Eπικίνδυνη κυβερνητική ταλάντευση στην οικονομία – Από τα μέτρα διάσωσης στον άγονο νεοφιλελευθερισμό

Η «αποθήκευση» διαθέσιμων σήμερα πόρων (π.χ. το δημοσιονομικό μαξιλάρι περίπου 20 δισ. ευρώ) με σκοπό να υπάρξει σε επόμενη φάση απόθεμα προνομιακής χρηματοδότησης από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προς τις κοινωνικές τάξεις και τις επιλεγμένες επιχειρήσεις που συνιστούν τον πολιτικό της περίγυρο, είναι μια πολιτική που θέτει σε άμεσο κίνδυνο επιβίωσης την ελληνική οικονομία και υποθηκεύει το μέλλον της

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Από την εμφάνιση του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και τα όσα ανεφερε ως οικονομικό πρόγραμμά του για τη χώρα, με τις συνέπειες της κρίσης λόγω πανδημίας στην κορύφωσή τους, αναδύεται ένα κεντρικό μήνυμα: Η παρούσα κυβέρνηση τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό προτεραιότητας με τη λήψη των απολύτως αναγκαίων έκτακτων μέτρων για τη στήριξη της οικονομίας μας για να προσπαθήσει να ξεπεράσει το έντονα καθοδικό σοκ του λοκντάουν, τοποθετεί την προαγωγή του προγραμματικού νεοφιλευθερισμού της! Έτσι -κι αυτό κανένας σήμερα πλέον δεν μπορεί να το αμφισβητήσει- στη φετινή ΔΕΘ ενώπιον των μασκοφόρων συγκεντρωμένων στο «Βελλίδειο», ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσίασε μια οικονομική πολιτική αμφιταλαντευόμενων και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικών μεταξύ τους στόχων:

– από τη μία, μια φανερά φειδωλή πολιτική άμεσης υποστήριξης της ασθμένουσας οικονομίας μας (λες και ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει ενστερνιστεί τη φιλοσοφία και τη στάση των λεγόμενων «φειδωλών» χωρών του ευρωπαϊκού βορρά, οι οποίες πριν μερικές εβδομάδες στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ «κόντυναν» δραστικά το οικονομικό πρόγραμμα στήριξης της ευρωζώνης), και

– από την άλλη, μια δέσμη ισχυρών εξαγγελιών καθαρού νεοφιλελεύθερου προσήμου (12 «μεταρρυθμίσεις» ονόμασε τη δέσμη αυτών των εξαγγελιών ο πρωθυπουργός, θυμίζοντας τις χειρότερες στιγμές της «μεταρρυθμιστικής μανίας» των μνημονίων).

Είναι τουλάχιστον παράδοξο για την οικονομική πολιτική της Ελλάδας στις παρούσες πανδημικές συνθήκες (και ο κ. Μητσοτάκης είναι ο μόνος ηγέτης χώρας-μέλους της ΕΕ που το κάνει, όταν όλοι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι ηγέτες ανοίγουν όσο περισσότερο μπορούν τις στρόφιγγες της ρευστότητας προς τις οικονομίες τους, αποφεύγοντας κάθε αναφορά σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική ατζέντα και σηματοδοτώντας ως μόνη προτεραιότητά τους τον άμεσο χαρακτήρα της υποστηρικτικής οικονομικής τους πολιτικής) να επανεφανίζεται -ιδίως στην Ελλάδα πρόκειται για παραλογισμό- η μνημονιακή εμμονή της «μεταρρυθμιστικής μανίας», ως οικονομικός στόχος ισότιμης προτεραιότητας με την αδήριτη και μη επιδεχόμενη καμιά λογική αμφισβήτηση άμεση στήριξη της οικονομίας μας, ως κεντρικό σκοπό, πριν και πάνω απ’ όλα, και με τον παραμερισμό οποιωνδήποτε άλλων σκοπών για αργότερα, όταν και αφού θα έχει κατορθώσει να σταθεί ξανά στα πόδια της. Σε κάθε περίπτωση (και αυτό το είχα κατά κόρον τονίσει σε αναλύσεις μου την εποχή των μνημονίων), η γενική ανάγκη για μεταρρυθμίσεις προσαρμογής των εθνικών οικονομιών στις παγκόσμιες εξελίξεις, είναι απαραίτητο να αναλαμβάνεται ως προσπάθεια σε περιόδους οικονομικής ηρεμίας αν όχι ευημερίας και να αποφεύγεται σε περιόδους κρίσεων του σημερινού βάθους και της έντασης. Έτσι, η ελληνική μνημονιακής κοπής 10ετής «μεταρρυθμιστική μανία», η οποία επομένως αναλήφθηκε σε απρόσφορη περίοδο και με βασικό κίνητρο την τιμωρητική πολιτική στάση του οικονομικού πατερναλισμού της ΕΕ, ενώ οικονομολογικά αποσκοπούσε σε επισφράγηση της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας στην πτωχευμένη Ελλάδα, απέδειξε ότι όταν μεταρρυθμίσεις προωθούνται σε συνθήκες απίσχνανσης των οικονομιών το κόστος εφαρμογής τους μεγαλώνει πολύ και τα αποτελέσματά τους συρρικώνονται δραματικά. Παρά ταύτα, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης εμμένει στην αστοχία!

