Υπάρχει plan B στα ελληνοτουρκικά;

Η ελληνοτουρκική διένεξη δεν είναι μια αμφιλεγόμενη διμερής διαφορά αλλά μια ολοφάνερη περίπτωση επιθετικών ενεργειών της μίας πλευράς (της Τουρκίας) απέναντι στην άλλη (την Ελλάδα και την Κύπρο)

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Με την παρούσα σύνοδο κορυφής της ΕΕ και τις (μη) αποφάσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας στην ανατολική Μεσόγειο, στην ουσία παγιώνεται μια νέα κατάσταση ισορροπίας στις ευρωτουρκικές σχέσεις! Πρόκειται για μια κατάσταση που σαφέστατα στρέφεται κατά των ελληνικών και των κυπριακών δικαιωμάτων στην περιοχή και η οποία αφορά στην αναγνώριση εκ του αποτελέσματος της δυνατότητας στην Τουρκία να προχωρεί σε αλλεπαλληλες και επανειλημμένες παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων δύο χωρών-μελών της ΕΕ, με την ευρωπαϊκή αντίδραση να περιορίζεται σε φραστικές καταδίκες. Και μάλιστα, καταδίκες χωρίς οποιοδήποτε πρακτικό αντίκρισμα σε βάρος της Τουρκίας, ώστε να υπηρετείται τουλάχιστον συμβολικά η εντύπωση ότι ασκούνται κάποιες πιέσεις διεθνών καταλογιστικών συνεπειών κατά της Τουρκίας και να αποθαρρύνεται εν είδει μηνύματος προς την παγκόσμια κοινότητα η πρακτική «πειρατικής» διπλωματίας, στην οποία εξειδικεύεται η Άγκυρα.

Το αδιέξοδο είναι προφανές: Το μόνο μέτρο κατά της Τουρκίας για τις σκαιότατες αλλεπάλληλες προκλήσεις κατά της Ελλάδας και της Κύπρου στις οποίες προβαίνει, είναι η συζήτηση για κυρώσεις. Κυρώσεις, όμως, οι οποίες μόνο θα συζητούνται και θα επισείονται ως δυνητική ευρωπαϊκή επιλογή, αλλά ουδέποτε θα υιοθετηθούν. Μια διαρκής προειδοποίηση, με άλλα λόγια, καθόλου πειστική ως προς τον διακηρυττόμενο σκοπό να αποτρέψει την τουρκική επιθετικότητα, απλούστατα διότι οι ίδιοι οι ευρωπαίοι θεωρούν ότι τυχόν αυστηρή στάση της ΕΕ επί του προκειμένου δεν προάγει τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Η περίπτωση είναι απολύτως ενδεικτική του διπλωματικού επαρχιωτισμού και του συμπλέγματος της Γερμανίας, να διεκδικήσει αυξημένου βάρους διεθνή λόγο, -έναν σκοπό που αποτελεί διακαή πόθο του Βερολίνου. Η ψευδαίσθηση ότι οι απειλές και οι πατερναλισμοί είναι το ενδεδειγμένο μέσο για να ασκείται αποτελεσματική παρεμβατική εξωτερική πολιτική, όπως έγινε κατά τη δεκαετία της οικονομκής κρίσης στην ευρωζώνη προ πανδημίας, προφανώς δεν μπορεί να στηρίξει βιώσιμη εξωτερική πολιτική ισχυρού παρεμβατισμού της Γερμανίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η κατά τα άλλα οξυδερκέστατη καγκελάριος προδήλως αδυνατεί να κατανοήσει ότι η οικονομία δεν αρκεί για να παραχθεί διπλωματία ισχυρού κράτους. (Άλλωστε, στο Βερολίνο υπό αξιολόγηση είναι ακόμη εάν ήταν ορθή ή εσφαλμένη η δημοσιονομικά  περιοριστική οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας -στην έκταση και με τα μέσα που η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε στην ευρωζώνη- παρά τα ξεκάθαρα υπαναπτυξιακά αποτελέσματά της. Αν, λοιπόν, στη καγκελαρία χρειάζονται τόσον χρόνο για να συνομολογήσουν στην οικονομία το αυτονόητο και να αλλάξουν γραμμή, στην εξωτερική πολιτική και τη διπλωματία, που είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση, πώς να το έκαναν;)

