Τουρκία, Βόρειο Ιράκ και Κούρδοι

Το Ιράκ δεν υπήρξε ο 'επιτήδειος τρίτος,' αλλά, αντιθέτως, υπήρξε πεδίο εκδήλωσης της Τουρκικής περιφερειακής γεω-πολιτικής, θέτοντας στο επίκεντρο το πλαίσιο της αντιμετώπισης-αποτροπής.

Τουρκία Ιρακ Κουρδιστάν

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

«Είναι πια καιρός, Ω Πύργοι να εγκαταλείψετε το μαυρισμένο σώμα σ’ αυτήν τη γη των στεναγμών. Αρκετούς νεκρούς δεν έχετε ξεθάψει έτσι όπως συνεχίζετε να σέρνετε πίσω σας τις συνωμοσίες και τα σάπια πρωινά σας;» (Άμαλ Αλ Τζουμπούρι, ‘Στους σκληρούς και τους τυράννους αυτού του κόσμου’).

Σε άρθρο που δημοσιεύεται στην εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ διαβάζουμε πως η Τουρκία αποφάσισε να σταματήσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις εναντίον Κουρδικών δυνάμεων στο Βόρειο Ιράκ, μετά από τον εντοπισμό 13 Τούρκων νεκρών σε σπηλιά της περιοχής [1].

Η συγκεκριμένη επιχείρηση αποτέλεσε τμήμα της ευρύτερης στρατιωτικής επιχείρησης [2] που πραγματοποίησε η Τουρκία στο Ιράκ και σε περιοχές του Βορείου Ιράκ το περασμένο καλοκαίρι, με το Κουρδικό στοιχείο [3] σε αυτές τις περιοχές να είναι έντονο.

Εάν διευρύνουμε κατά τι την περιφερειακή εικόνα, εντός της οποίας ευρίσκεται ως ουσιώδες κομμάτι της η Τουρκία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [4], τότε θα αναφέρουμε πως η στρατιωτική επιχείρηση-εισβολή [5] σε περιοχές του Βόρειου Ιράκ, άπτεται της όλης περιφερειακής στρατηγικής της Τουρκίας, για την οποία το Ιράκ έχει λάβει αναβαθμισμένη θέση τα τελευταία χρόνια.
Ίσως δεν επέχει θέση Συρίας [6] στην εκ-διπλούμενη στρατηγική της γειτονικής χώρας (στη Συρία η Τουρκία ‘έχτισε’ συμμαχίες, και αναδιαμόρφωσε άλλες), χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πως δεν έχει αναβαθμισθεί ως Μεσανατολικό υπο-σύνολο της Τουρκικής περιφερειακής στρατηγικής [7], όπου μάλιστα παρατηρείται το εξής ‘παράδοξο’:

Ενώ για αρκετά χρόνια μετά την Αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράκ [8] που έλαβε χώρα το 2003, η κοινωνική, πολιτική και δια-κοινοτική αστάθεια υπήρξε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της όλης κατάστασης (η «αστάθεια εκχύλιζε» [9] για να παραφράσουμε ελαφρά τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη), διευρύνοντας και τα περιθώρια μίας άμεσης περιφερειακής παρέμβασης και παρουσίας, κάτι που αξιοποίησε η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, για πρώτη φορά με την πολεμική σύγκρουση των δύο χωρών την δεκαετία του 1980 (1980-1988 [10]), η Τουρκία κινήθηκε περισσότερο υπομονετικά, αφήνοντας τα πράγματα να εξελιχθούν [11].

Αξιολογώντας παράλληλα τις κινήσεις των βασικών δρώντων στην χώρα και τις πρώτες πολιτικές αποκρυσταλλώσεις που επήλθαν, μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσέϊν και τις δεύτερες σκέψεις των ΗΠΑ σχετικά με την διαχείριση και οργάνωση της παρουσίας του στη χώρα. Είναι δε ενδεικτικό, ό,τι το ίδιο έπραξε και στην μετα-Κανταφική Λιβύη, επιλέγοντας και εκεί ένα ‘παίγνιο’ υπομονής, μετά την στρατιωτική επέμβαση του 2011 που ώθησε προς την κατεύθυνση πτώσης από την εξουσία του Μουάμαρ Καντάφι [12]. Σε Ιράκ και Λιβύη, η Τουρκική περιφερειακή παρέμβαση, υπήρξε μεταγενέστερη της αρχικής, εξωτερικής, στρατιωτικής εισβολής.

Στο Ιράκ τώρα, η Τουρκία είχε κατά νου τις κινήσεις των Κούρδων στην περιοχή του Βόρειου Ιράκ, και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, το ποια χαρακτηριστικά θα προτάξουν για να ισχυροποιήσουν την θέση τους στο μετα-Σανταμικό Ιράκ.

Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής που υιοθετήθηκε ήταν το γεγονός ό,τι η Τουρκία επιχείρησε να παρέμβει στρατιωτικά στο Ιράκ, περισσότερο οργανωμένα, και με συμβατικούς όρους (αποστολή στρατευμάτων), μετά την αντίστοιχη παρέμβαση στην Συρία, όταν και έτεινε προς την διαπίστωση προς η Κουρδική επιρροή στο τρίγωνο Συρίας [13]-Ιράκ-Τουρκίας, δύναται να αυξηθεί με ‘επικίνδυνες,’ για την ίδια προεκτάσεις.

Σε αυτό το σημείο, η Συρία και το Ιράκ κατέστησαν ‘κοινός γεωγραφικός χώρος,’ το ‘μαλακό υπογάστριο’ της Τουρκίας, εντός του οποίου, οι κινήσεις των Κουρδικών πολιτοφυλακών και του περιώνυμου ‘PKK,’ μπορούσαν να επηρεάσουν την πολυπληθή Κουρδική κοινότητα που διαβεί εντός Τουρκίας, με δυνάμει αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα.

Έτσι, αφενός μεν, αντιλαμβανόμενη αυτό που η ίδια προσδιορίζει ως ‘στρατηγικό κίνδυνο’ για την εδαφική της ακεραιότητα και την υπόσταση της (βλέπε Κουρδική παρουσία), και, αφετέρου δε τις καλές σχέσεις που έχει συνάψει και με την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ αλλά και με την αυτόνομη κυβέρνηση του Βόρειου Ιράκ, συμμαχία που εδράζεται ή αλλιώς, συγκροτείται πάνω σε αντι-Κουρδικό (με διαφορετικά κίνητρα), πρόσημο [14], η Τουρκία ανέπτυξε στρατιωτικές δυνάμεις στο Βόρειο Ιράκ, με στόχο και το να παύσει το Βόρειο Ιράκ να λειτουργεί ως ‘ορμητήριο’ επιθέσεων και κινήσεων των μαχητών του ‘PKK,’ προς την Τουρκία, αλλά και να συρρικνωθούν έως αποκλεισθούν κεντρικά σημεία επαφής μεταξύ των Κούρδων της Συρίας, του Ιράκ και της Τουρκίας [15].

Εάν ο εμπρόθετα βραχυπρόθεσμος στόχος της ασκούμενης Τουρκικής γεω-πολιτικής υπήρξε το να σταματήσει το Βόρειο Ιράκ να λειτουργεί ως ‘ορμητήριο’ επιθέσεων, κάτι που ώθησε την Τουρκία να εφαρμόσει τακτικές ‘εκκαθάρισης’ περιοχών, τότε, η συρρίκνωση και η στόχευση του αποκλεισμού των σημείων επαφής του Κουρδικού στοιχείου που είναι συγκεντρωμένο στα σύνορα της και κοντά στην συνοριακή της γραμμή, αποτελεί το μεσο-μακροπρόθεσμο πρόταγμα.

Εκεί όπου ερχόμαστε εκ νέου ενώπιον αυτού που σημειώσαμε στην αρχή της ανάλυσης. Δηλαδή του ό,τι η στρατιωτική επιχείρηση ή αλλιώς, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Βόρειο Ιράκ, από πλευράς Τουρκίας, συνιστούν κομμάτι της ασκούμενης περιφερειακής στρατηγικής της χώρας, που διεκδικώντας status περιφερειακής δύναμης και μετεξελισσόμενη σε περιφερειακή δύναμη, μετήλθε επιθετικών μέσων, εκεί όπου επανήλθε στην επιφάνεια, ή στο διεθνο-πολιτικό και περιφερειακό γίγνεσθαι, ένα διττό Τουρκικό [16] σύνδρομο: «Το σύνδρομο της περικύκλωσης» (encirclement) και παράλληλα, το «σύνδρομο της διάλυσης» [17] (dismemberment), για να παραπέμψουμε και πάλι στον Παναγιώτη Ιωακειμίδη, ‘ενσαρκωμένα’ στη μορφή του Κούρδου μαχητή, και των ανομολόγητων και μη, επιδιώξεων των Κούρδων [18] για την σύσταση Κουρδικού κράτους που προϋποτίθεται πάνω στον ΄διαμελισμό’ της Τουρκίας.

Και αξίζει να σημειωθεί ό,τι τα δύο σύνδρομα επενέργησαν την ίδια περίοδο [19], οδηγώντας την Τουρκία σε μία εν τοις πράγμασι άσκηση περιφερειακής πολιτικής που εξελίχθηκε πάνω στο πρόσημο του ‘εχθρού,’ και δη του Κούρδου ‘εχθρού.’ και δη του Κούρδου ‘εχθρού.’

Το Ιράκ δεν υπήρξε ο ‘επιτήδειος τρίτος,’ αλλά, αντιθέτως, υπήρξε πεδίο εκδήλωσης της Τουρκικής περιφερειακής γεω-πολιτικής, θέτοντας στο επίκεντρο το πλαίσιο της αντιμετώπισης-αποτροπής. «Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλούσι Ακάρ ανακοίνωσε την ολοκλήρωση στρατιωτικής επιχείρησης στην περιοχή Γκάρα του βόρειου Ιράκ. Η επιχείρηση τερματίστηκε μετά τo θάνατο 13 Τούρκων στρατιωτών, αστυνομικών και αξιωματικών των μυστικών υπηρεσιών στην περιοχή. Ωστόσο, τόσο ο Ακάρ όσο και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου επιχείρησαν να εμφανίσουν την απόφαση ως επιβεβλημένη λόγω της “επιτυχούς ολοκλήρωσης” των στόχων» [20].

Η απόφαση για την παύση των επιχειρήσεων κατά των Κούρδων [21] στο Βόρειο Ιράκ, δεν είναι βεβιασμένη και άτσαλη, αλλά στηρίζεται πάνω σε εκτιμήσεις για το τι πέτυχε, προχωρώντας στο επόμενο βήμα: Τι δύναται να σημάνει η απώλεια 13 Τούρκων πολιτών.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Τουρκία : Σταματά άμεσα τις επιχειρήσεις κατά Κούρδων στο Ιράκ μετά τo θάνατο 13 στρατιωτικών,’ Ηλεκτρονική εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ 15/05/2021, https://www.tovima.gr/2021/02/15/world/tourkia-stamata-amesa-tis-epixeiriseis-kata-kourdon-sto-irak-meta-to-thanato-13-stratiotikon/ «Περισσότεροι από 50 στόχοι καταστράφηκαν σε εναέρια επιχείρηση”, δήλωσε ο Ακάρ στους δημοσιογράφους. “Οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε μια σπηλιά που θέσαμε υπό έλεγχο μετά από σφοδρές συγκρούσεις αποκάλυψαν τα πτώματα 13 πολιτών μας που είχαν απαχθεί».

[2] Η στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας στο Βόρειο Ιράκ με την κωδική ονομασία ‘Νύχια της Τίγρης,’ έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2020, λίγους μήνες μετά την αντίστοιχη στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας στη Συρία, για την δημιουργία μίας ‘ζώνης ασφαλείας’ κατά μήκος των Τουρκο-συριακών συνόρων. Η επιχείρηση στο Ιράκ δεν ακολουθεί την αντίστοιχη στη Συρία μονοσήμαντα, αλλά απέκτησε την δική της δυναμική στρεφόμενη εναντίον του ‘Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν’ (‘PKK’), με στόχο και το να ενισχύσει το ευρύ μέτωπο που έχει ανοίξει εναντίον των Κούρδων. Η χρονική διαφορά των λίγων μηνών μεταξύ των δύο επιχειρήσεων είναι ενδεικτική, στο βαθμό που αναδεικνύει το ό,τι η Τουρκία αισθάνεται ‘έτοιμη’ να πραγματοποιήσει το επόμενο βήμα, ώστε να συρρικνώσει περαιτέρω τον Κουρδικό ‘ζωτικό χώρο.’

[3] Δύναται να σημειώσουμε πως, στο εν εξελίξει συγκρουσιακό κλίμα μεταξύ Τουρκίας και Κουρδικών δυνάμεων, προστίθενται και οι επιχειρήσεις που διεξήγαγε η Τουρκία εναντίον δυνάμεων του ‘PKK’ ακόμη και εντός Τουρκίας, την χρονική περίοδο 2015-2016. Τμήματα των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, εισέβαλλαν σε περιοχές της Νοτιοανατολικής Τουρκίας και σε αστικά κέντρα όπου διαμένει πληθυσμός  Κουρδικής καταγωγής, προβαίνοντας σε μία έμπρακτη κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον των Κούρδων. Ως προς αυτό, διακρίνουμε δύο ιδιαίτερα στοιχεία που επικοινωνούν μεταξύ τους, ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, αλληλο-τέμνονται: Το πρώτο στοιχείο έχει να κάνει με το ό,τι, στο περιβάλλον αυτών των επιχειρήσεων, καθίστανται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ‘εξαγωγής’ του πολέμου και επιτέλεσης του εντός της χώρας, με τα σύνορα να καθίστανται κατά το δοκούν, ρευστά και πορρώδη, και ακόμη σκληρά και οριοθετημένα, εκεί όπου σημαίνεται η σύνθετη διαλεκτική του πολέμου και της πολεμικής σύρραξης. Και το δεύτερο στοιχείο, έχει σχέση με τα χαρακτηριστικά που δίδει η Τουρκία σε αυτή την σύρραξη, με τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται εντός πόλης (‘αστικές’ επιχειρήσεις), και τίθενται με όρους μαζικότητας, να συναρθρώνονται με επιχειρήσεις σε ανοιχτό χώρο, σε ένα σημείο όπου η Τουρκία αξιοποιεί την αεροπορική της υπεροπλία, ιδίως όταν στοχεύει σε συγκεκριμένες τοποθεσίες επιδιώκοντας το πλήγμα να είναι μεγαλύτερο, εγγράφοντας μορφές ‘υβριδικού’ πολέμου, εξέλιξη που κύρια διαφαίνεται στην εμπλοκή ένοπλων αντι-καθεστωτικών ομάδων στη Συρία, εναντίον Κουρδικών στόχων. Μάλιστα, είναι φορές που οι ένοπλες, αντι-καθεστωτικές ομάδες, πραγματοποιούν ένα βήμα μπροστά, ανοίγοντας χώρο για τις τακτικές Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.

