Για το Κυπριακό

Πέραν αυτού, η επιλογή της συγκεκριμένης στρατηγικής, αντλεί από παραμέτρους όπως είναι: Η ύπαρξη σημαντικών 'χαμένων ευκαιριών' για την επίλυση του, όπως ήταν το 'Σχέδιο Ανάν' του 2004, το οποίο και στο δημοψήφισμα της ίδιας χρονιάς, καταψηφίσθηκε από την Ελληνο-κυπριακή πλευρά. Με το ‘Όχι’ στο ‘Σχέδιο Ανάν’ στην δημοψηφισματική διαδικασία, να είναι μαζικό φθάνοντας το 76%.

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Το άρθρο του δημοσιογράφου Νίκου Χασαπόπουλου για λογαριασμό της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ σχετικά [1] με το Κυπριακό ζήτημα [2], είναι ενδεικτικό της όλης κατάστασης που επικρατεί στο νησί, και δύναται να διαβαστεί και υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων γύρω από αυτό.

Εξελίξεων που άπτονται της στρατηγικού τύπου, στροφής της Τουρκίας [3] και της νέας Τουρκο-κυπριακής [4] ηγεσίας προς την κατεύθυνση επίλυσης του χρονίζοντος και επιβαρυμένου Κυπριακού προβλήματος που εν προκειμένω, εγγράφει ιστορικές [5], μνημονικές και πολιτικές αναφορές, πάνω στη βάση της ύπαρξης δύο κρατών στο νησί [6].

Μάλιστα, η στρατηγική αυτή στροφή δύναται να εμβαπτισθεί στα νάματα του θεωρούμενου ως διαφορετικού εθνοτικού [7], πολιτισμικού-θρησκευτικού υποβάθρου (διαφορετική ‘ταυτότητα’), που έχουν οι δύο κοινότητες [8] που διαβούν στην Κύπρο, κάτι που συμβάλλει σε μία εκ των προτέρων νομιμοποίηση της στρατηγικής των δύο ξεχωριστών κρατών, παράλληλα όμως, και στην πρόσληψη αυτού του είδους της ‘λύσης’ ως αποδεκτής και περαιτέρω, ως της μόνης δυνατής και πραγματικά βιώσιμης.

Πέραν αυτού, η επιλογή της συγκεκριμένης στρατηγικής, αντλεί από παραμέτρους όπως είναι: Η ύπαρξη σημαντικών ‘χαμένων ευκαιριών’ για την επίλυση του, όπως ήταν το ‘Σχέδιο Ανάν’ [9] του 2004, το οποίο και στο δημοψήφισμα της ίδιας χρονιάς, καταψηφίσθηκε από την Ελληνο-κυπριακή πλευρά. Με το ‘Όχι’ στο ‘Σχέδιο Ανάν’ στην δημοψηφισματική διαδικασία, να είναι μαζικό φθάνοντας το 76% [10].

Οι ζυμώσεις και οι διεργασίες που κατέληξαν στην υποβολή του συγκεκριμένου σχεδίου που διέθετε την σφραγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), και την συναίνεση της διεθνούς κοινότητας, απέκτησαν δυναμική και χάριν των εξελίξεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Κυπριακή Δημοκρατία να καθίσταται μέλος της Ένωσης (τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε στην ευόδωση αυτής της στρατηγικής ο Γιάννος Κρανιδιώτης, αναδεικνύει ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης [11]), και την Τουρκία να έχει αποκτήσει αντίστοιχα το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη, χώρας [12].

Υπερψήφιση του σχεδίου και από την Ελληνο-κυπριακή πλευρά είναι πιθανόν να έθετε τις βάσεις για την αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών του σχεδίου διαμέσου της εφαρμογής του. Άλλη παράμετρος είναι η στασιμότητα που προσέλαβε η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού μετά το 2004 [13], με τις πρόσκαιρες εξάρσεις και αναλαμπές να μην είναι αρκετές για την εκ νέου προώθηση της όλης διαδικασίας.

Ακόμη και η διαδικασία του 2017, στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, αν και ενείχε το status των επίσημων διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού και τους επι-γενόμενους όρους της επίλυσης, δεν απέκτησε προωθητική δυναμική αντίστοιχη του ‘Σχεδίου Ανάν.’ Ίσως και γιατί, η τότε συγκυβέρνηση Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Ανεξάρτητων Ελλήνων, δεν επέδειξε την ίδια ζέση και τον ίδιο ζήλο για την επίλυση του Κυπριακού [14] αντίστοιχη με αυτή που επέδειξε για την επίλυση (επίλυση προβλήματος) του ‘Μακεδονικού,’ ασκώντας πιέσεις προς την κατεύθυνση της λύσης στην Κυπριακή κυβέρνηση. Το Κραν Μοντανά δεν προστίθεται στον κρίκο των ‘χαμένων ευκαιριών,’ όσο χωρά στο πλέγμα της εν τη γενέσι υπονόμευσης της διαδικασίας από όλες τις μεριές.

Επίσης, ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψιν έχει να κάνει με την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Κυπριακής Δημοκρατίας [15], επιδείνωση που αφενός μεν δυσχεραίνει τις όποιες προσπάθειες επίλυσης, και, αφετέρου δε, επενεργεί επί των όρων και των προϋποθέσεων επίλυσης, με την Τουρκο-κυπριακή διοίκηση να εντάσσεται στην εξίσωση.

Επιβαρυντικά λειτούργησε και λειτουργεί η κρίση του περασμένου θέρους στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, στο εγκάρσιο σημείο όπου η κρίση αυτή συνιστά συστατικό τμήμα των εν εξελίξει διεργασιών στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και όσον αφορά τον δια-μοιρασμό των θαλασσίων ζωνών, με την Κυπριακή δημοκρατία να λειτουργεί διαλεκτικά εντός αυτού του χώρου.

Έτσι, λαμβάνει χώρα η συγκρότηση και δη η εμπρόθετη συγκρότηση ενός περιφερειακού τριγώνου που συνθέτουν η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο και αντανακλάται στις κινήσεις που ανέπτυξαν η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία [16] στα δύο πρόσφατα ευρωπαϊκά συμβούλια, θέτοντας στο επίκεντρο την δυνατότητα επιβολής ενός πακέτου στοχευμένων κυρώσεων επί της Τουρκίας, λόγω της συστηματικής παραβίασης, για την πραγματοποίηση γεωτρήσεων, της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), της Κυπριακής Δημοκρατίας, και των μονομερών προκλήσεων και ενεργειών σε τμήματα υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και η Ελλάδα.

Αθροιζόμενα αυτά τα στοιχεία, με ιστορικό βάθος, δεικνύουν τις σημερινές εξελίξεις, με τον ‘κίνδυνο’ για την Κυπριακή Δημοκρατία να ελλοχεύει στο ό,τι ενδεχόμενη ευόδωση αυτής του είδους της ‘λύσης,’ θα σπεύσει εκ των υστέρων να νομιμοποίηση την στρατιωτική εισβολή του 1974 που εκδηλώθηκε σε δύο φάσεις (‘Αττίλας Ι’ και ‘Αττίλας ΙΙ’) [17], και τα αποτελέσματα της.

Σε αυτό το πλαίσιο, με το Κυπριακό να «αποτελεί σημείο αναφοράς και κλασική άλυτη και ασυμβίβαστη εθνοτική σύγκρουση [18]» (intractable conflict), για να παραπέμψουμε στον Αλέξη Ηρακλείδη, η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αντιμετωπίζει μόνο τον ως άνω ‘κίνδυνο’ ως έμπρακτη και συμβολική-τραυματική επιβεβαίωση της στρατιωτικής εισβολής, αλλά και την αντίληψη που διέπει πρόσωπα και θεσμούς που συμμετέχουν στη χάραξη της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και κάνουν λόγο για την από το 1974 ήδη ‘επίλυση’ του Κυπριακού. Ιστορικά, το να υπερβεί η Λευκωσία αυτή την αντίληψη, υπήρξε από τις πλέον μείζονες προκλήσεις στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής.

Αυτή την αντίληψη υπερέβη η Κυπριακή Δημοκρατία, επιτυγχάνοντας την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση [19], ένταξη που δεν αξιοποίησε όσο θα έπρεπε, όσον αφορά την διαμόρφωση μίας διαπραγματευτικής φόρμουλας επίλυσης, ακόμη και μετά την απόρριψη του ‘Σχεδίου Ανάν.’

Τώρα, στο άρθρο του, ο Νίκος Χασαπόπουλος, αναφέρεται στο πλαίσιο των πιθανών εξελίξεων εντός του τρέχοντος έτους, δίδοντας έμφαση στο περίγραμμα των ΄Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης’ (ΜΟΕ), «που εισηγείται η κυπριακή κυβέρνηση προς τους Τουρκοκυπρίους [20]», όπως γράφει χαρακτηριστικά. Αυτή καθαυτή η πρόταση προς την Τουρκο-κυπριακή πλευρά για την λήψη μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης που είναι ό,τι δηλώνει το όνομα τους, ήτοι μέτρα δημιουργίας κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης [21] μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, ώστε να διαμορφωθούν προϋποθέσεις εμπέδωσης του διαλόγου (κουλτούρα διαλόγου) και εάν απαιτηθεί, εντατικοποίησης του, είναι σημαντική στο βαθμό που και εκφράζει αντίδραση (μετά από κάποια αμηχανία-καθυστέρηση) μετά την Τουρκική και Τουρκο-κυπριακή πρόταση διχοτόμησης, και δεν σπεύδει να την ακολουθήσει μηχανικά.

Αντιθέτως, σημασιοδοτούνται ως φόρμουλα επανεκκίνησης, επίσημης επανεκκίνησης των συνομιλιών (πνεύμα που δεν διαθέτουν οι διερευνητικές επαφές), επιμεριζόμενες σε τρία επίπεδα που τέμνονται μεταξύ τους, αποτελώντας σημαίνουσες ‘ψηφίδες’ αυτού που δύναται να αποκαλέσουμε ως ‘Κυπριακό πρόβλημα.’ Η δημιουργία των περιώνυμων ‘Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης’ [22] αφορά επίπεδα όπως είναι, η ανάληψη του ελέγχου τις σημαντικής και για τα δύο μέρη, πόλης της Αμμοχώστου [23], από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, μοντέλο που προτείνεται και για το αεροδρόμιο της Τύμπου [24], συμπεριλαμβάνοντας και το ζήτημα της εξόρυξης υδρογονανθράκων.

Υπό αυτό το πρίσμα, προτείνεται η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας, καθώς και η δημιουργία και μελλοντική λειτουργία ενός κοινού ταμείου όπου και θα κατατίθενται τα έσοδα από την πιθανή ανεύρεση και κύρια αξιοποίηση υδρογανθράκων.

Το τελευταίο σημείο αποτελεί πάγια θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ιδίως τα τελευταία χρόνια, αντλώντας, θα υπογραμμίσουμε από τον κατά Ernst Haas ‘νεο-λειτουργισμό,’ και ιδίως από το σκέλος της «λειτουργικής εκχύλισης» [25] (functional spillover), η οποία και θεωρεί πως η διαδικασία της οικονομικής σύγκλισης, της ανάπτυξης κοινού οικονομικού συμφέροντος και η ολοκλήρωση, αποτέλεσαν το έναυσμα για την προώθηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μεταπολεμικά.

Στο Κυπριακό υπόδειγμα [26], η έννοια της ‘λειτουργικής εκχύλισης,’ εγγράφει το κοινό ταμείο και ως όρο σύγκλισης, επίτευξης αμοιβαίου οφέλους και κοινής οικονομικής ανάπτυξης (μεσοπρόθεσμο επίπεδο), και συνάμα, το προσδιορίζει ως ίδιο όρο για την επιτάχυνση των διαδικασιών πολιτικής επίλυσης του Κυπριακού και την απόκτηση προωθητικής δυναμικής ως προς αυτό, ώστε τα δύο μέρη, απρόσκοπτα, σε περίπτωση επανένωσης, να ‘απολαύσουν’ τους ‘καρπούς’ της ανάπτυξης.

Οι εξελίξεις, σχετικές και με την κατάθεση των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης,, αναμένονται με ενδιαφέρον. Για την ώρα, η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιστρέφει το ‘μπαλάκι’ στην Τουρκία και την Τουρκο-κυπριακή πλευρά, επιχειρώντας εν τοις πράγμασι να επαναπροσδιορίσει η ίδια τις κινήσεις τους. Κάτι που δεν είναι δεδομένο. Eαν αξιολογήσουμε την συνθήκη που έχει ενσκήψει με βάση τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων.

Το κάλεσμα για την θέσπιση ‘Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης,’ πρέπει να συνοδευθεί από διαρκή ανοίγματα προς την Τουρκο-κυπριακή κοινότητα και κοινωνία [27], η οποία δεν είναι ενιαία και μονολιθική, με κίνητρο την ύπαρξη συμμαχιών τέτοιων, και μεταξύ των μελών της κοινωνίας των πολιτών στις δύο κοινότητες, ώστε να δημιουργηθεί μία πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στην προτιμητέα λύση της διχοτόμησης που υποστηρίζεται και από την νέα Τουρκο-κυπριακή ηγεσία του Ερσίν Τατάρ. Στο ‘τι άλλο έχουμε να συζητήσουμε’ ας αντιταχθεί το ‘έχουμε πολλά να συζητήσουμε.’ Η κουλτούρα διαλόγου δύναται να τροφοδοτηθεί ‘από τα κάτω,’ με σημάνσεις ανοιχτής Κυπριακότητας.

Παράλληλα, η δυνατότητα θέσπισης των ‘Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης’ ως έναυσμα για την επανέναρξη του διαλόγου με ορίζοντα συζήτησης αρχικά, τα λεγόμενα ‘δύσκολα’ θέματα που άπτονται του εδαφικού καθεστώτος, του καθεστώτος των εγγυήσεων και των επιστροφών-αποζημιώσεων, οφείλει να κοινοποιηθεί και σε μπλοκ όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχευση την πιο ενεργή εμπλοκή της.

Μία ενδιαφέρουσα ιδέα έχει σχέση με την εφαρμογή μίας στρατηγικής η οποία και εν όψει του επερχόμενου ευρωπαϊκού συμβουλίου του Μαρτίου που θα εξετάσει εκ νέου τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία υπό το πρίσμα των τελευταίων, χρονικά εξελίξεων, θα προτάσσει την ουσιώδη συμπερίληψη του Κυπριακού (και με όρους εγκατάλειψης της ‘λύσης’ των δύο κρατών), στον χάρτη διαμόρφωση μίας νέας σχέσης μεταξύ της Ένωσης και της Τουρκίας. Κάτι τέτοιο όμως, προϋποθέτει έναν κριτικό αναστοχασμό των πρόσφατων επιλογών της Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής, σε επίπεδο διαχείρισης του Κυπριακού ζητήματος και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και των σχέσεων της με την Τουρκία.



[1] Βλέπε σχετικά, Χασαπόπουλος Νίκος, ‘Κυπριακό : Τα τρία καυτά ζητήματα που περιλαμβάνει η πρόταση Αναστασιάδη για ΜΟΕ,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 06/01/2021, https://www.tanea.gr/2021/01/06/politics/kypriako-ta-tria-kayta-zitimata-pou-perilamvanei-i-protasi-anastasiadi-gia-moe/ «ο 2021 πιστεύεται πως θα είναι έτος εξελίξεων για το Κυπριακό. Εάν αυτές οι εξελίξεις θα είναι αρνητικές ή θετικές θα αποδειχθούν με την πάροδο του χρόνου. Γεγονός όμως είναι ότι το Κυπριακό περνά σε άλλο επίπεδο από αυτό της στασιμότητας».

[2] Ο Γιώργος Γεωργής, εξετάζει εκ των ένδον το Κυπριακό ζήτημα και την εξέλιξη του, θέτοντας στο προσκήνιο την σχέση του διπλωμάτη Γιώργου Σεφέρη με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τις διαφορετικές εκτιμήσεις τους για την εξέλιξη των πραγμάτων, και τις διαφωνίες τους που υπήρξαν βαθιές και ουσιώδεις. Πέραν του να είναι χρονικό, το εγχείρημα του Γεωργή εστιάζει στο Κυπριακό υπό το πρίσμα της διπλωματικής ιστορίας,  Βλέπε σχετικά, Γεωργής Γιώργος, ‘Σεφέρης-Αβέρωφ. Η ρήξη,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2018.

[3] Η στροφή αυτή εκφράζεται και σε ανώτερο επίπεδο, μέσω πολιτικών προσώπων όπως ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Η ρητορική του πρώτου μάλιστα, είναι χαρακτηριστική της σημασίας που αποδίδει η Τουρκία στην Κύπρο και στην λεγόμενη ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου,’ όσον αφορά την εκδήλωση της περιφερειακής της στρατηγικής, με την ρητορική του να αποκτά ένα άμεσο ιστορικό επίχρισμα, νοηματοδοτώντας εκ νέου το διττό πλαίσιο της ‘Οθωμανικότητας-Τουρκικότητας’ εντός της Κύπρου. Η λύση των δύο κρατών προσιδιάζει προς την κατεύθυνση θέσπισης ενός τυπικού, σκληρού και όχι πορώδους συνόρου, και ερείδεται στην ύπαρξη δύο συνιστώντων μερών-κρατών με διαφορετική θεώρηση και διαφορετικό πολιτισμό. Βλέπε σχετικά, Κουτσομύτης Γιάννης, ‘Ερντογάν στα κατεχόμενα: Λύση δυο κρατών στην Κύπρο,’ Ενημερωτική ιστοσελίδα ‘Kappa News,’ 15/11/2020, https://kappanews.gr/2020/11/15/erdogan-sta-katexomena-lysh-dyo-kratwn-sthn-kypro/ Για τον πρόεδρο Ερντογάν, η ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου,’ αποτελεί το «δεύτερο τουρκικό κράτους» στο λεπτό και ιδιαίτερο σημείο όπου αναδεικνύεται στη δημόσια σφαίρα η θεωρία περί ‘ενιαίου χώρου’ που συμπεριλαμβάνει την Τουρκία και την Βόρεια Κύπρο.