Ταυτόχρονα, εκτός από παράδοξο, όμως, είναι και αντίθετο με τη γενική κατεύθυνση των πλέον έγκυρων διεθνών οικονομικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων εμβληματικών εκπροσώπων του διεθνούς καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ. Όλοι αυτοί οι οργανισμοί καθώς και οι ακαδημαϊκά κέντρα διαμόρφωσης των προτεινόμενων τάσεων ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής υποδεικνύουν δημοσιονομική χαλάρωση και προσωρινή παράβλεψη της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ως ανάγκης  για να ανασάνει η διεθνής οικονομία μετά το πανδημικό σοκ του λοκντάουν. (‘Αλλωστε αυτό το μήνυμα στέλνει ξεκάθαρα και η ίδια η ΕΕ, με την προσωρινή αναστολή ισχύος του Συμφώνου Σταθερότητας). Αντίθετα, ο Έλληνας πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου κατά παράδοση σε ετήσια βάση εξαγγέλλεται η οικονομική πολιτική για το επόμενο έτος, έμεινε σε εξαγγελίες προφανώς αναντίστοιχες με τις ανάγκες αφύπνισης της ελληνικής οικονομίας από την καταστροφή που έχει λάβει χώρα. Ταυτόχρονα, η άρνηση (και ευτυχώς ως προς το σημείο σημείο αυτό, με δεδομένο ότι εάν το έκανε η νέα μνημονιακή δέσμευση θα ήταν αναπόφευκτη) της ελληνικής κυβέρνησης να αιτηθεί πρόσβαση σε δανεισμό που της αναλoγεί από τον ESΜ, κάνει απολύτως καθαρό ότι η μόνη εναπομένουσα ευκαιρία και δυνατότητα για ουσιαστική στήριξη προς την ελληνική οικονομία είναι οι επιδοτήσεις προς την χώρα μας  από το εγκεκριμένο σχέδιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας που έχει εγκριθεί στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, που θα έρθουν (αν εγκρίνει η κομισιόν το σχέδιο που θα προτείνει η ελληνική πλευρά στη βάση του απολύτως αμφιλεγόμενου «σχεδίου Πισσαρίδη»), κατά το β΄-γ΄ τρίμηνο του 2021.