Η επιμονή μου στον ρόλο του Βερολίνου για τις προφανώς εξελισσόμενες άγονα ευρωτουρκικές σχέσεις, δεν γίνεται από κάποια αντιγερμανική μανία. Επιβάλλεται από τη διαπίστωση ότι εάν η Γερμανία επιθυμούσε θα μπορούσε να «περάσει» στην ΕΕ τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και γενικότερα μια περισσότερο αποφασιστική ευρωπαϊκή αντίδραση κατά του Ερντογάν. Μάλιστα, στις περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ φαίνεται να έχει εμπεδωθεί η εντύπωση του πόσο ασύμβατες είναι οι ευρωτουρκικές σχέσεις με μια στάση ανοχής απέναντι στην επιθετικότητα της Άγκυρας.

Επομένως, ο λόγος της αφασικής ευρωπαϊκής αντίδρασης στις εξαιρετικά προκλητικές τουρκικές ενέργειες σε βάρος δύο χωρών-μελών της ΕΕ, αναζητείται στη γερμανική επιλογή προς τούτο, και όχι σ’ ένα γενικευμένο κλίμα στις χώρες-μέλη της ΕΕ (όπως συνέβαινε με τη στάση της ΕΕ στο ζήτημα της ελληνικής χρεοκοπίας, όταν όλες σχεδόν οι χώρες-μέλη, καλώς ή κακώς, συμφωνούσαν ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να περιοριστεί δραματικά στο δημοσιονομικό επίπεδο). Εδώ η Γερμανία σχεδόν μόνη οδηγεί την ΕΕ στη στάση ανοχής απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, διότι εδώ δεν έχουμε έστω να κάνουμε με μια  στάση -σωστή ή λάθος- απορρέουσα ίσως από την εκτίμηση ότι η επιβολή κυρώσεων της ΕΕ κατά της Τουρκίας θα είχε επιπτώσεις σε βάρος της ευρωπαϊκής οικονομίας που σήμερα δοκιμάζεται από την πανδημία. Αντίθετα, μέσα στη σημερινή γερμανική πραγματικότητα φαίνεται να έχει ενσταλαχθεί η εντύπωση ότι η ελληνοτουρκική διένεξη στην ανατολική Μεσόγειο είναι μια κατάσταση που τροφοδοτείται από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς και όχι μια ξεκάθαρη περίπτωση επιθετικών ενεργειών της μίας πλευράς (της Τουρκίας) σε βάρος της άλλης (της Ελλάδας και της Κύπρου).

(Μόλις προ ημερών ο έγκυρος Spiegel σημείωνε: «Η διαμάχη είναι περισσότερο συμβολική, καθώς υπάρχουν πιθανώς μόνο μικρές ποσότητες αερίου στα επίμαχα ύδατα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και να είναι κερδοφόρα. Ωστόσο, τόσο η τουρκική όσο και η ελληνική πλευρά έχουν αναδείξει το θέμα με την εθνικιστική τους ρητορική. Δεν είναι πλέον ζήτημα νομικών ζητημάτων, αλλά εθνικής κυριαρχίας»!!!) Πρόκειται για ιστορικό κείμενο εγκυρότατου γερμανικού μέσου, που, ως κλίμα,  αποδεικνύει πόσο μακριά από την πραγματικότητα διαμορφώνονται οι αποφάσεις του Βερολίνου για την πολιτική του στην ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνοτουρκική διένεξη δεν είναι αμφισβητήσεις κυριαχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών της ΕΕ, αλλά ..υποκινούμενες από εκατέρωθεν εθνικισμούς ρητορικές. Τί να πει κανένας;…)

Ωστόσο, το θέμα δεν είναι τί κανει η Γερμανία, αλλά το πώς ενεργεί η Ελλάδα για να υπερασπιστεί κυριαρχικά δικαιώματά της! Και, ανάμεσα στα άλλα, ποιές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες αναλαμβάνει για να τοποθετηθεί το ζήτημα της ανατολικής Μεσογείου μέσα στη Γερμανία αλλά και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα στις πραγματικές του συνισταμένες: Οι συνεχείς καταπατήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου από πλευράς της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν μείζονα αποσταθεροποίηση στην ευαίσθητη περιοχή, αποτελούν κραυγαλέες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, και τυχόν ανοχή απέναντι σ’ αυτές προοιωνίζεται θερμές αναμετρήσεις απειλώντας ευθέως την ειρήνη. Η ελληνοτουρκική διένεξη δεν είναι μια αμφιλεγόμενη διμερής διαφορά αλλά μια ολοφάνερη περίπτωση επιθετικών ενεργειών της μίας πλευράς (της Τουρκίας) απέναντι στην άλλη (την Ελλάδα και την Κύπρο).