[4] Ο S. Cagaptay, έχει προβεί σε μία ανάλυση του μείζονος γεω-πολιτικού στόχου της Τουρκίας την τελευταία πενταετία-δεκαετία, που είναι να καταστεί περιφερειακή δύναμη με παρεμβατικό ρόλο σε μία ευρεία γεωγραφική ζώνη. Για τον ίδιο, τα αποτελέσματα της Τουρκικής στρατηγικής, είναι αμφιλεγόμενα, θεωρώντας πως η Τουρκική «υπερεπέκταση» (overstretch) δεν έχει λειτουργήσει. Ας δούμε συγκεκριμένα τι γράφει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τις μεγαλοφιλόδοξες ιδέες του να αναβιώσει το μεγαλείο της Οθωμανικής περιόδου μέσω του Ισλάμ το 2019, οι πολιτικές του Ερντογάν έχουν αφήσει συνολικά την Άγκυρα με λιγότερους συμμάχους και φίλους διεθνώς, ιδιαίτερα ανάμεσα στις σημαντικές δυνάμεις. Αντί να καταστήσουν την Τουρκία μεγάλη δύναμη (great) ξανά με την επέκταση της επιρροής της στον Μουσουλμανικό κόσμο και με συμμάχους στη Μ. Ανατολή, έχουν οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα. Η Άγκυρα έχει μόνο έναν σύμμαχο στη Μ. Ανατολή- το Κατάρ. Και εκτός από κάποια επιρροή μεταξύ κάποιων κρατών στα Δ. Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα και Ανατολική Αφρική, δεν απολαμβάνει κανενός σεβασμού διεθνώς ως μεγάλη δύναμη. Ακόμη χειρότερα, η Άγκυρα δεν μπορεί να υπολογίζει στην υποστήριξη άνευ προϋποθέσεων από τους παραδοσιακούς της πριν την άνοδο του Ερντογάν φίλους, Ισραήλ, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ευρώπης». Βλέπε σχετικά, Cagaptay S., ‘Erdogan’s Empire,’ London, I.B Tauris, 2018.

[5] Άμεσα πιάνουμε το νήμα από την υποσημείωση νούμερο ‘4,’ ήτοι από την ανάλυση του S. Cagaptay, επιθυμώντας να προβούμε σε κάποιες παρατηρήσεις επ’ αυτής. Παρατηρήσεις που έχουν σχέση με την Τουρκική γεω-πολιτική των τελευταίων ετών. Έτσι, θα τονίσουμε πως, πρώτον, θεωρούμε ιδιαίτερα προβληματική την αντίληψη που θέλει την Τουρκία να έχει μείνει μόνο με έναν σύμμαχο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, που είναι το Κατάρ. Συγγενική, θεωρητικά, αυτής της αντίληψης είναι και η απλοϊκή αντίληψη που αναπαράγεται  θέλει την Τουρκία ‘απομονωμένη’ και δίχως εφεδρείες-συμμάχους, με αποτέλεσμα η πολιτική να είναι αποτέλεσμα σπασμωδικών κινήσεων. Στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία δεν έχει μόνο ως σύμμαχο και δη στρατηγικό σύμμαχο το Κατάρ, αλλά έχει αποκτήσει συμμαχικούς δεσμούς και την με την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, την αυτόνομη κυβέρνηση του Ερμπίλ (Ιρακινό ‘Κουρδιστάν’), διατηρεί σχέσεις ισορροπίας με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, με τις δύο χώρες να παρεμβαίνουν στη Συρία, έχοντας παράλληλα επεκτείνει τις συμμαχικές απευθύνσεις και σε μία σειρά μη-κρατικών δρώντων, κατά τα πρότυπα του Ιράν, που λειτουργούν πρωταρχικά στη Συρία. Οι συμμαχίες της με μη κρατικούς δρώντες άλλοτε λειτουργούν με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία.  Δεύτερον, η Τουρκία μπορεί να μην είναι ακριβώς ‘μεγάλη δύναμη’ (great power’), αλλά έχει καταφέρει να αναβαθμίσει στρατηγικά την θέση και την παρουσία της στο συσχετισμό δυνάμεων και στο γεω-πολιτικό γίγνεσθαι της ευρύτερης περιοχής, όντας πλέον, περιφερειακή δύναμη (που διεκδικεί την περιφερειακή ηγεμονία), με δύο τελευταία και απτά αποτελέσματα αυτής της εξέλιξης, της αυξανόμενης επιρροής της,  να είναι οι επιτυχίες της Τουρκίας σε Λιβύη και Ναγκόρνο-Καραμπάχ (και στη Συρία).  Τρίτον, ναι μεν μπορεί να έχουν τεθεί σε δοκιμασία οι σύνθετες σχέσεις της με παραδοσιακούς της συμμάχους την μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, από την άλλη όμως δε, επιχειρεί να αντισταθμίσει και να εξισορροπήσει αυτήν την μεταβολή, ερχόμενη εγγύτερα με την Ρωσία, στρατηγικά (ακόμη και με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, οι σχέσεις της τελευταία περίοδο δεν είναι άσχημες).  Εξάλλου, εάν η Τουρκία ήταν πράγματι ‘απομονωμένη’ διεθνώς, δίχως φίλους και συμμαχίες, δεν θα διεκδικούνταν και από μεγάλες δυνάμεις, από οντότητες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, να παραμείνει εντός του Νατοϊκού-δυτικού πλέγματος ασφαλείας. Σε αυτή την περίπτωση, συνεπεία και της γεω-στρατηγικής της θέσης, η Τουρκία αναγνωρίζεται με όρους εξισορρόπησης. Ένα λεπτό όσο και κρίσιμο σημείο είναι το ό,τι η θεωρούμενη από τον αναλυτή ως «έλλειψη σεβασμού» προς την Τουρκία ως «μεγάλη δύναμη», δεν ισχύει, στο βαθμό που η χώρα παραμένει και λειτουργεί  ως θεσμικός συνομιλητής στα εξής πεδία: Διαμόρφωση και συν-διαμόρφωση πολιτικής, διαμεσολάβηση, εγγυήσεις.

[6] Στην Συρία η εκδήλωση της Τουρκικής στρατηγικής υπήρξε περισσότερο προωθημένη συγκριτικά με το Ιράκ, με την χώρα να επιχειρεί να διευρύνει τα ‘ίχνη’ της παρουσίας της και πέραν των περιοχών που ευρίσκονται πλησίον των Τουρκο-συριακών συνόρων. Μία ειδοποιό διαφορά που εντοπίζουμε μεταξύ της Τουρκικής παρεμβατικότητας στη Συρία και στο Βόρειο Ιράκ έχει να κάνει με το ό,τι στην πρώτη περίπτωση η στρατιωτική εισβολή στη χώρα, τμηματικά επι-τελούμενη, δεν κέρδισε την νομιμοποίηση και την συναίνεση του Μπααθικού καθεστώτος. Απεναντίας, κατάφερε να επιταχύνει μία αξιοσημείωτη, επί του πεδίου μεταβολή, οι τάσεις της οποίας διαμορφώθηκαν την περίοδο των μαχών του στρατιωτικού συνασπισμού εναντίον της οργάνωσης του ‘Ισλαμικού Κράτους, εκεί όπου διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι Κούρδοι Πεσμεργκά. Η κοινή και ‘φορτισμένη’ στόχευση εναντίον της Ισλαμιστικής οργάνωσης, συνέβαλλε στην άμβλυνση του κλίματος αμοιβαίας δυσπιστίας μεταξύ των διαφόρων Κουρδικών δυνάμεων και του Συριακού καθεστώτος, με τις Τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας εντός Συρίας, και ιδίως η τελευταία χρονικά, να φέρουν εγγύτερα το Συριακό καθεστώς και Κουρδικές οργανώσεις, όχι υπό μορφή συμμαχίας αλλά υπό τον τύπον σύγκλισης επί τη βάσει του κοινού συμφέροντος και των κοινών προσεγγίσεων που προσλαμβάνουν την Τουρκική επιχείρηση ως ‘παραβίαση’ της Συριακής επικράτειας, εισβολή σε ξένη χώρα. Απεναντίας, η Τουρκική επιχείρηση στο Βόρειο Ιράκ υπό την επωνυμία ‘Νύχια της Τίγρης,’ συναντά την άτυπη συναίνεση, και ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους, και της κεντρικής κυβέρνησης και της αυτόνομης κυβέρνησης του Ερμπίλ, η σύγκλιση της οποίας με την Τουρκία ερείδεται πάνω στην κοινή ανησυχία για την δράση του ‘PKK.’

[7] Για μία  κατατοπιστική ανάλυση της επιχείρησης ‘Νύχια της Τίγρης,’ βλέπε σχετικά, ‘ «Nύχια της Τίγρης»: Τι προσπαθεί να κερδίσει η Τουρκία με την επιχείρηση στο Ιράκ;,’ Ενημερωτική-Ειδησεογραφική ιστοσελίδα ‘CNN.gr,’ 18/06/2020, https://www.cnn.gr/kosmos/story/223768/nyxia-tis-tigris-ti-prospathei-na-kerdisei-i-toyrkia-me-tin-epixeirisi-sto-irak «Ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την επιχείρηση, γιατί επελέγη αυτή η χρονική στιγμή και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειές της; Διότι το PKK είναι εχθρός τόσο της Άγκυρας, όσο και της Αρμπίλ και, σε έναν ορισμένο βαθμό, της Βαγδάτης.

Για την Άγκυρα, όπως άλλωστε και για τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόκειται για «τρομοκρατική» οργάνωση, αλλά και «στρατηγική απειλή» που έχει κοστίσει ήδη ακριβά σε ανθρώπινες ζωές και χρήμα, θυμίζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο ερευνητής Αντέλ Μπακαουάν.

Μετά το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία του ιρακινού Κουρδιστάν, το 2017, η Βαγδάτη έκανε λόγο για «κήρυξη πολέμου» καταδικάζοντας την παρουσία μαχητών του PKK στην αυτόνομη περιοχή, καθώς και σε διεκδικούμενα εδάφη, τον έλεγχο των οποίων ανέκτησε η κεντρική κυβέρνηση την ίδια χρονιά».

[8] Ένα δείγμα της σύγχρονης Ιρακινής ποίησης, προσφέρει η Πέρσα Κουμούτση στην ανθολογία της για την σύγχρονη Αραβόφωνη ποίηση. Σε αυτό το Ιρακινό ποιητικό δείγμα, η θεματολογία είναι ευρεία και αντλεί από ερωτικά θέματα, θρησκευτικά, και πολιτικά-ιστορικά. Τις διάφορες προσλήψεις του θείου και της ‘θεϊκής σωτηρίας,’ καταγράφει στο ποιητικό του ‘πράττειν,’ ο Άμαλ αλ Τζουμπούρι, από-καλύπτοντας τα ‘πρόσωπα’ του θεού, και δραστικά, την μοναδικότητα μέσω της προσίδιας πολλαπλότητας. «Αφού είσαι που είσαι Ένας και οι διδαχές σου ίδιες τότε γιατί κατέγραψες την παιδική μας ηλικία στη Βίβλο στόλισες τα νιάτα μας στο Ευαγγέλιο και έπειτα τα έσβησες όλα στο τελευταίο σου Βιβλίο; Γιατί μας παρέσυρες στη διαφορετικότητα εμάς που πιστέψαμε στη μοναδικότητα Σου; Και γιατί αποκαλύφθηκες με τόσα πρόσωπα ενώ είσαι Ένας και μόνο Ένας;». Βλέπε σχετικά, Τζουμπούρι Αλ Άμαλ, ‘Το πέπλο της θρησκείας,’ στο: Κουμούτση Πέρσα: έρευνα, επιλογή, πρόλογος, επιμέλεια και μετάφραση από τα αραβικά, ‘Ανθολογία σύγχρονης Αραβικής Ποίησης,’ Εκδόσεις ΑΩ, 2016, σελ. 63.

[9] Βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020, σελ. 105., όπου και μία ανάλυση των στοχεύσεων της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, των επιμέρους χαρακτηριστικών της, όπως επίσης και των μετασχηματισμών που έχουν επέλθει σε επίπεδο κρατικής-θεσμικής οργάνωσης.

[10] Για τα χαρακτηριστικά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν για ένα χρονικό διάστημα περίπου πενήντα ετών, που φθάνει έως το συμβάν της επανάστασης του 1979,  βλέπε σχετικά, Katouzian Homa, ‘The political economy of Modern Iran. Despotism and Pseudo-modernism. 1926-1979,’ Λονδίνο, Mac Millan, 2000. Για μία αναλυτική καταγραφή των εξελίξεων στο Ιράν από το ξέσπασμα της επανάστασης του 1979 και εντεύθεν, βλέπε σχετικά, Ηοοglund Eric, (επιμ.), ‘Τhe twenty years of Islamic Revolution. Political and social transition in Iran since 1979,’ New York, Syracuse University Press, 2002. Για την διάρθρωση του συστήματος εξουσίας στο Ιράν, βλέπε και, Ashraf Ahmad, ‘Theocracy and Charisma: New men of power in Iran,’ International Journal of Politics, Culture and Society, τεύχος 4, 1990.

[11] Η ‘κόκκινη γραμμή’ για την Τουρκία κατέστη ο μη έλεγχος των στρατιωτικών κινήσεων του ‘PKK,’ στο Βόρειο Ιράκ, από κοινού με την σταθεροποίηση και όχι αύξηση της επιρροής και του κύρους του, στους Κουρδικούς πληθυσμούς γειτονικών χωρών. Όπως δείχνει και η στρατιωτική επιχείρηση του 2020, η Τουρκία θεώρησε ό,τι το ‘PKK,’ η για την ίδια ‘τρομοκρατική οργάνωση,’ υπερέβη το σημείο της ανοχής της.

[12] Το έντονο αντι-Μπααθικό πρόσημο της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, όπως εκφράσθηκε την περίοδο έναρξης των κινητοποιήσεων και σε ένα δεύτερο επίπεδο, των συρράξεων στη Συρία, ήταν αυτό που επίσης συνέβαλλε στην στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στη χώρα, στόχευση που άλλαξε όταν η Τουρκία συνειδητοποίησε ό,τι η στόχευση αυτή δεν προσέλαβε ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική δυναμική εντός και εκτός χώρας, στο βαθμό που στερήθηκε συμμαχιών. Η πολιτική της πρόκλησης σημαντικών ρηγμάτων στο Συριακό καθεστώς εγκαταλείφθηκε, όντας εκ των πραγμάτων αποτυχημένη,  ενώ παράλληλα, διατηρήθηκε εντόνως το σκέλος της ‘αποτροπής’ των κινήσεων των Κουρδικών δυνάμεων στα βόρεια της χώρας, ο έλεγχος της επιρροής τους, καθώς και η διασφάλιση της παρουσίας της Τουρκίας στην διακεκαυμένη ζώνη βόρεια της Συρίας, που συνοδεύθηκε από σταδιακή προώθηση.

[13] Πέραν της στρατιωτικής εισβολής των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στο Ιράκ το 2003, καθώς και της μετεξέλιξης των κοινωνικών-πολιτικών κινητοποιήσεων στη Συρία σε έναν ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο και διεθνικό πόλεμο που διαρκεί μέχρι σήμερα, θρυαλλίδα για τις διεργασίες, τις ανακατατάξεις και τις εμπροσθοβαρείς κινήσεις των Κουρδικών δυνάμεων σε Συρία και Ιράν, υπήρξε η συγκρότηση και η κοινωνική-πολιτική ισχυροποίηση του ‘Ισλαμικού Κράτους’ και η συνακόλουθη δημιουργία του ‘Ισλαμικού Χαλιφάτου’ σε εδάφη της Συρίας και του  Ιράκ, που είχε ως αποτέλεσμα και να αξιοποιηθεί η πολεμική εμπειρία των Κούρδων Πεσμεργκά, ιδίως όταν καταστρώθηκαν σχέδια στρατιωτικής αντιμετώπισης των διάσπαρτων, στις δύο χώρες, πυρήνων του ‘Ισλαμικού Κράτους.’ Και παράλληλα, να αναδειχθούν οι Κούρδοι και οι δομές κοινωνικής-πολιτικής του οργάνωσης, ως βιώσιμη εναλλακτική απέναντι στο Ισλαμιστικό (πολιτικο-θρησκευτικό πλαίσιο) μοντέλο οργάνωσης και έλλειψης πλουραλισμού και ανεκτικότητας  που εισήγαγε το ‘Ισλαμικό Κράτος’ στα εδάφη που κατείχε.

[14] Για την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, όπως και για την αυτόνομη που εδρεύει στο Ερμπίλ, η πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση του ‘PKK,’ πρέπει να ελέγχεται στρατηγικά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, να οριοθετηθούν οι κινήσεις του, στο βαθμό που δύναται να διασφαλισθεί σχετικά το ό,τι δεν θα είναι σε θέση αυξήσει σημαντικά την επιρροή του στον Κουρδικό πληθυσμό της χώρας. Για την Τουρκία από την άλλη, αποτελεί τον ‘μείζονα στρατηγικό αντίπαλο’ έως ‘εχθρό,’ αναπαριστάμενο ως η ‘ενσάρκωση’ της ‘απειλής’ περί διαμελισμού και καταστροφής της Τουρκίας, ως η πραγμάτωση του ‘εφιάλτη’ που έχει όνομα, ως ‘τρομοκρατική οργάνωση’ που πρέπει να αντιμετωπισθεί ως τέτοια. Ένα από τα σημεία αναφοράς της Τουρκικής περιφερειακής πολιτικής, καθίσταται πλέον και το Βόρειο Ιράκ.

[15] Μία ειδική πτυχή σχετικά με την δράση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης που διεκδικεί την ηγεμονία στην περιοχή, συνδέεται με ό,τι η ίδια αισθάνεται αρκούντως ‘ισχυρή’ (ας το προσέξουμε αυτό το σημείο), να επιχειρεί σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα (Συρία, Τουρκία, Ιράκ), προσδίδοντας στην περιφερειακή της πολιτική υπόσταση, νομιμοποιητική βάση και μοτίβα ‘εθνικής αποστολής’: Οι ‘Κουρδικές ομάδες  πρέπει να αντιμετωπισθούν δραστικά’ και ακόμη, ριζικά.

[16] Οι πρόσφατες φοιτητικές διαδηλώσεις στην Τουρκία, ενέχουν ένα έντονο νεανικό ηλικιακό πρόσημο, (όπως στην Τυνησία και την Αίγυπτο την περίοδο της ‘Αραβικής άνοιξης’), αμφισβητώντας, διαμέσου της εναντίωσης στην απόφαση του προέδρου Ερντογάν να ορίσει δίχως διαβούλευση τον πρύτανη του πανεπιστημίου του Βοσπόρου, και την ασκούμενη πολιτική στο χώρο της εκπαίδευσης, και τους τρόπους με τους οποίους αναπαράγεται ο Τουρκικός ‘αυταρχικός κρατισμός.’ Ο οποίος, συντίθεται από έναν ιδιότυπο μετα-νεωτερικό  πατερναλισμό που εμπεριέχει την μορφή του προέδρου Ερντογάν που αναπαρίσταται ως ο ‘μεγάλος ηγέτης και αναμορφωτής της σύγχρονης Τουρκίας,’ από την ιδεολογία των ‘εσωτερικών εχθρών,’ από την λογική των προληπτικών συλλήψεων (και της λογοκρισίας) που είναι δείκτης ενός βαθέος πολιτικού μετασχηματισμού και συνακόλουθης υπονόμευσης του κράτους δικαίου και των ατομικών δικαιωμάτων.

[17] Βλέπε σχετικά, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Προβλήματα και λύσεις. Παθογένειες και προκλήσεις…ό.π., σελ. 73. Αυτό το διττό σύνδρομο, μετά από μία πλημμυρίδα εξελίξεων σε Συρία και Ιράκ, επανήλθε εντόνως στην επιφάνεια, επηρεάζοντας ανάλογα την χάραξη της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Στις διάφορες αναλύσεις περί της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με την πλέον διαδεδομένη να είναι αυτή που εστιάζει στο αφήγημα ή ιδεολόγημα περί «Γαλάζιας πατρίδας», παραγνωρίζεται το πως αναπαράγονται και λειτουργούν εντός αυτής τα διάφορα ‘σύνδρομα’ που συνιστούν κάτοπτρο μέσω του οποίου η Τουρκία αντικρίζει τον εαυτό της, τις δυνατότητες της, και τις στοχεύσεις της.

[18] Το «ιδανικό πεδίο μάχης», κατά την έκφραση του Λάμπρου Καούλλα, εναντίον των Κούρδων, είναι το πεδίο των ιδεών και της ανάδειξης του ‘κινδύνου’ που αντιπροσωπεύουν. Στο «οπλοποιημένο αφήγημα» (weaponized narrative initiative), της Τουρκίας, για τις Κουρδικές οργανώσεις, και ιδίως το ‘PKK,’ o μαχητής του προσλαμβάνεται, υποτιμητικά, με στοιχεία απονομιμοποίησης, ως μόνο ‘τρομοκράτης’ που ‘επιβουλεύεται’ την ‘εθνική ασφάλεια’ και κυριαρχία της χώρας, ιστορικά. Με αυτόν τρόπο, η Τουρκία ‘ανα-συστήνει’ στον κόσμο, τον Κούρδο που δεν είναι παρά ‘τρομοκράτης,’ επιχειρώντας έτσι να αποκτήσει το πλεονέκτημα αφηγηματικά. Βλέπε σχετικά, Καούλλας Λάμπρος, ‘Υβριδικός πόλεμος, οπλοποιημένα αφηγήματα και γνωστική ασφάλεια: Προκλήσεις για τις αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές,’ στο: Αντωνιάδης Ευριπίδης, (επιμ.), ‘Ιστορία, κοινωνία, πολιτική & Μέσα Επικοινωνίας. Ενημέρωση και Δημοκρατία,’ Β’ Επιστημονικό Συμπόσιο Πισσουρίου, Εκδόσεις Κώστας Επιφανίου, Λευκωσία, 2020, σελ. 256. Επίσης, για έναν περιεκτικό ορισμό των «οπλοποιημένων αφηγημάτων», βλέπε και, ‘Center for the Future of war,’ 2019.

[19] Σε αυτό το εν εξελίξει μέτωπο μεταξύ Τουρκίας, Κουρδικών πολιτοφυλακών της Συρίας και του ‘PKK,’ α αντανακλάται μεγεθυμένο το βαθύ και αμοιβαίο υπόστρωμα δυσπιστίας.

[20] Βλέπε σχετικά, ‘Τουρκία : Σταματά άμεσα τις επιχειρήσεις κατά Κούρδων στο Ιράκ μετά τo θάνατο 13 στρατιωτικών…ό.π. Έχει ενδιαφέρον να δούμε ποια θα είναι η εξέλιξη των σχέσεων στο τρίγωνο Τουρκία-ΗΠΑ-PKK. Στο Ιράκ και στις αρχές του Βορείου Ιράκ, η Τουρκία προσφέρει το ‘καρότο’ της ασφάλειας και της θωράκισης του κοινού τους χώρου, ως πρόκριμα και για περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων τους. Ευρισκόμενο σε κεντρικό σημείο της Μέσης Ανατολής, το Ιράκ προσφέρει στην Τουρκία το πλεονέκτημα του να επιχειρήσει πλέον το επόμενο βήμα, που περιλαμβάνει και το να στοχεύσει τον ‘Κουρδισμό ή τον ‘παν-Κουρδισμό’ στον πυρήνα του.

[21] Για μία ανάλυση των στόχων και της δράσης της Κουρδικής οργάνωσης ‘PKK,’ βλέπε σχετικά, Turkmen Ilter, ‘Προοπτικές για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις,’ στο: Βερέμης Θάνος., & Ντόκος Π. Θάνος., (επιμ.), ‘Η σύγχρονη Τουρκία: κοινωνία, οικονομία, εξωτερική πολιτική,’ Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2007. Αναφορές στην πρόσληψη των Κούρδων και του ‘PKΚ,’ από την σύγχρονη Τουρκία, οι οποίες και δεν παραλείπουν να συμπεριλάβουν τον ‘ελληνικό παράγοντα’ (υπόθεση ‘Οτζαλάν’), επιχειρεί ο Αλέξης Ηρακλείδης στο, ‘Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2007.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Μενού