Η εκλογή Λάσετ στην ηγεσία του CDU

Η εκλογή Λάσετ δύναται να σημασιοδοτήσει, από την μία πλευρά, την κατά τι διασφάλιση του κοινωνικού χώρου και των κοινωνικών συμμαχιών του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, πρωταρχικά από τις απόπειρες 'διείσδυσης' του κόμματος 'Εναλλακτική για τη Γερμανία,' και από την άλλη, ένα εκ νέου κοινωνικό άνοιγμα, με διακύβευμα την διεύρυνση της κοινωνικής επιρροής του κόμματος, εν όψει των επικείμενων εκλογών.

Λασετ

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Με άρθρο της που δημοσιεύεται στην εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ η δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη [1], αναφέρεται στο προφίλ του νεοεκλεγέντος προέδρου του Γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU), Άρμιν Λάσετ.

Στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη ηγεσίας στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, μετά την περυσινή παραίτηση της υπουργού Άμυνας της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης Ανεγκρέτ-Κραμπ Καρενμπάουερ, η οποία και δέχθηκε πολιτική κριτική για τις ζυμώσεις και τις διεργασίες στο κρατίδιο της Θουριγγίας μεταξύ της τοπικής ηγεσίας του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και του κόμματος ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’ (AFD) [2] που τυπολογικά εντάσσεται στην ακροδεξιά (με πολιτικοϊδεολογικά κριτήρια) πολιτική οικογένεια, φθάνοντας έως του σημείου της παραίτησης, ο Λάσετ έλαβε 521 ψήφους στον δεύτερο εκλογικό γύρο, επικρατώντας επί του Φρίντριχ Μερτς [3]. Ο οποίος και ηττήθηκε για δεύτερη φορά στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία [4], με την πρώτη να είναι από την Κραμπ-Καρενμπάουερ. Σε αυτή την εκλογική διαδικασία που συνεπεία της εξέλιξης της πανδημίας διεξήχθη ψηφιακά, ο Φρίντριχ Μερτς έλαβε 466 ψήφους [5].

Η διαφορά [6] μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων (στον πρώτο γύρο εκλογικό γύρο συμμετείχε και ο Νόρμπερτ Ρέντγκεν), εν πρώτοις δεν φαντάζει και ιδιαίτερα μεγάλη, όμως, από την άλλη στάθηκε αρκετή για να δώσει την εκλογική νίκη στον πρωθυπουργό του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας [7], δίδοντας του και το προβάδισμα για την υποψηφιότητα του ως καγκελάριος στις παγγερμανικές βουλευτικές εκλογές του 2021.

Δύναται να σημειώσουμε πως η νίκη του Άρμιν Λάσετ δεν ακολουθεί γραμμικά την αντίστοιχη νίκη ή αλλιώς, επικράτηση της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως ο Λάσετ ως υποψήφιος για την συγκεκριμένη θέση δεν διεκδίκησε τον ‘χώρο’ που είχε καταλάβει πολιτικά-εκλογικά η Κραμπ-Καρενμπάουερ, εμφανιζόμενος εμπρόθετα ως ο συνεχιστής της πολιτικής κληρονομιάς της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ [8], διεκδικώντας πολιτικά και ιδεολογικά, «ένα CDU του κέντρου» [9], όπως τονίζει ο ίδιος.

Κάτι που δύναται να σημάνει πως ο Λάσετ προσιδιάζει προς ό,τι ο Γάλλος φιλόσοφος των ιδεών Pierre Andre-Taguieff, αποκαλεί «πραγματιστικό κεντρισμό» [10], θέτοντας ως σημείο αναφοράς [11] τις εξής παραμέτρους: Πρώτον, το να παραμείνει το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ο βασικός κορμός σε περίπτωση που μετά την πραγματοποίηση των παγγερμανικών εκλογών του 2021 καταστεί απαραίτητη η συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού, όπως είναι η τρέχουσα κυβέρνηση, έχοντας ως βασικό άξονα, όπως διεφάνη κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης της καγκελαρίου Μέρκελ, την ικανότητα της ‘αμφίπλευρης διεύρυνσης’ πολιτικά και ιδεολογικά [12].

Με αυτόν τον τρόπο, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα δύναται να ορίζει το περιεχόμενο των ασκούμενων πολιτικών. Δεύτερον, η επιμονή και όχι η στροφή προς το θεωρούμενο ως ‘κέντρο,’ εμβαπτίζεται στα νάματα του και του δραστικά πολιτικού αλλά και του καταστατικού-υπαρξιακού αυτο-προσδιορισμού, με τέτοιον τρόπο ώστε, αφενός μεν εντός του κομματικού-πολιτικού ανταγωνισμού το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα να αποκτά και να αναπαράγει ‘λόγους ύπαρξης’ (‘raisons d’ etre’), και, αφετέρου δε, να νοηματοδοτείται αντιστικτικά κύρια προς την ‘Εναλλακτική για την Γερμανία’ [13] (βλέπε την ενδιαφέρουσα ανάλυση του Τρύφωνα Γρομπανόπουλου για την Γερμανική διάκριση μεταξύ «ριζοσπαστισμού» και «εξτρεμισμού») [14], με όρους κοινωνικούς, πολιτικούς όσο και θεσμικούς.

Έτσι, το κόμμα CDU με βάση την αυτο-τοποθέτηση του στο κέντρο, παραμένει κόμμα θεσμικό, δημοκρατικό, ρεαλιστικό, θέτοντας φραγμούς στην περαιτέρω κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη του κόμματος ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία,’ και στους ‘κινδύνους’ που αυτό δύναται να επιφέρει.

Μία τρίτη παράμετρος έχει να κάνει με την υιοθέτηση μίας πολιτικής-εκλογικής στρατηγικής η οποία προτάσσει την δυνάμει και μη ‘κυβερνησιμότητα’ [15] και την συνακόλουθη έκφραση ‘εμπιστοσύνης’ προς το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ως ‘κυβερνητικό’ κόμμα, στέλνοντας σήμα σε τμήματα μετριοπαθών ψηφοφόρων που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα της ‘κυβερνησιμότητας,’ πολλώ δε μάλλον της mainstream ‘κυβερνησιμότητας’ που εκφράζει ένα κόμμα όπως το Χριστιανοδημοκρατικό.

Όπως επισημαίνει σχετικά η Βασιλική Γεωργιάδου, σε άρθρο της στην εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ για την εκλογή Λάσετ [16] στην ηγεσία του CDU: «Στη Γερμανία και σε άλλες χώρες, η επικράτηση στις εκλογές κρίνεται προπάντων από τη διείσδυση των κομμάτων στο κέντρο του ιδεολογικού-πολιτικού άξονα και του ευρύτερου πολιτικού χώρου. Η εκλογή Λάσετ στην ηγεσία του CDU διασφαλίζει τη μετριοπαθή και συναινετική του τοποθέτηση και στέλνει ένα θετικό μήνυμα στους εκλογείς, το 35% από τους οποίους θα ψήφιζε την Ένωση CDU και CSU στην παρούσα στιγμή εφόσον γίνονταν εκλογές» [17].

Η εκλογή Λάσετ δύναται να σημασιοδοτήσει, από την μία πλευρά, την κατά τι διασφάλιση του κοινωνικού χώρου και των κοινωνικών συμμαχιών [18] του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, πρωταρχικά από τις απόπειρες ‘διείσδυσης’ του κόμματος ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία,’ και από την άλλη, ένα εκ νέου κοινωνικό άνοιγμα, με διακύβευμα την διεύρυνση της κοινωνικής επιρροής του κόμματος, εν όψει των επικείμενων εκλογών.

Ως προς αυτό, με το κόμμα να διεκδικεί τους, κατά την αναλυτική διάκριση του Lazarfield, «ταλαντευόμενους εκλογείς» [19]), και ιδίως τους «party waverers», ήτοι τους «εκλογείς που ταλαντεύονταν μεταξύ δύο κομμάτων» [20], θα αναφέρουμε πως επιχειρεί κάτι τέτοιο, όχι αποϊδεολογικοποιημένα και συγκεχυμένα, όσο με τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά μίας έντονης ‘θεσμοποίησης’ που αναγάγει το κόμμα στο ύψος του ‘προστάτη’ των θεσμών [21] και ‘υπερασπιστή’ της σταθερότητας, δίχως να εκ-λείπουν αναφορές σε επιμέρους πολιτισμικά στοιχεία.

Aν και δεν κατέθεσε κάποια ολοκληρωμένη πλατφόρμα, ή αντίστοιχα, κάποια πλατφόρμα με ριζοσπαστική χρονιά, ο Άρμιν Λάσετ [22] δεν παύει να καταστεί ευκρινείς τις προθέσεις του, εδραζόμενος πολιτικά, πάνω στους όρους και στον βαθμό μετασχηματισμού του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος την τελευταία δεκαπενταετία ουσιαστικά.

Ακόμη και το ποσοστό που έλαβε, δεν θα λέγαμε πως αποτελεί εντολή για την θέσπιση και εφαρμογή ενός προγράμματος ριζικών αλλαγών, αλλά περισσότερο τείνει προς το προσίδιο έδαφος της διεκδίκησης διαμόρφωσης της ατζέντας από το κόμμα ως παραγωγό πολιτικού λόγου και ως ‘νήμα’ που η άλλη του άκρη δεικνύει κοινωνικές συμμαχίες και κοινωνικές ανακατατάξεις.

Ο Άρμιν Λάσετ επιδιώκει την λειτουργία ενός ‘κόμματος-μαγνήτη’ που θα παραγάγει απαντήσεις πάνω σε σύγχρονα διακυβεύματα. Η κεντρώα διαχείριση και κληρονομιά έχει εγγραφεί στη συλλογική και ιστορική μνήμη του κόμματος, και εντέχνως την ενεργοποίησε εκ νέου και προς όφελος του. Την επαύριον της προεδρικής εκλογής Λάσετ ο οποίος θέτοντας υποψηφιότητα για την προεδρία του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, αξιοποίησε την εμπειρία που απέκτησε από την θητεία του στον πρωθυπουργικό θώκο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (και ως προς το κομμάτι της διαχείρισης κρίσεων), ένα σημαντικό ζήτημα καθίσταται το ποιος θα είναι αυτός που θα διεκδικήσει την θέση του υποψήφιου καγκελάριου. Σε αυτή την περίπτωση, με τον Άρμιν Λάσετ να λειτουργεί και ως δυνάμει υποψήφιος καγκελάριος, που κομίζει την κεντρώα πολιτικοϊδεολογικά ατζέντα και ως απότοκο της ιστορικής πορείας του κόμματος, ενέχει ενδιαφέρον θεωρητικά και πολιτικά, το πως θα κινηθούν τυχόν άλλοι υποψήφιοι.



[1] Βλέπε σχετικά, Κουναλάκη Ξένια, ‘Ποιος είναι ο νέος πρόεδρος του CDU Άρμιν Λάσετ,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 16/01/2021, https://www.kathimerini.gr/world/561230803/poios-einai-o-neos-proedros-toy-cdu-armin-laset/ «Ο Άρμιν Λάσετ εξελέγη νέος αρχηγός του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) της Γερμανίας καθώς έπειτα από δύο ψηφοφορίες έλαβε 521 ψήφους, στο πλαίσιο του συνεδρίου το οποίο πραγματοποιείται χθες και σήμερα εξ ολοκλήρου ψηφιακά.

Ο δεύτερος φιναλίστ Φρίντριχ Μερτς έλαβε 466 ψήφους.

Ο Άρμιν Λάσετ είναι ο καθαρότερος εκφραστής της πολιτικής της καγκελαρίου Μέρκελ, προτείνοντας κεντρώα και ρεαλιστική ιδεολογική γραμμή στο CDU».

[2] Αυτές οι πολιτικές διεργασίες για τον σχηματισμό τοπικής κυβέρνησης στο κρατίδιο της Θουριγγίας δεν ενέσκηψαν εν κενώ, αλλά, αντιθέτως, αποτελούν απότοκο των βαθύτερων κοινωνικών και πολιτικών-ιδεολογικών  εξελίξεων που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξελίξεις που δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστη τη δομή του κομματικού-πολιτικού συστήματος. Ένα χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης αποτελεί η διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής απήχησης του κόμματος ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία,’ η οποία και τροφοδοτήθηκε δραστικά τόσο από την εξέλιξη και την διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος στη Γερμανία και στην Ευρώπη, με σημείο τομής χρονικά και πολιτικά το 2015-2016, όσο και από την αναπαραγωγή και διάχυση (spillover) κοινωνιο-πολιτισμικών διαιρετικών τομών εντός της Γερμανικής κοινωνίας, όπως προέκυψαν μετά από την ενοποίηση των δύο Γερμανιών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την μείζονα υστέρηση σε μία σειρά από δείκτες των κρατιδίων που ευρίσκονται εντός των ορίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, εκεί όπου η ενοποίηση (η ενσωμάτωση της πρώην Ανατολικής στην πρώην Δυτική Γερμανία), βιώθηκε ‘βιαίως’ ως κοινωνική, παραγωγική, οικονομική και πολιτισμική ‘απορρόφηση’ και σε ένα δεύτερο επίπεδο ‘αφαίμαξη’ (απουσία αναφορών από τους Ανατολικογερμανούς). Χωρίς να απουσιάζει η διάσταση της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης και η ευρωπαϊκή της διάσταση, με το κόμμα να υιοθετεί μοτίβα ενός έντονου  ευρω-σκεπτικισμού και Γερμανο-κεντρισμού, αναπαριστώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μηχανισμό σπατάλης χρημάτων (ευρώ) των Γερμανών φορολογουμένων (το κόμμα-‘προστάτης’), προς αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα. Οι ζυμώσεις ενέγραψαν τις αντιφάσεις της πολιτικής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος προς την ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία,’ με ένα τμήμα της οργανωμένης βάσης του κόμματος, όσο και των κοινωνικών του συμμαχιών, να τείνει ευήκοον ους σε θέσης της ‘Εναλλακτικής’ και ιδίως σε κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας όπου η δεύτερη έχει αποκτήσει δυναμική που μεταφράζεται σε καλά εκλογικά αποτελέσματα.

[3] Βλέπε σχετικά, Κουναλάκη Ξένια, ‘Ποιος είναι ο νέος πρόεδρος του CDU Άρμιν Λάσετ…ό.π. Ένα στοιχείο σχετικό με   την όλη διαδικασία, είναι ακριβώς το γεγονός της μικρής διαφοράς μεταξύ των δύο υποψηφίων στον δεύτερο εκλογικό γύρο, κάτι που δεικνύει πολιτικά την απήχηση και το εύρος που αποκτούν εντός κόμματος οι θέσεις και η πλατφόρμα με την οποία κατήλθε στις εκλογές ο Φρίντριχ Μερτς, που για δεύτερη φορά κατήλθε με μείζον επίδικο την πολιτική και ιδεολογική ανανέωση της Γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας, ώστε και να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις της εποχής, αλλά και να ανταποκριθεί επαρκώς στον πολιτικό-ιδεολογικό ανταγωνισμό και ως προς το κόμμα ‘Εναλλακτική για την Γερμανία,’ προσφέροντας σε δυνητικούς ψηφοφόρους (και μη), ή αλλιώς, σε κοινωνικές τάξεις και μερίδες τάξεων, ‘αποκούμπι’ και ‘καθαρότητα.’ Η για δεύτερη συνεχόμενη φορά εκλογική αποτυχία του συντηρητικού Φρίντριχ Μερτς, δεν σημαίνει, όπως θα ήθελε μία απλοϊκή αντίληψη, ό,τι οι συγκροτούμενες θέσεις του δεν δύνανται να αποτελέσουν ‘πόλο’ εντός του κόμματος.

[4] Εστιάζοντας περαιτέρω στο Γερμανικό κομματικό-πολιτικό υπόδειγμα που όσον αφορά την διαδικασία εκλογής προέδρου εμμένει στην ανάδειξη της έννοιας του πολιτικού ‘συν-ανήκειν’ (εγγύτητα), θα υπογραμμίσουμε πως κύριο ρόλο διαδραματίζει το συνεδριακό σώμα, που είναι αυτό το οποίο και καλείται να επιλέξει τον επόμενο πρόεδρο του κόμματος, λαμβάνοντας υπόψιν μία σειρά από παράγοντες. Αντίστοιχα, στο εν Ελλάδι υπόδειγμα, και με σημείο αφετηρίας ή τομής, την εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 2004 στη θέση του προέδρου του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), έχει επιλεγεί η διαδικασία εκλογής από την βάση που πλέον έχει ενταχθεί στο καταστατικό πολιτικών φορέων όπως η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής. Με σημείο τομής την εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου η διαδικασία εκλογής προέδρου από τη βάση υιοθετήθηκε και σε μετέπειτα εκλογικές αναμετρήσεις παρόμοιου διακυβεύματος, συμπεριέλαβε την Νέα Δημοκρατία ως έτερο τότε πόλο του εγχώριου δικομματικού μπλοκ εξουσίας. Ως προς την υιοθέτηση της διαδικασίας από τον Γιώργο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, ως έκφραση και ως όρο πολιτικής καινοτομίας και μοντερνισμού (το ΠΑΣΟΚ ως ‘υβρίδιο’ μεταξύ ανοιχτής-μετανεωτερικής κοινωνίας και ιστορίας και πολιτικοϊδεολογικού φορτίου),  δύναται να ειπωθεί πως η διαδικασία ερείδεται πάνω στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κρίσης εμπιστοσύνης και πολιτικής εκπροσώπησης που ήδη είχαν αρχίσει να διαφαίνονται, σχετικά με το ΠΑΣΟΚ (κυβερνητική-εκσυγχρονιστική ‘κόπωση’), με το Νεοδημοκρατικό αίτημα περί επανίδρυσης του κράτος που έφερε συνδηλώσεις μίας δραστικής και φορτισμένης ‘απο-πασοκοποίησης,’ (το ΠΑΣΟΚ ως «σύστημα εξουσίας», όπως γράφει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος),  να κερδίζει έδαφος. Αργότερα, και με την υιοθέτηση της διαδικασίας και από την Νέα Δημοκρατία, η εκλογή προέδρου από τη βάση περιβλήθηκε τον μανδύα και της αντιμετώπισης της εντεινόμενης κρίσης κομματικής-πολιτικής εκπροσώπησης, όπως επίσης και τον μανδύα της διεύρυνσης και συνακόλουθα, του ανοίγματος των κομμάτων σε εξατομικευμένα υποκείμενα (ατομικές εγκλήσεις), υπό το πρίσμα της εκ νέου εμβάπτισης, σύστασης και κοινωνικής νομιμοποίησης του κόμματος. Το συνεδριακό σώμα (ας θυμηθούμε την επικράτηση του Κώστα Σημίτη επί του Άκη Τσοχατζόπουλου για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ στα 1996), δεν παύει να υφίσταται ως σώμα μελών, αποκτώντας λειτουργίες εσω-κομματικού διαλόγου, διαμόρφωσης πολιτικοϊδεολογικών θέσεων και στρατηγικής και νομιμοποίησης αυτής της στρατηγικής. Τα κόμματα της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ/ΚΚΕ), διατήρησαν τον συμβατικό έως παραδοσιακό τρόπο εκλογής ηγεσίας και απεύθυνσης αυτής της ηγεσίας στο εκλεκτορικό σώμα και στην οργανωμένη βάση των κομμάτων. Για μία κριτική προσέγγιση των πολιτικών που εισήγαγε ο Γιώργος Παπανδρέου ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, προτού αναλάβει καθήκοντα πρωθυπουργού το 2009, βλέπε σχετικά, Πανταζόπουλος Ανδρέας, ‘Το ΠΑΣΟΚ σε μακρόσυρτη μετάβαση,’ στο: Βερναρδάκης Χριστόφορος, (επιμ.), ‘Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2007. Βουλευτικές εκλογές, κομματικό σύστημα, πολιτική κουλτούρα, Αριστερά-Δεξιά σήμερα,’ Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2008, σελ. 203-216.

[5] Στην αντίστοιχη εσω-κομματική διαδικασία που διεξήγαγε το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD), τον Δεκέμβριο του 2019, προ πανδημικής κρίσης, το δίδυμο Βάλτερ Μπόργιανς και Σάσκια Έσκεν, οι οποίοι και κατήγαγαν μία σημαντική εκλογική και πολιτική νίκη, με τον μεν Μπόργιανς να λαμβάνει το υψηλότατο 89,2% και την δε Σάσκια Έσκεν, το επίσης υψηλό, 75,9% των ψήφων. Όσον αφορά τον αρθρωμένο πολιτικοϊδεολογικό λόγο του κόμματος, αυτός καθίσταται χαρακτηριστικός, στο βαθμό που επιδιώκει να αποκτήσει αιχμές και δια-κοινωνικές απευθύνσεις, προτάσσοντας την μορφή του  «λαϊκού κόμματος». «Στις ομιλίες τους και ο Ν. Βάλτερ-Μπόργιανς όσο και η Σ. Έσκεν επιδίωξαν να ενώσουν ένα διαιρεμένο και εκλογικά συρρικνωμένο κόμμα, μέσω του προσδιορισμού της πολιτικής του φυσιογνωμίας. Το SPD είναι ένα «αριστερό λαϊκό κόμμα» τόνισε ο κ. Βάλτερ-Μπόργιανς, επαναφέροντας στο προσκήνιο έναν παλαιότερο χαρακτηρισμό. Είναι το κόμμα της ειρήνης, των ίσων ευκαιριών για όλους και του κοινωνικού κράτους». Αυτού του τύπου η ρητορική, παραπέμπει στην ιστορική ‘μήτρα’ του σύγχρονου, μεταπολεμικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που είναι το Συνέδριο του Bad Godesberg (1959), εκεί όπου αποφασίσθηκε πλειοψηφικά η εγκατάλειψη των ιστορικών, μαρξικών αρχών του κόμματος, και ο μετασχηματισμός του σε ένα αριστερό κόμμα που θα διεκδικεί με καλούς όρους την λαϊκή πλειοψηφία, καθιστάμενο κόμμα κυβερνητικό ή αλλιώς, κόμμα κυβερνητικών ευθυνών. Ο χαρακτηριστικός «αριστερό, λαϊκό κόμμα», δύναται  να εμπλέξει με διαφορετικούς όρους, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως αριστερό κόμμα στον εντεινόμενο πολιτικό-ιδεολογικό ανταγωνισμό με το κόμμα των Πρασίνων κύρια, αλλά και με το κόμμα ‘Η Αριστερά,’ λειτουργώντας ως έναυσμα για την εκ νέου προσέγγιση κοινωνικών τάξεων- στρωμάτων (εργατική τάξη)  που άλλοτε εξέφραζαν την υποστήριξη τους προς το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, έχοντας πλέον μοιραστεί εκλογικά. Η προσέγγιση αυτή, δεν απαρνείται, ρητά ή μη τον Σοσιαλδημοκρατικό ‘κυβερνητισμό’ (ας μην ξεχνάμε ό,τι το SPD συγκυβερνά αρκετά χρόνια με το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα), όσο επιθυμεί να στρέψει το κόμμα προς τις ιστορικές του, πολιτικές αναφορές, λειτουργώντας ως βάση για την εκ νέου σημαντική του γείωση στο μπλοκ των λαϊκών τάξεων, αλλά και ως βάση για την διεύρυνση της επιρροής του σε μερίδες της μικροαστικής τάξης και δη της νέας μικροαστικής τάξης (με όρους περισσότερο οικο-πολιτικής), με σημαντικό ανταγωνιστή εδώ το κόμμα των Πρασίνων που έχει κατοχυρώσει την παρουσία του εντός κομματικού-πολιτικού συστήματος. Όσον αφορά το συνέδριο του Bad Godesberg, ο Σεραφείμ Σεφεριάδης, επισημαίνει: «Σημείο σταθμός στη νέα πορεία αποτέλεσε το Συνέδριο του SPD στο Bad Godesberg (1959), που απάλειψε όλες τις κριτικές αναφορές στο καπιταλισμό και στην ταξική κοινωνία, τονίζοντας, αντίθετα, την εγγενή αξία του δυτικογερμανικού πλουραλιστικού συστήματος και της οικονομίας της αγοράς». Βλέπε σχετικά, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές στον 20ο αιώνα. Σκέψεις για μια πολιτική κοινωνιολογία,’ στο: Κατσούλης Ηλίας, (επιμ.), ‘Νέα Σοσιαλδημοκρατία. Περιεχόμενα πολιτικής, Θεσμοί, Οργανωτικές δομές,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2002, σελ. 97.

[6] Πιάνοντας το νήμα από την υποσημείωση νούμερο ‘5,’ θα σημειώσουμε πως το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αναμετράται εν τοις πράγμασι με την μείωση της κοινωνικής τους επιρροής, ιδίως στο μπλοκ των λαϊκών τάξεων, επιθυμώντας να αντιστρέψει τους όρους, να συμμετάσχει ενεργά σε μία ευρωπαϊκή συζήτηση για το παρόν της Σοσιαλδημοκρατίας, από την στιγμή όπου το φαινόμενο της Σοσιαλδημοκρατικής μείωσης-συρρίκνωσης επιρροής δεν είναι μόνο Γερμανικό. Το ‘φάντασμα’ της ‘Πασοκοποίησης,’ και ως προς την μείωση της απήχησης των ιδεών ενός πολιτικού κόμματος όπως το ΠΑΣΟΚ, και ως προς την μείωση της κοινωνικής-εκλογικής δύναμης, διαπερνά την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.

[7] Βλέπε και, Παππάς Γιώργος, ‘ο γιος του μεταλλωρύχου «κληρονόμος» της Μέρκελ,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 18/01/2021, σελ. 10-11. «Η λέξη-κλειδί για τον 59χρονο γιο μεταλλωρύχου πρωθυπουργό της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας είναι «εμπιστοσύνη». Στην ομιλία του τόνισε επανειλημμένα πόσο αναγκαία είναι η «εμπιστοσύνη» σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο».

[8] Η κομματική όσο και πολιτική ανανέωση της εμπιστοσύνης στην κεντρώο προσανατολισμό του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, δεν σημαίνει πως ο Άρμιν Λάσετ, με φόντο την θέση του κόμματος του εντός κομματικού-πολιτικού συστήματος, δεν θα διαφοροποιηθεί όσο απαιτείται από ασκούμενες πολιτικές της κυβέρνησης Μέρκελ, επιζητώντας είτε βελτιώσεις είτε και αλλαγές κατεύθυνσης. Στο βαθμό που, η εκλογή του πρωθυπουργού του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στον προεδρικό θώκο του προσφέρει την δυνατότητα να αποκτήσει παγγερμανικό πολιτικό προφίλ, ήτοι προφίλ ‘υποψήφιου καγκελάριου.’ Η εκλογή του δύναται να λειτουργήσει και ως βάση για το σταδιακό ‘χτίσιμο’ πολιτικού ‘κεφαλαίου,’ με τον ίδιο να υιοθετεί status μετριοπάθειας, του πολιτικού που δεν έρχεται να ‘γκρεμίσει’ (να τη η Μερκελική ‘κληρονομιά’), αλλά να συνθέσει και να βελτιώσει.

[9] Βλέπε σχετικά, ‘Ο Άρμιν Λάσετ, έμπιστος της Μέρκελ, εξελέγη στην ηγεσία του CDU,’ Ενημερωτική-Ειδησεογραφική ιστοσελίδα ‘newsbreak.gr,’ 16/01/2021, https://www.newsbreak.gr/kosmos/161431/armin-laset-empistos-merkel-diadochos-igesia/ «Ο Λάσετ λέει ότι υποστηρίζει «μια ισότιμη προσέγγιση αποφεύγοντας τα άκρα», μια πολιτική στάση που «στρέφεται προς τους ανθρώπους και δεν τους γυρίζει την πλάτη». Επιμένει στην κοινωνική συνοχή και στην κοινωνική οικονομία της αγοράς». Παρατηρούμε πως ο Λάσετ προσδίδει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο και βάθος στην έννοια του ‘κέντρου’ (ιδεολογική ‘διαπάλη’), αποδίδοντας έμφαση σε ό,τι προσέδωσε ιστορικά μεταπολεμικά αλλά και μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, επιρροή και αναπαραγωγική ικανότητα εντός μερίδων του μπλοκ των λαϊκών τάξεων: Ήγουν, έμφαση στην «κοινωνική οικονομία της αγοράς», σε ό,τι το προπολεμικό SPD όριζε ως «οικονομική δημοκρατία» (Wirtschaftsdemokratie). Έννοια που ενέχει διαστάσεις προσφοράς ευκαιριών και εξισορρόπησης. Βλέπε και, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές στον 20ο αιώνα. Σκέψεις για μια πολιτική κοινωνιολογία…ό.π., σελ. 94. Στην έγκληση περί «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», διακρίνουμε ένα πρώτο άνοιγμα προς Σοσιαλδημοκράτες αλλά και Πράσινους.

[10] Βλέπε σχετικά, Taguieff Andre-Pierre, ‘Ο εξτρεμισμός και τα είδωλα του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία,’ Πρόλογος-Μετάφραση-Επιμέλεια: Πανταζόπουλος Ανδρέας, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 63. Η σύντομη θητεία της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ στην ηγεσία της CDU, δεν προσέδωσε κάποια ιδιαίτερη και επιπλέον δυναμική στο κόμμα, χωρίς όμως και η αντικατάσταση της να λάβει τις διαστάσεις μίας ‘φυσικής αναγκαιότητας.’

[11] Η συζήτηση περί κέντρου (και του θεωρούμενου, Καραμανλικά, ως  ‘μεσαίου χώρου’) είναι έντονη και στην εγχώρια δημόσια σφαίρα. Για τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας (συγγενές ιδεολογικά, κόμμα της Γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας), η εννοιολόγηση του κέντρου αποκτά συν-δηλώσεις κυβερνητικής αποτελεσματικότητας και «σκληρής δουλειάς», με τον ίδιο έτσι, να προσδιορίζει το κέντρο με άμεσους όρους κυβερνητικής διαχείρισης, ορθής κυβερνητικής διαχείρισης που ανοίγεται σε ό,τι δύναται να αποκαλέσουμε ως ‘μεταρρυθμισμό.’ Στην θεώρηση του δεν ενυπάρχει έμφαση σε κοινωνικές-ταξικές απευθύνσεις, και σε έναν ‘φορτισμένο’ πολιτικοϊδεολογικό λόγο, κάτι που κατά μία άποψη δεν αποφεύγει ο Άρμιν Λάσετ, κάνοντας λόγο για την «αποφυγή των άκρων», εντάσσοντας αυτή την αφήγηση σε ένα ευρύτερο εγχείρημα αντιμετώπισης της πολιτικοϊδεολογικής πλατφόρμας Μερτς που θέλει το κόμμα να λειτουργεί ακόμη και ως Γκραμσιανός ‘συλλογικός διανοούμενος.’ Θεωρώντας την Νέα Δημοκρατία ως κεντρώο κόμμα, η αντίληψη του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν αφίσταται εκείνης της παραδοχής των βαθύτερων έως βαθυ-δομικών κομματικών, κοινωνικών και πολιτικών απο-στοιχίσεων που έχουν συντελεσθεί, από κοινού με την (εσφαλμένη) προσέγγιση περί απώλειας της διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς, και με  άνοδο ενός ρεαλισμού ‘πρώτης’ και όχι ‘ύστατης’ ανάγκης, παραγνωρίζοντας απλοϊκά όμως, ό,τι το κέντρο δεν δύναται να αποτελέσει απλά και μόνο άθροισμα κυβερνητικών πολιτικών και απο-φορτισμένη από πολιτικοϊδεολογικές σημάνσεις έννοια, δια-κρατώντας συγκεκριμένο περιεχόμενο. Περιεχόμενο που δεν είναι μόνο χωρο-ταξικό, όπως δηλοί η αναφορά ό,τι η Νέα Δημοκρατία έχει καταλάβει το «πολιτικό κέντρο ή μέσο (χώρος/μέγεθος ) της πολιτικής ζωής». Το κέντρο διεκδικείται με διάφορους τρόπους. Βλέπε σχετικά, Οικονόμου Νίκος, Πολιτικό Κέντρο η Νέα Δημοκρατία,’ Εφημερίδα ‘Μακεδονία,’ 17/01/2021, https://www.makthes.gr/politiko-kentro-i-nea-dimokratia-347966

[12] Ενδεικτικό στοιχείο της ικανότητας της καγκελαρίου Μέρκελ (βλέπε και την συναίνεση της για την πραγματοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων), να αντλεί από διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές κοιτίδες, είναι η σημαίνουσα κυβερνητική στροφή που επεχείρησε το 2011, παρακινούμενο από τον σεισμό και το τσουνάμι που έπληξαν την Ιαπωνία και είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή βασικών υποδομών ενέργειας και τον κίνδυνο διαρροής ραδιενέργειας από πυρηνικές εγκαταστάσεις στη Φουκουσίμα. Αποφασίζοντας το κλείσιμο των πυρηνικών εργοστασίων στη χώρα, ουσιαστικά δηλαδή την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας που συνδέθηκε με την μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Δυτικής Γερμανίας, η καγκελάριος Μέρκελ ενέγραψε στο πολιτικό της οπλοστάσιο και στην πολιτική, προγραμματική της σκευή οικο-λογικά και φιλο-περιβαλλοντικά στοιχεία, ενσωματώνοντας θέσεις που παραδοσιακά συνδέονταν με το κόμμα των Πρασίνων, συρρίκνωσε τον ‘ζωτικό χώρο’ των Σοσιαλδημοκρατών και των Φιλελεύθερων επιδεικνύοντας ευελιξία, προσαρμοστικότητα και μεταρρυθμιστική τόλμη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για το άνοιγμα του κόμματος σε μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης, σε αστικά στρώματα που διακατέχονται από ό,τι η Βασιλική Γεωργιάδου αποκαλεί «μεταϋλιστικά ζητήματα». Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Ένα (σχεδόν) τέλος και μια αρχή,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 16/01/2021, σελ. 10. Αυτό που θα αποκαλέσουμε ως ‘άξονας Μέρκελ,’ είναι η δυνατότητα μίας ουσιώδης μετάπλασης του κόμματος με βάση τα προτάγματα της συγκυρίας, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως αυτή η μετάπλαση δεν έχει πολιτικά ή και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Επί Μέρκελ, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ως κυβερνητικό κόμμα, εν καιρώ κρίσης νομιμοποίησης και πολιτικής εκπροσώπησης, αποτέλεσε (με αντιφάσεις-αντινομίες) ένα από τα πρώτα ‘ανοιχτά’ κόμματα.

[13] Σε αυτό το λεπτό σημείο της ανάλυσης, θα προβούμε σε μία αναφορά που δύναται να μας δώσει πληρέστερα την όλη εικόνα. Επιδιώκοντας, και με προκείμενες ‘αξιών,’ Γερμανικών, ευρωπαϊκών, πολιτικών-πολιτισμικών, να πλαγιοκοπήσει την ‘Εναλλακτική για την Γερμανία,’ φράσσοντας την δίοδο όσον αφορά την διεκδίκηση από την ίδια τμήματος της κοινωνικής-εκλογικής βάσης της Χριστιανοδημοκρατίας, και διεκδικώντας τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων με όρους ‘θετικής ατζέντας,’ ο Λάσετ προχώρησε σε μία κίνηση-κλειδί για την κατανόηση των εξελίξεων, συμμαχώντας με τον Ομοσπονδιακό και συντηρητικό υπουργό Υγείας, Γενς Σπαν, ώστε να λάβει περιεχόμενο και να ‘ενσαρκωθεί’ καταστατικά και πολιτική, όχι μόνο η έννοια του κέντρου αλλά η έννοια της κεντροδεξιάς που ως κύριο εκπρόσωπο έχει στην Γερμανία το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα. Με αυτή την συμμαχία, επιχειρείται να δοθεί η ‘δια-πάλη’ ενάντια στην ‘Εναλλακτική για την Γερμανία,’ με τις θέσεις Λάσετ να είναι χαρακτηριστικές: «Η βαθιά θρησκευτική του πίστη τον έπεισε να αντιταχθεί στο –νόμιμο πλέον– γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων. Έχει επίσης προτείνει την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας για τα κορίτσια κάτω των 14 ετών. Παρά τις συντηρητικές του θέσεις σε ό,τι αφορά τον γάμο των ομοφυλοφίλων, ο Λάσετ έχει εξασφαλίσει τη στήριξη του ανοικτά ομοφυλόφιλου και παντρεμένου με άνδρα, υπουργού Υγείας, Γενς Σπαν». Σε μία μικρή παράγραφο, έχουμε το εγχείρημα Λάσετ που κινείται μεταξύ υπολογισμένης ανοιχτότητας (Μερκελική κατεύθυνση/ συμμαχία με τον ομοφυλόφιλο Σπαν), και ενός «επαγγελόμενου πολιτισμικού συντηρητισμού», κατά την έκφραση του Taguieff, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο ίδιος φαίνεται να δίδει προτεραιότητα στην ‘μάχη των ιδεών’ και των ‘αξιών,’ με διακύβευμα κοινωνικής πλειοψηφίας και πολιτικής κυριαρχίας. Βλέπε σχετικά, Κουναλάκη Ξένια, ‘Ποιος είναι ο νέος πρόεδρος του CDU Άρμιν Λάσετ…ό.π. Και, Taguieff Andre-Pierre, ‘Ο εξτρεμισμός και τα είδωλα του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία…..ό.π., σελ. 73.

[14] Βλέπε σχετικά, Γρομπανόπουλος Τρύφων, ‘Η (επ) άνοδος του νεοφασισμού στην Ευρώπη; Διαχρονικές διαστάσεις του ακροδεξιού φαινομένου. Έννοια, ερμηνείες και αιτίες ανάδειξης,’ στο: Βαμβακίδου Ιφιγένεια, Καλεράντε Ευαγγελία & Σολάκη Ανδρομάχη, (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος,’ Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα, 2016, σελ. 104. Για τον δεξιό εξτρεμισμό στην επανενωμένη Γερμανία, βλέπε σχετικά, Backer S., ‘Ο δεξιός εξτρεμισμός στην ενωμένη Γερμανία,’ στο: Hainsworth P., (επιμ.), ‘H Aκροδεξιά: Ιδεολογία, Πολιτική, Κόμματα,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2004, σελ. 188-238. Επίσης, βλέπε Givens T.E., ‘Voting radical right in Western Europe,’ New York, Cambridge University Press, 2005.

[15] Για την ευόδωση αυτής της στρατηγικής, καθίσταται απαραίτητο το άνοιγμα προς την κοινωνική συμμαχία που έχει συγκροτήσει το κόμμα των Φιλελεύθερων. Σημαντικό στοιχείο ως προς αυτό, είναι και η προώθηση φιλο-ευρωπαϊκών θέσεων που θα προσφέρουν σε υποστηρικτές του κόμματος των Φιλελεύθερων, άλλοτε προνομιακού κυβερνητικού εταίρου που έχει επισκιασθεί από την άνοδο των Πρασίνων, το πλέγμα της ‘ευρωπαϊκής Γερμανίας’ και όχι της ‘Γερμανικής Ευρώπης.’

[16] Ο Φρίντριχ Μερτς προσομοίαζε προς την επανεπινόηση της πολιτικής με γνώμονα την «έννοια της δύναμης», κατά την ανάλυση του Μιχάλη Σπουρδαλάκη. Βλέπε σχετικά, Σπουρδαλάκης Μιχάλης, ‘Απέτυχε η πολιτική life style,’ Εφημερίδα ‘Ελευθεροτυπία,’ 22/09/2007.  Ο Μερτς επεδίωκε και επιδιώκει ένα κόμμα με κεντρομόλο δυναμική, αποφασιστικό και διαρκώς ‘έτοιμο.’

[17] Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Ένα (σχεδόν) τέλος και μια αρχή…ό.π., σελ. 10. Στην ανάλυση της Βασιλικής Γεωργιάδου, η «εκλογή στην ηγεσία του CDU του Φρίντριχ Μερτς αφενός θα έβαζε φρένο στη διείσδυση του κόμματος σε ψηφοφόρους με μετριοπαθή προσανατολισμό και αφετέρου θα δικαίωνε τις θέσεις του AFD κατά της μετανάστευσης, ενώ με τις οπισθοδρομικές τοποθετήσεις Μερτς σε μεταϋλιστικά ζητήματα θα άφηνε περισσότερο χώρο που θα ήταν εκλογικά διεκδικήσιμος από τους ριζοσπάστες δεξιούς λαϊκιστές».

[18] Μία από τις πλέον εμβριθείς μελέτες για τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσης εμπιστοσύνης προς τα πολιτικά κόμματα, της σύστοιχης κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης και για την μείωση της ικανοποίησης προς ό,τι εκφράζει ένα mainstream πολιτικό κόμμα, καταθέτει ο Ηλίας Κατσούλης, προσθέτοντας πως «η στέρηση (σ.σ: του απαραίτητου «όγκου των πληροφοριών) αυτή μειώνει ακόμη περισσότερο τις πηδαλιουχικές του ικανότητες (του πολιτικού συστήματος), το εμποδίζει δηλαδή να παράγει πολιτική (να λαμβάνει αποφάσεις) , γεγονός που του στερεί την κυβερνητική του ικανότητα». Βλέπε σχετικά, Κατσούλης Ηλίας, ‘Η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και το «παράδοξο της ανάπτυξης»,’ στο: Κατσούλης Ηλίας, (επιμ.), ‘Νέα Σοσιαλδημοκρατία. Περιεχόμενα πολιτικής, Θεσμοί, Οργανωτικές δομές…ό.π., σελ. 54.

[19] Βλέπε σχετικά την κλασική μελέτη εκλογικής κοινωνιολογίας, Lazarfield Paul, Berelson Bernard & Gaudet Hazel, ‘The people’s choice. How the voter makes up his mind in a presidential campaign,’ New York, 1944. Και, Wildenmann Rudolf, ‘Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών,’ Πρόλογος-Μετάφραση-Σχόλια: Γεωργιάδου Βασιλική, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1992, όπου και μία ανάλυση των χαρακτηριστικών και της δομής του εκλογικού συστήματος την πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Δυτικής Γερμανίας.

[20] Βλέπε σχετικά, Wildenmann Rudolf, ‘Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών…ό.π. Αυτή η στρατηγική διεκδίκησης ψηφοφόρων που φαίνεται να αμφιταλαντεύονται μεταξύ δύο κομμάτων, δύναται να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει και άλλα πολιτικά κόμματα (Πράσινοι).  Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε το πως θα αντιμετωπισθεί το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ιδίως από την στιγμή όπου τα δύο κόμματα συνέκλιναν την τελευταία δεκαετία, πάνω σε μία γραμμή κυβερνητικού ρεαλισμού που εστιάζει σε συγκεκριμένα ζητήματα,  καθώς και σε μία γραμμή  πραγματοποίησης κύρια ‘σταθερών βημάτων.’

[21] Αναγνωρίζοντας την  «αποφυγή των άκρων» ως πολιτικό στόχο που δίδει στόχευση και ‘βάθος,’ ο Λάσετ αναγνωρίζει την πολιτική συσσωμάτωση ως καθαυτό δημοκρατική και αντι-δημαγωγική και αντι-υποσχεσιοκρατική, σημαίνοντας την ταυτόχρονα ως συσσωμάτωση που συμμετέχει στη διαμόρφωση δικλείδων ασφαλείας με θέα τον (ακρο) δεξιό ριζοσπαστισμό.

[22] Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά και διεθνή θέματα, ο Λάσετ δεν αποκλίνει από την αντίληψη που διαπερνά σημαντικό τμήμα της Γερμανικής πολιτικής ελίτ (βλέπε και τον λόγο επ’ αυτού της Κραμπ-Καρενμπάουερ), και συνδέεται με το πρόσημο της στρατηγικής συνεργασίας Ηνωμένων Πολιτειών-Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ (διατλαντικό μπλοκ), με όρους κοινών  αξιών και ασφάλειας. Επίσης, θεωρεί την Γαλλο-γερμανική συνεργασία ως την πλέον προωθητική δύναμη για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Μενού