[4] Εναργώς και κατατοπιστικά, ο διεθνολόγος του Παντείου Πανεπιστημίου Αλέξης Ηρακλείδης, σχηματοποιεί το ιστορικό υπόβαθρο της σύγκρουσης (συγκρουσιακή κατάσταση) στο νησί, ανατρέχοντας προς επίρρωσιν αυτού, στην εποχή όπου το νησί ήταν αποικία της Μεγάλης Βρετανίας. «Το Κυπριακό υπήρξε διαδοχικά ή και ταυτόχρονα πρόβλημα αποαποικιοποίησης, εθνικής αυτοδιάθεσης, εθνοτικής διαμάχης, απελευθερωτικός πόλεμος δύο εθνικισμών, διμερής και τριμερής διαφορά μεταξύ κρατών, πεδίο σύγκρουσης των υπερδυνάμεων, και βέβαια διεθνές πρόβλημα. Τέθηκε αρχικά ως αντιαποικιακή διένεξη (Ελληνοκύπριοι – Βρετανία) την περίοδο 1947-1950, που όμως μέσα της έκρυβε μία αγεφύρωτη εθνοτική διαφορά (Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι), και αλυτρωτισμό από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων και της Ελλάδας, ο οποίος στη συνέχεια πυροδότησε και τουρκοκυπριακό και τουρκικό αλυτρωτισμό. Σύντομα εξελίχθηκε σε οξεία ελληνοβρετανική διαφορά (1953-1958) και μετά (1954) σε τριμερή διακρατική διένεξη (Ελλάδα-Βρετανία-Τουρκία), με την Αθήνα να αντιμετωπίζει κοινό μέτωπο Λονδίνου-Άγκυρας. Δεν άργησε να οδηγηθεί και σε βίαιη εθνοτική σύγκρουση (το 1957-1958), αν και πολύ περιορισμένη σε σύγκριση με το τι θα ακολουθούσε από τον Δεκέμβριο του 196 και έπειτα. Ύστερα, με την ελληνοτουρκική συνεννόηση του 1959 είχαμε τη μοναδική εποχή επίλυσης, με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (Φεβρουάριος 1959), που όμως διήρκεσε λιγότερο από πέντε χρόνια, από τον Φεβρουάριο του 1959 έως τον Νοέμβριο του 1963». Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006, σελ. 29-30.

[5] Ως προς την ιστορικότητα του και τις ευρύτερες εθνικές-εθνοτικές προεκτάσεις του, το Κυπριακό ζήτημα συγκλίνει με το ζήτημα του Ναγκόρνο – Καραμπάχ και την εκεί διαμάχη Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν στην οποία και υπεισέρχεται όχι ‘απρόσκλητα’ αλλά ως σημαίνον δρώντας το αυτονομιστικό κίνημα του Ναγκόρνο- Καραμπάχ. Κατ’ αρχάς, δύναται να σημειώσουμε πως εάν το Κυπριακό ανακύπτει από την ‘μήτρα’ της αποικιοποίησης και της διαδικασίας της απο-αποικιοποίησης, τότε, η σύγκρουση για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αποτελεί κύρια  απότοκο της ιστορικών διαστάσεων (εγκάρσια τομή) κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και της σύστοιχης διαδικασίας συγκρότησης μετα-Σοβιετικών κρατών που ακολούθησε. Στην Κύπρο και στο Ναγκόρνο -Καραμπάχ, ενυπάρχει η έννοια των θεωρούμενων και προβαλλόμενων ως ‘μητέρων-πατρίδων’ (Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν/Ελλάδα-Τουρκία), και οι ιδιαίτερες αναφορές ως προς αυτές, έλαβε χώρα, η στρατιωτική σύγκρουση που ναι μεν στην Κύπρο, επι-τελέσθηκε πρωταρχικά στα 1974, με την Τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή του 37% της νήσου, με αυτή την εισβολή να παραγάγει αποτελέσματα ορατά και σήμερα, στο δε Ναγκόρνο-Καραμπάχ, εξακολουθεί να επι-τελείται σταδιακά και με διάφορους τρόπους έως σήμερα, παρά την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός του 1994. Ενώ όμως  η Τουρκική στρατιωτική εισβολή πραγματοποιήθηκε έχοντας έναν άμεσο και βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η σύγκρουση για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ εκδηλώνεται στο μακρύ ιστορικό χρόνο, περιλαμβάνοντας διάφορα επεισόδια. Αυτή είναι μία πρώτη διαφορά μεταξύ των δύο υποδειγμάτων. Άλλες διαφορές-αποκλίσεις δύνανται να είναι η διαφορά ως προς την κρατική δομή, με την Κυπριακή Δημοκρατία να αποτελεί κυρίαρχο κράτος, μέλος διεθνών οργανισμών, την ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου’ να πασχίζει και σήμερα να κερδίσει έδαφος στο πεδίο της διεθνούς αναγνώρισης, κάτι που δεν συμβαίνει με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ που ως περιοχή μεταξύ Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν διεκδικεί την αυτονομία και περαιτέρω, την ανεξαρτησία του. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών το θεωρεί ως τμήμα της εδαφικής επικράτειας του Αζερμπαϊτζάν, με την συγκεκριμένη χώρα που επικράτησε στην τελευταία στρατιωτική αναμέτρηση (2020), να υιοθετεί μοτίβα ‘αλυτρωτισμού.’ Άλλη διαφορά είναι οι διπλωματικές πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί για την επίλυση του Κυπριακού οι οποίες υπήρξαν περισσότερο οργανωμένες, έντονες και ενέπλεκαν διάφορους παράγοντες εν αντιθέσει με την διένεξη για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, με το Κυπριακό πλέον να ευρίσκεται στη φάση της αναμονής για ενδεχόμενη ανάληψη νέων πρωτοβουλιών.

[6] Στη λύση των δύο κρατών, εμμένει και ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο οποίος και έσπευσε εκ των προτέρων να ‘κάψει το χαρτί’ της ομοσπονδιακής λύσης στην Κύπρο, προτάσσοντας την υπενθύμιση της ιστορικής ‘αποτυχίας’ των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού επί τη βάσει της διζωνικής, δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας. Και σε αυτό το σημείο, τώρα που κινείται εκ νέου διπλωματικά η Κυπριακή κυβέρνηση η οποία εσφαλμένα άφησε τον χρόνο να κυλήσει, μη αξιοποιώντας την προεδρία Ακιντζί στην ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου,’ μη ενεργοποιώντας ή αλλιώς, διερευνώντας τυχόν διαθεσιμότητα του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες,  οφείλει να του προσδώσει ιδιαίτερη προσοχή, στο βαθμό που συνιστά δείγμα το πόσο βαθαίνει η αντίληψη-στρατηγική των δύο ‘εθνών’ και συνακόλουθα, των δύο διαφορετικών ‘εθνών-κρατών’ στην Κύπρο. «Στην Κύπρο θα είναι χάσιμο χρόνου να συζητήσουμε για ομοσπονδιακή λύση. 52 χρόνια το συζητήσαμε αυτό και είμαι σίγουρος πως δεν θα βρούμε λύση με συνομιλίες άλλων 52 ετών. Αυτό δεν θα συμβεί όχι επειδή δεν το θέλει η Τουρκία ή οι Τουρκοκύπριοι αλλά επειδή οι ελληνοκύπριοι δεν θέλουν να μοιραστούν τίποτα» δήλωσε». Βλέπε σχετικά, Κωστίδης Μανώλης,  ‘Τσαβούσογλου: Με τον Δένδια θα δημιουργήσουμε διάλογο τις επόμενες εβδομάδες,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 08/01/2021, https://www.kathimerini.gr/politics/561219214/tsavoysogloy-me-ton-dendia-tha-dimioyrgisoyme-dialogo-tis-epomenes-evdomades/

[7] Στην τυπολογία του περί «ειδών κινημάτων αυτοδιάθεσης» που συγκροτεί ο Αλέξης Ηρακλείδης, το κίνημα της ‘Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών στην Κύπρο’ (ΕΟΚΑ), εντάσσεται στην κατηγορία του «αντιαποικιακού-ενωτικού (ένωση με άλλο ανεξάρτητο κράτος»), και όχι στην κατηγορία της ‘εθνο-γένεσης,’ ενώ αντίστοιχα το κίνημα ‘ΤΜΤ’ της Τουρκο-κυπριακής πλευράς, εμπίπτει στο πεδίο του «αντιαποικιακού-ενωτικού-διχοτομικού» κινήματος (ένωση τμήματος αποικίας με άλλο κράτος»). Η δημιουργία της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου,’ όντας εντός του σφαιρικού πλαισίου των «χωριστικών κινημάτων», και υπό την προεδρία του Ραούφ Ντενκτάς (1993-1999), προσδιορίζεται ως «αποσχιστική-ενωτική», υπό την έννοια, ως προς το δεύτερο σκέλος, της ένωσης της με την Τουρκία. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;…ό.π.,  σελ. 27-28.

[8] Για μία ευρύτερη επισκόπηση του Κυπριακού ζητήματος-προβλήματος, βλέπε σχετικά, Xydis Alexander, ‘Cyprus: What kind of Problem?.,’ στο: Attalides Μichael,  (επιμ.), ‘Cyprus Reviewed,’ Λευκωσία, Jus Cypri Association, 1977. Για μία ψυχολογίζουσα ερμηνεία της όλης κατάστασης, βλέπε σχετικά, Volkan Vamik, ‘Turks and Greeks οf Cyprus: Psychological considerations,’ στο: Calotychos Vangelis, (επιμ.), ‘Cyprus and its people: Nation, identity, and experience in a unimaginable community, 1955-1997, Boulder, Westview Press, 1998. Για μία θεώρηση του Κυπριακού υπό την οπτική γωνία της εθνικής-εθνοτικής σύγκρουσης, βλέπε σχετικά, Stephens Robert, ‘Cyprus a Place of Arms: Power politics and Ethnic Conflict in the Eastern Mediterranean,’ London, Pall Mall, 1966.

[9] Το ‘Σχέδιο Ανάν’ ως σχέδιο που αποτέλεσε αποτέλεσμα δια-κοινοτικών συνομιλιών και διεθνών διαβουλεύσεων υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και του Γενικού Γραμματέα του Κόφι Ανάν, και ως ευρύτερο πλαίσιο επίλυσης που έθετε τις βάσεις για την επανένωση της νήσου, από την μία πλευρά υπήρξε μία ‘χαμένη ευκαιρία,’ και από την άλλη, όπως διεφάνη στα αμέσως επόμενα χρόνια, συνετέλεσε στο να απωλέσει η Ελληνο-κυπριακή πλευρά την πρωτοβουλία των κινήσεων μη δείχνοντας διάθεση να εμπλακεί ενεργά στην αναζήτηση λύσεων μετά την απόρριψη του σχεδίου,  στην άμβλυνση της δυναμικής επίλυσης, με την εμπλοκή μάλιστα του ΟΗΕ,  στην άμβλυνση του αποθέματος εμπιστοσύνης που είχε χτίσει η Ελληνο-κυπριακή πλευρά, διατρανώνοντας την βούληση της να καταστεί μέλος των διεθνών οργανισμών (Ε.Ε/ΝΑΤΟ),  και της διεθνούς κοινότητας. Πάνω σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε σειρά εναλλακτικών  ή αλλιώς, διχοτομικών θέσεων, κορωνίδα των οποίων είναι η τελευταία εξέλιξη από πλευράς Τουρκίας: Η επίλυση του ζητήματος στη βάση ύπαρξης δύο κυρίαρχων μερών-κρατών. Οι συνέπειες αυτής της απορριπτικής στάσης των Ελληνο-κυπρίων ενεγράφησαν στον ιστορικό χρόνο και υπήρξαν μακροπρόθεσμες. Μία εξαντλητική παρουσίαση των προβλέψεων του ‘Σχεδίου Ανάν’ προσφέρει ο Αλέξης Ηρακλείδης, αναλύοντας επίσης την στάση των βασικότερων πολιτικών κομμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκεί όπου υπήρξε έντονο το πνεύμα των καταληκτικών δηλώσεων του τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσου Παπαδόπουλου: ‘Παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα.’ Εμβαθύνοντας περαιτέρω, θα υπογραμμίσουμε πως αυτή η νομικοπολιτική αφήγηση, δεικνύει προς την κατεύθυνση της απόρριψης του σχεδίου, διαμέσου της ανάδυσης στην επιφάνεια της ριζικής υποβάθμισης της νομικής και αναγνωρισμένης θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας που αυτό επιφέρει. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;…ό.π.,  ιδίως σελ. 339-372.

[10] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;…ό.π., σελ. 16. Η αντίστιξη ως προς την έκφραση εμπιστοσύνης και υποστήριξης στο σχέδιο μεταξύ Ελληνο-κυπρίων και Τουρκο-κυπρίων υπήρξε έντονη: Δίπλα στο ‘Όχι’ της Ελληνο-κυπριακής πλευράς (76%), τοποθετείται το ξεκάθαρο ‘Ναι’ των Τουρκο-κυπρίων (65%), παγιώνοντας σε επίπεδο ψήφου την διαφορετική αντίληψη ως προς το σχέδιο και την οιονεί λειτουργικότητα του, την διαφορετική αίσθηση υποβάθρου και κοινωνικο-πολιτικής παρουσίας και  διεθνούς θέσης (η Κυπριακή Δημοκρατία χώρα-μέλος της Ένωσης). Ήταν  οι Τουρκο-κύπριοι που είδαν στο σχέδιο μία σημαίνουσα ευκαιρία μεταβολής των συνθηκών σε πολλαπλά επίπεδα.

[11] Η επιτυχής ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που ολοκληρώθηκε και τυπικά το 2004, με την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης, υπήρξε το ‘προϊόν’ της διπλωματικής στροφής που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη. Αυτό που στην πολιτική-διπλωματική γλώσσα συμπυκνώθηκε ως ‘Ελσίνκι,’ και ‘πνεύμα του Ελσίνκι’ δεν ήταν παρά η αναγνώριση ό,τι βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα η Ελλάδα έχει όφελος να επιδιώξει την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (καθεστώς υποψήφιας, προς ένταξη, χώρας),  εντάσσοντας εντός αυτής της στρατηγικής και το πεδίο των Ελληνο-τουρκικών σχέσεων και διαφορών, διαφορών που ‘εξευρωπαΐστηκαν.’ Στο περιβάλλον μίας συνολικής και αμοιβαία συμφέρουσας λύσης, ενσωματώθηκε και η διάσταση του Κυπριακού, εκεί όπου, με τον στόχο να είναι η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση, κατέστη εφικτό, με διπλωματικούς ελιγμούς και αμοιβαίους συμβιβασμούς, να υπερβεί η Ελλάδα τον σκόπελο της προηγούμενης επίλυσης του Κυπριακού ως βασική προϋπόθεση ένταξης στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Να ποιος είναι ο ρόλος του Κύπριου Γιάννου Κρανιδιώτη: «Ειδικότερα, τις πρώτες πολιτικές σκέψεις για τη διασύνδεση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας με την ένταξη της Κύπρου και την επίλυση του Κυπριακού παρουσίασε ο Γιάννος Κρανιδιώτης το 1995. Τότε, ως υφυπουργός Εξωτερικών, είχε προετοιμάσει το σχετικό πλαίσιο για το πέρασμα στο τρίτο στάδιο της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε-Τουρκίας με «αντάλλαγμα» την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Όπως και έγινε». Βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020, σελ. 56. Για να συναινέσει η ελληνική πλευρά στο να λάβει η Τουρκία status υποψήφιας προς ένταξη, χώρας, έπρεπε, όπως και έγινε, να υπερβεί ιστορικούς δισταγμούς και την λογική της ‘άρνησης’ ως προς αυτό το ενδεχόμενο που διαπερνούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις Μεταπολιτευτικά, οι οποίες και φοβούνταν πως ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην ΄Ένωση θα ισοστάθμιζε και εν συνεχεία θα ‘ακύρωνε’ τα πλεονεκτήματα που έχει αποκτήσει η Ελλάδα από την ένταξη της.

[12] Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, παραθέτει τις σημαντικότερες παραμέτρους του ‘Ελσίνκι’: «Τρία υπήρξαν τα κύρια στοιχεία του «πακέτου Ελσίνκι»: (α) η ανακήρυξη της Τουρκίας ως «υποψήφιας» (candidate) χώρας για ένταξη στην Ένωση (εφόσον εκπληρώσει τα σχετικά κριτήρια, κριτήρια Κοπεγχάγης, κ.α.), με άρση του σχετικού ελληνικού veto που είχε διατυπωθεί από την περίοδο που η Τουρκία υπέβαλε την αίτηση ένταξης, το 1987, αλλά (β) με πρώτη προϋπόθεση ότι η Κύπρος, που ήταν ήδη σε διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ε.Ε., θα μπορούσε τελικά να ενταχθεί χωρίς την προηγούμενη επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Και (γ) ως δεύτερη προϋπόθεση , ό,τι τα υποψήφια για ένταξη κράτη (δηλαδή η Τουρκία) «υποχρεούνται να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων», «άλλως θα φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου (ΔΔ) εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος» (διατύπωση του «Ελσίνκι»). Βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις…ό.π., σελ. 59.

[13] Για την στρατηγική που ακολούθησε η ελληνική πλευρά όσον αφορά την διαχείριση του Κυπριακού και την διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βλέπε και, Σημίτης Κώστας, ‘Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004,’ Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2004, 106-117. Δυναμική στην εξελισσόμενη διαδικασία προσέδωσε και η Τουρκία, η οποία, όντας δεσμευμένη σε μία προσπάθεια επίλυσης των ελληνο-τουρκικών διαφορών με καταληκτικό σημείο την από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ώστε να προωθήσει και να υποβοηθήσει η ίδια την διαδικασία ένταξης της στο ευρωπαϊκό θεσμικό μπλοκ, υποστήριξε τις διαπραγματεύσεις των δύο κοινοτήτων και την εμπλοκή του ΟΗΕ που έλαβε την μορφή του ‘Σχεδίου Ανάν.’ Για την ευρωπαϊκή στρατηγική της Τουρκίας και ως προς την υπολογισμένη διαχείριση του Κυπριακού, βλέπε σχετικά, Suvarierol Semin, ‘The Cyprus Obstacle on Turkey’s road to Membership in the European Union,’ στο: Carkoglu Ali & Rubin Barry, (επιμ.), ‘Turkey and the European Union: Domestic Politics, Economic Integration and International Dynamics,’ London, Frank Cass, 2003.

[14] Ένα από τα άμεσα θεωρούμε, επίδικα του Κυπριακού, πέραν της εμπλοκής διεθνών ‘παικτών’ είναι να αντιληφθούν και να αναδείξουν οι δύο πλευρές, εμπρόθετα, τα ενδεχόμενα οφέλη από μία επίλυση του ζητήματος με διαστάσεις ομοσπονδίας, και, ακόμη βαθύτερα, κοινής συνύπαρξης.

[15] Τα τελευταία χρόνια, οι περιφερειακές κινήσεις και οι διεθνείς συμμαχίες της Κυπριακής Δημοκρατίας κινούνται γύρω από τον αστερισμό της συμμετοχής της σε διμερής και τριμερή σχήματα συνεργασίας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, κραδαίνουν το χαρτί της ανακάλυψης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στις θαλάσσιες ζώνες που ευρίσκονται υπό την δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανα-προσαρμόζει τους όρους επίτευξης της συλλογικής της ασφάλειας, εμβαθύνοντας την διμερή της σχέση με την Ελλάδα, όχι όμως με όρους ‘ενιαίου αμυντικού χώρου και δόγματος.’ Το κάλεσμα προς μεγάλες χώρες που λειτουργούν ως γεω-πολιτικές δυνάμεις, ώστε πολυεθνικές εταιρείες των τελευταίων να επενδύσουν στα κοιτάσματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν συντελείται με πρόταγμα την κατασκευή, από χώρες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, ενός ‘τείχους προστασίας’ γύρω από τις Κυπριακές θαλάσσιες ζώνες (συμφέροντα ‘ασφαλείας’), όπως θέλουν μονοσήμαντες αναλύσεις, αλλά, αντιθέτως, πραγματοποιείται με τα χαρακτηριστικά της σε αυτό το σημείο αξιοποίησης της θέσης της εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επίσης, και του ό,τι αποτελεί ‘ζώνη’ ανάπτυξης και ευημερίας που είναι λειτουργικά ενταγμένη στο δυτικό σύστημα ασφαλείας και αξιών.

[16] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη, έδρασε στα ευρωπαϊκά συμβούλια κορυφής του Οκτωβρίου και του Σεπτεμβρίου, ενεργοποιώντας την λογική της ‘Τουρκικής απειλής’: Δεν γίνεται να επιβάλλονται κυρώσεις στη Λευκορωσία που δεν αποτελεί ‘απειλή’ για την ύπαρξη και την συνοχή της Ένωσης, και να μην επιβάλλονται στοχευμένες κυρώσεις στην Τουρκία, που ‘απειλεί’ δύο χώρες-μέλη της Ένωσης (Ελλάδα, Κύπρος), και την συνοχή και ασφάλεια της Ένωσης στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Δίχως την συγκρότηση ενός ευρύτερου πλέγματος συμμαχιών, η στρατηγική επιβολής κυρώσεων, έμεινε ατελέσφορη. Μάλιστα, το αυτό αφορά και την ελληνική κυβέρνηση, με τις δύο χώρες να επιμένουν σε μία στρατηγική άγονη και δίχως βάθος, αδυνατώντας να δουν ‘πέραν από την ουρά τους’: Ήγουν, τον ρόλο και την γεω-πολιτική και γεω-στρατηγική σημασία που ενέχει η Τουρκία και για χώρες-μέλη της Ένωσης ξεχωριστά, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση (με ‘παγωμένη’ την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας), ως σύνολο και ως φορέα άσκησης εξωτερικής πολιτικής.

[17] Ως αποτέλεσμα της δεύτερης Τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο, που εμβάθυνε τα αποτελέσματα της πρώτης (Κατοχή) με αποτέλεσμα η Τουρκία να αποκτήσει προγεφύρωμα στο νησί, η τότε ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, έλαβε την απόφαση αποχώρησης της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Όπως τεκμηριώνουν αναλυτές, η απόφαση εκ των υστέρων και στο πεδίο του αποτελέσματος, κρίθηκε ως αποτυχημένη, διότι μετάβαλλε τον συσχετισμό και την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο υπέρ της Τουρκίας, μη καταφέρνοντας επίσης να αλλάξει το διαμορφωθέν ‘status quo’ στην Κύπρο. Βλέπε σχετικά, Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις…ό.π., σελ. 43-50. Αρχιμανδρίτου-Οικονόμου Ελένη, ‘Η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974,’ Διδακτορική Διατριβή, 2012-2013, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ροζάκης Χρήστος, ‘Το διεθνές καθεστώς του Αιγαίου και η ελληνοτουρκική κρίση. Τα διμερή και διεθνή ζητήματα,’ στο: Αλεξανδρής Α., Βερέμης Θ., (επιμ.), ‘Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1923-1987,’ ΕΛΙΑΜΕΠ, Εκδόσεις Γνώση, 1988.

[18] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;…ό.π., σελ. 19.

[19] Και επέτυχε να την υπερβεί, διότι έθεσε την παράμετρο του Κυπριακού ως πρόβλημα που χρήζει ‘επίλυσης,’ κάτι που δύναται να επιτευχθεί μέσω της ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της δυναμικής που θα αποκτήσει αυτή η διαδικασία ένταξης (παρασύροντας τα επιμέρους μέρη), που ήταν ο κορυφαίος στόχος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, της ασκούμενης Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής.

[20] Βλέπε σχετικά, Χασαπόπουλος Νίκος, ‘Κυπριακό : Τα τρία καυτά ζητήματα που περιλαμβάνει η πρόταση Αναστασιάδη για ΜΟΕ…ό.π.

[21] Με την συζήτηση στην Ελλάδα να περιστρέφεται και γύρω από την έναρξη των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία, με στόχο την διερεύνηση και εξακρίβωση προθέσεων ώστε να διαμορφωθεί ένας διαπραγματευτικός κύκλος με συγκεκριμένη ατζέντα, θα πούμε πως η λογική της οικοδόμησης ‘Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης’ (ΜΟΕ), βρίσκεται ένα σκαλί παραπάνω από τις διερευνητικές επαφές που τοποθετούνται στην βάση της όλης διαπραγματευτικής διαδικασίας, προβάλλοντας εντόνως την δημιουργία ενός κοινού και συναινετικού παρονομαστή (‘μέτρα’), ενός πλαισίου συμφωνίας αποφυγής εντάσεων,  που θα βοηθήσει στο να συνεχισθούν οι συνομιλίες πιο στοχευμένα.

[22] Για τα ‘Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης’ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, (μνημόνιο Παπούλια/Γιλμάζ), το 1988, βλέπε σχετικά, Syrigos A., ‘The status of the Aegean sea according to International Law,’ Αθήνα, Βρυξέλλες, Sakkoulas, Bruylant, 1998. Και, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2007, σελ. 156-157.

[23] Αξίζει να ειπωθεί πως με άξονα την πόλη της Αμμοχώστου και την μετατροπή της στο πλέον σημαντικό κέντρο της κυρίαρχης ‘Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου,’ οικοδομεί και εξελίσσει η Τουρκία την λύση των δύο κρατών, προσλαμβάνοντας την ως ‘αντίβαρο’ και αναπτύσσοντας μία πολιτική συμμαχιών γύρω από την ‘άνοιξη’ της Αμμοχώστου.

[24] «Η επιστολή του Κυπρίου Προέδρου κινείται σε άξονες προάσπισης των κυριαρχικών συμφερόντων της Κύπρου, αλλά περιλαμβάνουν και προτάσεις για τη δημιουργία ειδικού καθεστώτος υπό την αυστηρή αιγίδα και εποπτεία του ΟΗΕ τόσο για την Αμμόχωστο, όσο και για το παράνομο κατοχικό αεροδρόμιο της Τύμπου. Για την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου καθώς και το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εισηγείται την τοποθέτηση των περιοχών αυτών υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Εάν η τουρκική πλευρά συμφωνήσει προκειμένου και οι δύο περιοχές να εισέλθουν υπό τον αυστηρό έλεγχο του ΟΗΕ, τότε αυτές θα μπορούν να ανοίξουν προς τον έξω κόσμο (δηλαδή πέραν της Τουρκίας). Να σημειωθεί ότι από το αεροδρόμιο της Τύμπου εκτελούνται πτήσεις μόνον από και προς Τουρκία, αφού δεν αναγνωρίζεται από κανένα άλλο κράτος, όπως δεν αναγνωρίζεται και ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας από αυτό». Βλέπε σχετικά, Χασαπόπουλος Νίκος, ‘Κυπριακό : Τα τρία καυτά ζητήματα που περιλαμβάνει η πρόταση Αναστασιάδη για ΜΟΕ…ό.π.

[25] Αναφέρεται στο: Nugent Neil, ‘Πολιτική και διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση,’ Πρόλογος-Επιμέλεια: Μενδρινού Μαρία, ‘Μετάφραση: Τσολακίδου Ιουλία, Τριανταφύλλου Αλεξάνδρα, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σελ. 633-636. Και, Haas Ernst, ‘The uniting of Europe: Political, social and economic forces 1950-1957,’ Stanford, CA, Stanford University Press, 1958.

[26] Για ένα αφιέρωμα στον Ελληνοκύπριο φιλόλογο και λογοτέχνη Σάββα Παύλου, βλέπε σχετικά, Περιοδικό ‘Νέα Ευθύνη,’ Τεύχος 33, Απρίλιος-Ιούνιος 2016. Για την εξέταση περί ύπαρξης και λειτουργίας μίας ‘Κυπριακής λογοτεχνίας,’ βλέπε σχετικά, Υasin Mehmet, ‘Περί κυπριακής λογοτεχνίας και απροσδιορίστων ταυτοτήτων,’ Σύγχρονα Θέματα, Τεύχος 68-69-70, Ιούλιος 1998-Μάρτιος 1999.

[27] Ήδη μετά τις πρώτες ανακοινώσεις για το περίγραμμα της λύσης δύο κρατών, έλαβαν χώρα μία σειρά από κινητοποιήσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, με Τουρκο-κυπριακά υποκείμενα να εκφράζουν την εναντίωση τους σε αυτό το ενδεχόμενο. Σε αυτές, συμμετείχε και ο πρώην Τουρκο-κύπριος πρόεδρος, Μουσταφά Ακιντζί.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Μενού