Και τί θα γίνει ως τότε;

Η σημερινή εικόνα δημιουργεί ήδη σοβαρή ανησυχία στην οικονομία των ελληνικών νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τελευταία ειδική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας (που φυσικά δεν συγκαταλέγεται στους εχθρικούς προς την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη φορείς) αναφέρεται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις ως το τέλος του 2020 θα βρεθούν μπροστά σε κενό ρευστότητας ως προς την κάλυψη των αναγκών τους ύψους 33 δισ. ευρώ. Και πρόκειται μόνο για το κενό χρηματοδότησης των επιχειρήσεων με την παράλληλη στενότητα να αφορά και στα ελληνικά νοικοκυριά με περίπου ανάλογο ποσό. Προφανώς χρηματοδοτικό έλλειμμα που υπερβαίνει τα 60 δισ. ευρώ προοιωνίζεται έντονες υφεσιακές πιέσεις σε επίπεδα πρωτοφανή. Όπως αναφέρει επίσης στην ίδια έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδας και σχετικά με τις ελληνικές επιχειρήσεις και μόνο, με την πρωτοφανή κάμψη του κύκλου εργασιών του επιχειρηματικού τομέα κατά 31,8% σε ετήσια βάση και μόνο για το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου αν η έντονη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μέσω κατάλληλων δράσεων από τις επιχειρήσεις και επαρκή βοήθεια από το κράτος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τότε μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές δυσλειτουργίες στο κύκλωμα διάχυσης της ρευστότητας στην οικονομία, οδηγώντας ακόμη και σε χρηματοοικονομική ασφυξία. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να εξαντλήσει τα όρια αντοχής ακόμη και υγιών επιχειρήσεων, οδηγώντας σε αθετήσεις υποχρεώσεων, κλείσιμο επιχειρήσεων, συρρίκνωση της απασχόλησης και ακόμη πιο βαθιά ύφεση.

Η εφιαλτική διστακτικότητα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη να χορηγήσει  ακόμη και τον ελάχιστο αναγκαίο χρηματοοικονομικό χώρο προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της Ελλάδας παράγει το φυσικό ερώτημα: Είναι έλλειψη ικανότητας κατανόησης του βάθους και της έντασης των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας συνεπεία της πανδημίας και του λοκντάουν από μεριάς της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ή είναι επιλογή οικονομικής πολιτικής; Η εικόνα που προκύπτει από την εμφάνιση του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και η εμμονή του στη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική» ατζέντα, που εκφεύγει των προτεραιοτήτων της διεθνούς οικονομικής κοινότητας, επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής, στην παρούσα φάση της καταστροφής από την πανδημία, πιστοποιεί ότι πρόκειται περί επιλογής και όχι περί αστοχίας!

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ήρθε με άκαμπτη προγραμματική προτεραιότητα να αναδιανείμει τους διαθέσιμους πόρους στην ελληνική οικονομία από την κεντρική επιλογή της απελθούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ  στήριξης των αδυνάμων, προς μια προτιμησιακή οικονομική πολιτική ενίσχυσης της μεσοανώτερης τάξης και συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων. Το πρόβλημα με την επιλογή αυτή για την ελληνική οικονομία θα περιοριζόταν σε μία σε τελευταία αναλυση πολιτικού περιεχομένου αντιπαράθεση σχετικά με το ταξικό περιεχόμενό της. Όμως, εδώ και μήνες και από την επέλευση της πανδημίας και εντεύθεν, το ζήτημα εχει πάψει να είναι η κατανομή των πόρων στην Ελλάδα και έχει καταστεί πρόβλημα παραγωγικής βιωσιμότητας και υπαρξιακής χρηματοοικονομικής επάρκειας σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία.

Η «αποθήκευση» διαθέσιμων σήμερα πόρων (π.χ. το δημοσιονομικό μαξιλάρι περίπου 20 δισ. ευρώ) με σκοπό να υπάρξει σε επόμενη φάση απόθεμα προνομιακής χρηματοδότησης από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προς τις κοινωνικές τάξεις και τις επιλεγμένες επιχειρήσεις που συνιστούν τον πολιτικό της περίγυρο, είναι μια πολιτική που θέτει σε άμεσο κίνδυνο επιβίωσης την ελληνική οικονομία και υποθηκεύει το μέλλον της. Και αυτό πρέπει να σταματήσει εδώ και αμέσως, πριν οι επιπτώσεις της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής για την οικονομία καταστούν αναπότρεπτες.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού