αίσθηση ότι παραμένει ένα βασικό ερώτημα σχετικά με την αντιπολίτευση Τσίπρα!

Με όλα όσα επισημάνθηκαν ως εδώ, νομίζω προκύπτει η διάθεση για ουσιαστικότερη και αποτελεσματικότερη αντιπολίτευση, απομένει όμως η ασάφεια σχετικά με τον πως ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία αντιλαμβάνεται τον πολιτικό εαυτό του και τον ρόλο του στις εξελίξεις που έπονται.

Εξηγούμαι: Όσο επιταχύνεται η πορεία αποκάλυψης της πραγματικής ικανότητας διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη και του συν αυτώ μπλοκ εξουσίας, δηλαδή εμπεδώνεται ανάμεσα στους πολίτες η κατανόηση του πολιτικού χαρακτήρα της σημερινής κυβέρνησης ως εκπροσώπου πολιτικών, επιχειρηματικών, μιντιακών και ευρύτερα ταξικών συμφερόντων, που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της χώρας στις σημερινές κρίσιμες περιστάσεις και της κοινωνικής πλειοψηφίας, εγκυμονώντας σοβαρότατα προβλήματα για το μέλλον (ορισμένα από τα οποία, μάλιστα, ήδη αναφύονται δραματικά, όπως η οικονομία), τόσο θα αναβαθμίζεται το επίπεδο προσδοκιών των πολιτών σε ό,τι αφορά τη μείζονα αντιπολίτευση. Και εδώ πρέπει να γίνει αντιληπτό στον Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ότι το αιτούμενο της ριζισπαστικοποιημένης πλειοψηφίας των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων της εποχής μας με εκφραστή ένα κόμμα της αριστεράς, δεν εξαντλείται στην παρακολούθηση της διαδικασίας προϊούσας σήψης και τελικά κατάρρευσης της δεξιάς-ακροδεξιάς παράταξης που σήμερα έχει στα χέρια της την εξουσία. Αντίθετα, η αξιωματική αντιπολίτευση εδώ οφείλει να δομήσει ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα και τους πολίτες, που θα αποτελέσει τη βάση επί της οποίας θα οικοδομηθεί μια δικαιότερη και καλύτερη Ελλάδα για όλους. Κι εδώ, διακρίνω ένα μεγάλο κενό!

Η αντιπολίτευση που σήμερα αναδύεται ως η πραγματική πολιτική πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν αφορά στην υποχρέωση επαν-εξιστόρησης της διακυβέρνησης 2015-2019 και αποκατάστασης των μυθευμάτων που μαζικά έχτισε η άγονη αντιπολίτευση Κυριάκου Μητσοτάκη και ο μιντιακός εσμός που τον περιβάλλει. Ό,τι και να λένε και ό,τι και να επιστρατεύουν σήμερα οι αντισύριζα κύκλοι, κανείς πια δεν πιστεύει ότι βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο, κανείς δεν επιμένει άλλο ότι η τότε κυβέρνηση Τσίπρα αντάλλαξε το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων και κανένας δεν τολμά να πλέον να ισχυριστεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών έβλαψε τα συμφέροντα της Ελλάδας! Κοντά σ’ αυτά, η επιτυχής έξοδος από τη μνημονιακή δεσποτεία, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του ελληνικού εξωτερικού χρέους, αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία κινείται και δομείται η επόμενη φάση της χώρας, αρέσει-δεν αρέσει στον κ. Μητσοτάκη και τους κύκλους που εκπροσωπεί και τα ταξικά τους συμφέροντα εξυπηρετεί.

Προσεκτική και απαλλαγμένη ιδεοληπτικών αναγνώσεων θεώρηση της περιόδου από το 1996 ως σήμερα, οδηγεί με σημαντική πειστικότητα στο συμπέρασμα ότι θετικές περίοδοι διακυβέρνησης για την Ελλάδα έκτοτε πραγματικά ήταν δύο:

-η περίοδος πρωθυπουργίας του Γιώργου Παπανδρέου (όταν ανεκόπη η καθοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας, που είχε δρομολογηθεί χωρίς καμιά πρόβλεψη διαφυγής από τον Κώστα Σημίτη, με την οικονομικά εξαιρετικά ετεροβαρή σε βάρος της Ελλάδας ένταξη στο ευρώ, όπως έγινε, και την οποία απέτυχε παταγωδώς να αναθεωρήσει η πρωθυπουργία Κώστα Καραμανλή 2004-2009. Ανακοπή της καθοδικής πορείας, που μπορεί να επιχειρήθηκε με λάθος μέσα (τα μνημόνια, όπως όλοι ομολογούν σήμερα), που στηρίχτηκε σε μια ταξικά άδικη κατανομή των βαρών κατά των ασθενέστερων, που μπορεί ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου να μην κατόρθωσε να υποστηρίξει πολιτικά τις επιλογές του, κλ.π. κλ.π., αλλά ό,τι και να λέμε σήμερα το 2010-2011 δρομολογήθηκε και υλοποιήθηκε η κεντρική απόφαση να τελειώσει οριστικά η τραγικά αποτυχημένη οικονομική συνταγή 1996-2009. Κι αυτό μετράει!

-η περίοδος πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα, (όταν αποκατάσταθηκαν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις εκλογίκευσης των όρων λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, με τη ρύθμιση του χρέους και το φινάλε του μνημονιακού παραλογισμού, αλλά και την ουσιαστική προσπάθεια αναδιανομής των βαρών υπέρ των ασθενέστερων).

Στα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα διακυβέρνησης, αρχής γενομένης από τον Κώστα Σημίτη με τη μη βιώσιμη συμφωνία του ένταξης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, με την αδυναμία Κώστα Καραμανλή να ανατρέψει τη μοιραία σημιτική πολιτική, με την απολύτως καταστροφική περίοδο του Αντώνη Σαμαρά που καταβύθισε τη χώρα και με τη σημερινή περίοδο Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα έκανε και συνεχίζει να κάνει βήματα προς τα πίσω!

Έτσι, λοιπόν, εκτιμώ πως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, παρά τη βελτίωση των όρων άσκησης της αντιπολίτευσής του που επιχειρεί με την αναδιάταξη των στελεχών του τις τελευταίες μέρες, είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να απαντήσει το ερώτημα της κεντρικής πολιτικής γραμμής του: Θεωρεί τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ως μια επόμενη πολιτική περίοδο προϊούσας φθοράς των κυβερνώντων, περίπου ίδια με το πολιτικό σκηνικό μιας ομαλής διακυβέρνησης; Ή μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση ακραίας ανεπάρκειας που προξενεί ταχέως κλιμακούμενης σοβαρότητας συνέπειες, με υπαρκτή την πιθανότητα απότομης αποσύνθεσής της;

Στην πρώτη περίπτωση, αυτή που δείχνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να θεωρεί ως την πιθανότατη εξέλιξη, έχουμε να κάνουμε μια αντιπολίτευση σύμφωνη με το μοντέλο του «ώριμου φρούτου», που επικαθόρισε τον δικομματισμό της περιόδου 1980-2000.

Στην δεύτερη περίπτωση, που εγώ μετα δικά μου τα μάτια και με τα αναλυτικά εργαλεία που επιστρατεύω θεωρώ πιθανότερη (δηλαδή κάνω την πρόβλεψη για μη ευθύγραμμες εξελίξεις απόρροια μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας), ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν μπορεί να επενδύει στο μοντέλο του «ώριμου φρούτου» και έχει την ευθύνη άμεσα να καταρτίσει γραμμή έκτακτης παρέμβασης στις εξελίξεις. Και δεν το έχει κάνει!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού