Περί συνεργασιών (B΄ Μέρος: Είναι εφικτή η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων;)

Υπάρχει ένα πεδίο πολιτικής, το οποίο, όμως, έχει το βάρος απαράβατου όρου, ως συνθήκης για να υπάρξει οποιοσδήποτε διάλογος για ένα προοδευτικό μέτωπο: Η εξωτερική πολιτική, τα μείζονα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά συμφέροντα και η διεθνής θέση της χώρας

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Είναι, όμως εφικτή η σύμπηξη του προοδευτικού πολιτικού μετώπου, με κεντρικό συνεκτικό στοιχείο του εγχειρήματος την απελευθέρωση της χώρας από τον ασφυκτικό κλοιό της δεξιάς εκτροπής;

Ήδη από το παραπάνω ερώτημα γεννάται και το πρώτο καίριο προσδιοριστικό πλαίσιο της συζήτησης: Θα είναι ο στόχος να αλλάξει πολιτική ταυτότητα η χώρα, και από τη σημερινή καταστροφική εικόνα υποχώρησης στο σύνολο σχεδόν των κοινωνικών παραμέτρων που την ορίζουν να οδηγηθεί σε λυτρωτική ανασυγκρότηση, κοινός σκοπός όσων δηλώνουν ότι προσέρχονται στο προοδευτικό μέτωπο; Ή μήπως, από την αρχή κιόλας του εγχειρήματος, τίθενται περιορισμοί που αλλοιώνουν το περιεχόμενο του ζητούμενου της πολιτικής αλλαγής;

Χρειάζεται σαφήνεια και καθαρότητα προθέσεων εδώ! Αν ως επιζητούμενη πολιτική αλλαγή ορίζεται η αντικατάσταση του φορέα και των προσώπων διαχείρισης της σημερινής καταστροφής, με τα δομικά πολιτικά χαρακτηριστικά του συστήματος που ευθύνεται για την καταστροφή να παραμένουν ανέγγιχτα, τότε υπάρχει πρόβλημα! Και το πρόβλημα είναι ότι τελικά με τέτοιο πλαίσιο ένα οποιοδήποτε «προοδευτικό μέτωπο» παύει να είναι προοδευτικό! Και πολλά δεδομένα, ακόμη και μεταξύ του πλαισίου που έθεσε ο Γ. Παπανδρέου στο προοδευτικό μέτωπο που ο ίδιος δήλωσε ότι επιζητεί, δείχνουν ότι ως τέτοιο πλαίσιο -διαιώνισης του συστήματος, και όχι ανατροπής του- αντιλαμβάνονται πολλοί το εγχείρημα!

Ένα παράδειγμα: Η επιμονή στη ρητορική ότι η μνημονιακή «διάσωση» υπήρξε θετική συμβολή  στην πορεία της χώρας, με αθροιστική ύφεση στα χρόνια της «διάσωσης» 25%, ούτε λογικά ούτε τεχνοκρατικά στέκει, ως βάση για τον (ανα)σχεδιασμό της οικονομίας μετά την επιθυμητή πολιτική αλλαγή! Η ανάγκη για ολοσχερή αλλαγή «οχήματος οικονομικής πολιτικής», είναι εδώ ο πυρήνας του ζητήματος. Και επειδή οικονομική πολιτική εγκλωβισμένη στον αναπτυξιακό αυτοσκοπό και χωρίς αναφορές σε ζητήματα δικαιότερης ανακατανομής του εισοδήματος της χώρας μεταξύ των πολιτών της, χωρίς μέριμνες στοιχειώδους αποκατάστασης του καίρια πληγωμένου από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα 1996-2020 κοινωνικού κράτους και χωρίς μέτρα μορφωτικής, περιβαλλοντικής και δημοκρατικής θωράκισης δεν μπορεί να λογίζεται ως προοδευτική, αυτά πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην ατζέντα όποιας προσπάθειας αναληφθεί για το προοδευτικό μέτωπο.

Όπως αποκαλύπτεται σήμερα από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, το ζήτημα της οικονομικής πολιτικής το πιθανότερο είναι να γίνει ο πυρήνας του οποιουδήποτε και οψέποτε διαλόγου ενεργοποιηθεί για τον σχηματισμό του προοδευτικού μετώπου. Στην επιτάχυνση μάλιστα του εγχειρήματος, σύμφωνα με ορισμένες ισχυρές ενδείξεις, συνέβαλε αποφασιστικά η δημοσιοποίηση του κυβερνητικού σχεδίου Πισσαρίδη, για το οποίο όλα τα υποψήφια προς συνεργασία μέρη και πρόσωπα στο πλαίσιο του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου φαίνεται να συμφωνούν στην εκτίμηση ότι πρόκειται για ακραία νεοφιλελεύθερη οικονομική συνταγή, η οποία εάν τυχόν εφαρμοστεί θα οδηγήσει σε πανωλεθρία την μεσαία τάξη και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που παραμένουν ο πνεύμονας της κατανάλωσης και της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία. Έτσι, η συμφωνία στη θέση ότι το σχέδιο Πισσαρίδη πρέπει με κάθε μέσο να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από μια ισορροπημένη αντιπρόταση οικονομικής πολιτικής, με κρίσιμες αλλαγές στο σημερινό μοντέλο αμοιβών εργασίας και το ποσοστό συμμετοχής των ισχυρότερων στα δημόσια έσοδα, έχει ήδη προσλάβει θέση αφετηρίας για τον επιζητούμενο προοδευτικό διάλογο.

Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση είχε σχεδόν ολοκληρώσει  την πρότασή του για μια εναλλακτική οικονομική πολιτική ριζικής διαφοροποίησης από το σχέδιο Πισσαρίδη και ήταν σχεδόν έτοιμος να τη δημοσιοποιήσει, ο Αλέξης Τσίπρας παρενέβη και ζήτησε από τους συντάκτες της πρότασής του να λάβουν σοβαρά υπόψη τους προτάσεις οικονομικής πολιτικής άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, ώστε να διευκολυνθεί η προσέγγιση των προσώπων και των φορέων του προοδευτικού πολιτικού χώρου και να ευνοηθεί ο διάλογος, η πραγματοποίηση του οποίου έχει έρθει πολύ πιο μπροστά.

(Με την ευκαιρία να διευκρινίσω ότι, βεβαίως, με την πιο πάνω επισήμανση δεν εισηγούμαι  να τίθεται ως προϋπόθεση για έναν διάλογο με ζητούμενο τη σύμπηξη προοδευτικού μετώπου, ένα πρόγραμμα μετάβασης στον σοσιαλισμό. Οι συσχετισμοί ταξικών δυνάμεων και οι αντικειμενικές πολιτικές συνθήκες, στην Ελλάδα και διεθνώς, δεν κάνουν ρεαλιστικό τέτοιον στόχο! Τα σημεία που έθεσα προηγουμένως για την οικονομική πολιτική που θα συμβάλλει στην πολιτική αλλαγή, είναι η ελάχιστη βάση, αποδεκτή ως πλαίσιο για έναν διάλογο με ζητούμενο ένα προοδευτικό μέτωπο και χωρίς αυτά αίρεται και ο ίδιος ο προοδευτικός χαρακτήρας του εγχειρήματος.

Αυτές οι προϋποθέσεις -και άλλες ανάλογες, στο σύνολο των πεδίων πολιτικού ενδιαφέροντος- είναι αναγκαίες για να είναι από την αρχή γνωστά τα όρια της όλης προσπάθειας!

Ένα παράδειγμα, ακόμη, εδώ, για να γίνουν σαφέστερα τα πράγματα: Ακόμη και χωρίς πλήρη συμφωνία στα θέματα αυτά, θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας διάλογος για τον σχηματισμό ενός προοδευτικού πολιτικού μετώπου, με μόνο επιδιωκόμενο στοιχείο την ανακοπή της αντιδημοκρατικής και εκ των πραγμάτων ακροδεξιάς εκτροπής από το 2019 και εντεύθεν. Ακόμη και τέτοια συμφωνία, τακτικού και όχι στρατηγικού χαρακτήρα. θα ήταν ανεκτή. Όμως. μια τέτοια συμφωνία, δεν μπορεί στη συνέχεια και εφ’ όσον επιτύχει τους σκοπούς της, να απολογείται επειδή δεν εφαρμόζει στη συνέχεια πολιτική ανατροπής και περιορίζεται σε διαχείριση του συστήματος που έχει προκαλέσει τη σημερινή καταστροφή. Το μόνο που οφείλει να εγγυάται μια τέτοια σύμπραξη τακτικού χαρακτήρα, θα ήταν η αποκατάσταση της διαφάνειας και της δημοκρατικής ομαλότητας, που έχουν σημαντικά διαταραχτεί από τη σημερινή κυβερνητική πρακτική, σε συνδυασμό με μια κοινωνική πολιτική εξισορρόπησης των ταξικών αντιθέσεων, που όξυναν οι προκλητικά ευνοϊκές για τους ισχυρότερους επιλογές του σημερινού μπλοκ εξουσίας. Ως εκεί θα (ήταν λογικό να) οριζόταν ο σκοπός μιας τέτοιας σύμπραξης, με τα στοιχήματα στρατηγικού χαρακτήρα να παραπέμπονταν για ευθετότερες συνθήκες και ευνοϊκότερους συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στην κοινωνία).

Υπάρχει ένα πεδίο πολιτικής, το οποίο, όμως, έχει το βάρος απαράβατου όρου, ως συνθήκης για να υπάρξει οποιοσδήποτε διάλογος για ένα προοδευτικό μέτωπο: Η εξωτερική πολιτική, τα μείζονα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά συμφέροντα και η διεθνής θέση της χώρας!

Πέραν χαρακτηρισμών τρέχουσας πολιτικής φόρτισης (προοδευτικό, συντηρητικό κ.λπ.) το πιο πάνω πεδίο επειδή αφορά στα κεντρικό υπαρξιακό ζήτημα της χώρας, ως προσλαμβανόμενης συλλογικής αίσθησης των πολιτών της, δεν είναι διαπραγματεύσιμο στοιχείο σε μια συντεταγμένη συζήτηση για τη διαφυγή μας από τον σημερινό καταστροφικό κύκλο απίσχνανσης του ό,τι λογίζεται ως Ελλάδα και πολίτες της! Απλά, χωρίς συμφωνία των μερών του οποιασδήποτε πολιτικής υφής μετώπου για το παραπάνω θέμα, «συμφωνία» και «μέτωπο», παύουν να είναι νοητά! Συμφωνία και σύμπραξη με οποιαδήποτε πολιτική οντότητα, που δεν θα εγγυάται την ακεραιότητα και την αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας και τα μείζονα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο και σ’ όλη την ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή!

Σε τέτοιο πλαίσιο είναι εφικτό και επιθυμητό να ευδοκιμήσει ένα προοδευτικό μέτωπο, ακόμη και χωρίς πιο απτές οριοθετήσεις της πολιτικής του ταυτότητας, ως ριζοσπαστικού φορέα αλλαγής και ανατροπής. Άλλωστε, η μεγαλύτερη εγγύηση ότι ο στρατηγικός πολιτικός στόχος μιας αριστερής πολιτικής πορείας ως αποτέλεσμα ενός μετώπου με τα εν λόγω πολιτικά χαρακτηριστικά προάγεται, δεν είναι άλλη από τον κινηματικό χαρακτήρα βάσης της όλης υπόθεσης, που θα λειτουργεί συνεκτικά και αποτρεπτικά από κάθε οπισθοδρόμηση που θα μπορούσε, εκούσα-άκουσα, να προκύψει στον δρόμο.

Μιλώντας συγκεκριμένα για την πρόταση Γ. Παπανδρέου περί προοδευτικού μετώπου, 3 παρατηρήσεις ακόμη:

1. Πέραν του διαλόγου εάν η μνημονιακή «διάσωση» υπήρξε θετική συμβολή  στην πορεία της χώρας, ή όχι (αναφέρθηκα στην αρχή σ’ αυτό), η περίοδος πρωθυπουργίας του Γ. Παπανδρέου, δεν προσέφερε κανένα σοβαρό δείγμα ως προς τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής της. Δεν έχει σημασία εδώ να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό (η πτωχευτική συνθήκη του 2010-‘11 και η παραχώρηση αλλού -στην ΕΕ εν προκειμένω- της αρμοδιότητας λήψης των αποφάσεων για την Ελλάδα, είναι άλλωστε ο βασικότερος λόγος). Όμως. αυτή η ταξικά απροσδιόριστη κυβερνητική πορεία, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ορίζουσα τον πολιτικά προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα της διακυβέρνησής 2010-‘11!

Μέσα σ’ ένα σκηνικό πτώχευσης, βεβαίως, ούτε κινήσεις εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα η «Διαφάνεια», επαρκούν για να προσδώσουν σαφή πολιτικό προσανατολισμό σε ό,τι σήμερα ο Γ. Παπανδρέου ορίζει ως προοδευτικό, στο πλαίσιο ενός μετώπου το οποίο δηλώνει πως επιζητεί. Άλλωστε, ανάλογες εκσυγχρονιστικές κινήσεις του προκατόχου του στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπήρξαν το προπέτασμα καπνού για τη σαφή και σκληρή δεξιά σημιτική στροφή που επιχειρήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με ολέθριες συνέπειες για τη χώρα και την παράταξη.

(Ένα παράδειγμα του αντικειμενικά ουδέτερου πολιτικού χαρακτήρα εκσυγχρονιστικών επιλογών, είναι η σημερινή εικόνα της «Διαφάνειας», που πανηγυρίζεται από τους υποστηρικτές του Γ. Παπανδρέου ως δήθεν επαρκής απόδειξη του ότι ήταν μια προοδευτική διακυβέρνηση: Πριν λίγες μέρες αναρτήθηκε στη «Διαφάνεια» από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη η απόφαση για τον τρόπο κατανομής κρατικών κονδυλίων σε μέσα ενημέρωσης για την καμπάνια υποστήριξης του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού. Στην απόφαση αυτή ανακοινώνεται ότι η κατανομή αυτών των κονδυλίων θα γίνει κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων διαφανούς χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης. Έτσι απλά, η -επαναλαμβάνω- κατ’ αρχάς πολιτικά ουδέτερη «Διαφάνεια» γίνεται μέσο προαγωγής μιας ακραία δεξιάς πολιτικής. Και αίρει εν τοις πράγμασι και την ίδια τη «Διαφάνεια»!)

2. Αντιλαμβάνομαι απολύτως γιατί ο Γ. Παπανδρέου ως επικεφαλής μιας συνιστώσας ενός πολιτικού σχήματος, δεν μπαίνει στον πειρασμό να εμφανίσει την πρότασή του ως συμπεριληπτικό σχέδιο για όλους όσοι έχουν παραμείνει σήμερα στο ΚΙΝΑΛ! Ούτε προσιδιάζει στον πολιτικό πολιτισμό του τέτοια συμπεριφορά (ατόπημα, στο οποίο κατά κόρον υπέπεσε ο Β. Βενιζέλος, με τις επίμονες υποδείξεις του προς τη Φώφη Γεννηματά, αφού ο ίδιος είχε αποσυρθεί από την ηγεσία και είχε αναλάβει η σημερινή πρόεδρος), ούτε και πολιτικά παραγωγικό για την προαγωγή του επιζητούμενου  προοδευτικού μετώπου θα ήταν να απηύθυνε ο Γ. Παπανδρέου την πολιτική πρότασή του πέραν του χώρου ευθύνης του, του ΚΙΔΗΣΟ.

Όμως, εκτός από τα ζητήματα πολιτικού πολιτισμού, υπάρχουν και τα ζητήματα πολιτικής αποτελεσματικότητας! Ο Γ. Παπανδρέου έχοντας βιώσει την ανατροπή του από βουλευτές του ίδιου του κόμματός του το 2011, ασφαλώς γνωρίζει τί διακυβεύεται και πιθανολογώ ότι  δεν θα ξοδέψει άλλο ασυλλόγιστα την χρήσιμη πολιτική ενέργεια που διαχειρίζεται στο αδιέξοδο της σημερινής στάσης του ΚΙΝΑΛ. Άλλωστε, εάν το κάνει, θα είναι σαν να πλήττει ο ίδιος το προοδευτικό μέτωπο, στον σχηματισμό του οποίου δηλώνει έτοιμος να συμβάλλει.

3. Η μεγάλη συνεισφορά, όμως, του Γ. Παπανδρέου σ’ ένα επιζητούμενο προοδευτικό μέτωπο, δεν είναι ούτε η άθροιση εκλογικών δυνάμεων σε μια αντιδεξιά κατεύθυνση, ούτε ότι ο ίδιος προέρχεται από την περιοχή του σήμερα πολιτικά παγιδευμένου σε δεξιά πολιτική πορεία ΚΙΝΑΛ! Η μεγάλη συνεισφορά του έγκειται στη διεθνή αναγνώριση, ακτινοβολία και αποδοχή που μπορεί να προσδώσει σ’ ένα ελληνικό προοδευτικό μέτωπο, που θα έλθει απελευθερωτικά να διαδεχτεί τη σημερινή πολιτικά, ηθικά και πολιτισμικά εξαθλιωμένη δεξιά και την καταστροφή που έχει επιφέρει στον τόπο. Διεθνή αναγνώριση, ακτινοβολία και αποδοχή, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει η ελληνική κυβέρνηση 2015-’19, παρά το διεθνώς παραδεδεγμένο ως θετικό έργο της. Γι’ αυτό και η διατήρηση και διαφύλαξη της πολιτικής αυτονομίας του Γ. Παπανδρέου  στον ενδιαφέροντα κύκλο που ανοίγει στον δημόσιο βίο μας, είναι συνολικότερος όρος επιτυχίας του εγχειρήματος.

Τελειώνοντας:

Η οριακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα και υπό τη διαπίστωση ότι δεν ευθύνεται η πανδημία για την υποχώρηση των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών της σε μια σειρά τομείς, αλλά ευθύνεται  η σημερινή κυβερνητική πολιτική, ως πλαίσιο πολιτικής, ως βαθμός ικανότητας διακυβέρνησης και ως ηγεσία, δεν μπορεί επομένως να παραμερίζεται ως βασικό στοιχείο του σημερινού σκηνικού, το οποίο δρομολογεί και την ενισχυμένη αναγκαιότητα για το προοδευτικό μέτωπο, ώστε να «αντέξει» η χώρα και να αποφύγει μια συντεταγμένη καινούρια καταστροφή, 2 χρόνια μετά την έξοδο από το μνημόνιο. Πέραν των μάλλον αστείων κυβερνητικών επικοινωνιακών φληναφημάτων ότι η οικονομία «πάει καλά» και ότι μπορούμε να δανειζόμαστε φθηνά από τις αγορές, πιο προσεκτική παρακολούθηση της στάσης της διεθνούς οικονομικής κοινότητας απέναντι στην ελληνική οικονομία, δείχνει ότι οι ανησυχίες εντείνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό απ’ όσο  η γενική διεθνής αναστάτωση των αγορών λόγω της πανδημίας.

Δεν πρέπει επίσης να θεωρείται τυχαίο ότι η Ελλάδα αποφάσισε σ’ αυτές τις συνθήκες να προχωρήσει σε δεύτερο γύρο πρόωρων αποπληρωμών  των ακριβών δανείων του ΔΝΤ. Όχι γιατί παρόντος του δημοσιονομικού μαξιλαριού των 27 δισ. περίπου υπάρχει θέμα εξωτερικού χρέους (άλλωστε αυτό κατά βάση τέθηκε υπό έλεγχο με τη ρύθμιση του καλοκαιριού του 2015), αλλά ως συμβολικής κίνησης καθησυχασμού των ανησυχούντων επενδυτών ότι μπορεί και επιθυμεί να αποπληρώσει το χρέος της.

Όπως περιγράφτηκε πιο πάνω, με τέτοιους όρους θα μπορούσε να έχει προγραμματική τύχη ένα προοδευτικό  μέτωπο!

Στη συνέχεια αυτό που είναι ανάγκη να διασαφηνιστεί περισσότερο, είναι οι απτές πολιτικές ενδείξεις της κατεύθυνσης  που θα έχει αυτό το μέτωπο. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχει σημασία να γίνει κατανοητό ότι προγραμματικά δεν αρκεί η δημόσια δήλωση της αντιδεξιάς κατεύθυνσης του εγχειρήματος. Η αριστερά, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, ως ο καταλυτικός παράγων για τη σύμπηξη του προοδευτικού μετώπου, οφείλει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, επισπεύδοντας τις εξελίξεις, που αλλιώς θα τον προσπεράσουν.

Ένα καλό παράδειγμα  προπλάσματος του πλαισίου πολιτικής συμφωνίας που θα μπορούσε να ενοποιήσει και να συνθέσει γενικά προοδευτικά πολιτικά ρεύματα, είναι η δέσμευση κατάργησης πληθώρας αντιδημοκρατικών και καταστροφικών πράξεων της σημερινής κυβέρνησης. Οι πολίτες δεν πείθονται πλέον από δηλώσεις καλής βουλήσεως και απαιτούν όλο και περισσότερο προγραμματική ανατροπή του συστήματος που έχει άγει στη σημερινή γενικευμένη ανασφάλεια και ολόκληρη τη χώρα σε δημοκρατική, εθνική, πολιτισμική και αξιακή καχεξία.

Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μενού