Και -κυρίως- χρειάζεται (δηλαδή απαιτείται) η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επιδείξει την αποφασιστικότητα και τη σοβαρότητα που απαιτούν οι περιστάσεις!

Δεν μπορεί ο Τουρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Φατίζ Ντονμέζ να διακηρύσσει ανερυθρίαστα ότι : “…το Ορούτς Ρέις έφθασε στο σημείο ερευνών και κάναμε τις πρώτες δοκιμές, σήμερα θα ξεκινήσουμε σεισμικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο (μέσα σε ελληνική υφαλοκρηπίδα)” και η αντίδραση του Έλληνα κυβερνητικού εκπροσώπου, Στέλιου Πέτσα να είναι “…Δεν θα σχολιάζουμε κάθε δήλωση Τούρκου αξιωματούχου…”!!!

Ούτε είναι νοητό ο υπουργός Επικρατείας, Γιώργος Γεραπετρίτης, να ερωτάται  ποιές είναι οι «κόκκινες γραμμές» για την Ελλάδα στην ανατολική Μεσόγειο και να δηλώνει ότι οι «κόκκινες γραμμές» για την Αθήνα είναι τα χωρικά ύδατα στα έξι ναυτικά μίλια, όταν το διεθνές δίκαιο αδιαπραγμάτευτα και χωρίς καμιά εξαίρεση ορίζει ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους να επεκτείνει όποτε κρίνει σκόπιμο τα χωρικά του ύδατα στα 12 μίλια!!!  Αληθινά, ο υπουργός Επικρατείας δεν αντιλαμβάνεται ότι με τη δήλωσή του αυτή καθιστά δυνητικό τμήμα μιας ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης ένα αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας;

Κι ακόμη, ο ίδιος ο πρωθυπουργός είναι αδιανόητο να δηλώνει σε συνέντευξή του (στα ΝΕΑ) ότι επιθυμεί διαπραγμάτευση γενικώς για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, αφήνοντας ορθανοιχτό ότι σε μια τέτοια διαπραγμάτευση ενδεχομένως θα μπορούσε να τεθεί το θέμα αυτοεξαίρεσης της Ελλάδας από το μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια!!!

Διαπραγμάτευση για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ (του Καστελλόριζου και μόνον και φυσικά όχι της Καρπάθου, της Ρόδου και της Κρήτης!!!), ναι! Ποτέ για τα άλλα νησιά μας και για τα χωρικά μας ύδατα ως τα 12 μίλια!

Και, δυστυχώς, δεν είναι αυτές οι «κόκκινες γραμμές» της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης!

Επαναλαμβάνω κάτι που έχω ξαναπεί: Τυχόν συμφωνία Μητσοτάκη με την Τουρκία πέραν των «κόκκινων γραμμών» που προανέφερα δεν μπορεί να τύχει ίδιας αντιμετώπισης με τη συμφωνία των Πρεσπών, στο πλαίσιο της (εν πολλοίς υποκριτικής) δήλωσης του σημερινού πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα υποχρεούται να εφαρμόσει αυτή τη συμφωνία ως απόρροια διεθνούς δικαίου.

Τυχόν διαπραγμάτευση και πολύ περισσότερο συμφωνία με την Τουρκία που θα περιορίζει την ελληνική υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ για τα νησιά μας (πλην Καστελλόριζου, όπως είπαμε) και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μας στα 12 μίλια, παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Και κάθε επόμενη ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να μην εφαρμόσει τέτοια τυχόν ελληνοτουρκική συμφωνία, στην οποία θα έχει -ό μη γένοιτο- συναινέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού