Είναι πόλεμος η πανδημία;

Σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνώ με την αντίληψη ορισμένων  ισχυρών πόλων του σημερινού συστήματος, ότι η πανδημία είναι «ευκαιρία»! Αντίθετα, η πανδημία είναι καταστροφή και μόνο καταστροφή. Και θεωρώ σημείο-κλειδί, ως ερμηνεία του πόθεν  η άγονη στάση της διεθνούς συντήρησης απέναντι στα όσα αποκάλυψε η πανδημία ως αστοχίες του κυριάρχου συστήματος, τη «θεωρία της ευκαιρίας» ως οδηγό για τη μεταπανδημική εποχή. Αλλίμονο, αν οι αναδυόμενες αναγκαίες αλλαγές που θα πρέπει να υπάρξουν στη συνέχεια, προσλαβάνονται ως «ευκαιρία» και όχι ως ανάγκη!

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου 

Τα θύματα από τη νόσο covid-19 ανά την υφήλιο (και δυστυχώς έπεται μακρά συνέχεια) ήδη ανέρχονται σε εκατομμύρια, νούμερο που καθιστά τον ευφημισμό θεώρησης της πανδημίας ως «πόλεμο», κάθε άλλο παρά από μια υπερβολή πολιτικής κοπής. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων από πολέμους και άλλες βίαιες συγκρούσεις την περασμένη χρονιά υπολείπεται των νεκρών από τον κορωνοϊό, αποδεικνύοντας του λόγου το ασφαλές.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι αν κανένας δεν μπορεί να αποδώσει μομφή σε πολιτικές ηγεσίες για τον παραλληλισμό πανδημίας-πολέμου, είναι αναγκασμένος να το κάνει στο στοιχείο, κατά το οποίο οι ίδιες ηγεσίες χειρίζονται την υγιειονομική περιπέτεια και τις βαθύτατες αρνητικές συνέπειές της στις κοινωνίες ως αγωνιώδες  πολιτικό «γύμνασμα» επιστροφής σε όλα τα κακά που είχε ο κόσμος πριν τον κορωνοϊό. Λες και το στοίχημα της ανθρωπότητας (με εξαίρεση βεβαίως την υγιειονομική πτυχή του ζητήματος, που εξαντλείται στην ανάγκη να είναι οι άνθρωποι όσο το δυνατόν καλύτερα προστατευμένοι  από τη νόσο) δεν είναι να βαδίσει πάνω σε νέες λύσεις για τα προβλήματα που έφερε στο φως η πανδημία, αλλά να γυρίσει πίσω σ’ αυτά όσο μπορεί πιο γρήγορα.

Έτσι όλη η ρητορική σχετικά με τις πανδημικές προσδοκίες και τις επαγγελίες των πολιτικών ηγεσιών προς τα πολιτικά κοινά όπου Γης ολοκληρώνεται στο πόσο σύντομα θα βαδίσουμε … προς τα πίσω. Φυσικά, αποτελεί ασύγγνωστο μηδενισμό μια όλως δι’ όλου απορριπτική ματιά σε ό,τι συνέβη την τελευταία 20ετία. Υπάρχουν κρίσιμες και σημαντικές επιτυχίες, θετικές για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, η μαζική πρόσβαση των ανθρώπων σε επιτεύγματα της τεχνολογίας, είναι ένα βήμα αναντικατάστατης αξίας. Όπως μεγάλη είναι η σημασία του γεγονότος ότι από την κατάρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού» και εντεύθεν αποφύγαμε πολέμους ευρείας κλίμακας.

Ωστόσο, θα ήταν παράδοξος εθελοτυφλισμός (ή συντεταγμένη πολιτική σκοπιμότητα, καθοδηγούμενη ασφαλώς από αναλόγως συντεταγμένα επιχειρηματικά συμφέροντα) να προσποιούμαστε όλοι ότι η πανδημία δεν αποκάλυψε δραματικά τις αστοχίες του συστήματος που δέσποσε στον κόσμο πριν ξεσπάσει η πανδημία. Η αρρωστημένα εξαρτώμενη από δανεισμό οικονομία και η απαξίωση των δημόσιων συστημάτων υγείας είναι δύο παραδείγματα.

Έτσι, αν μέμφομαι την αριστερά για τον μηδενισμό της απέναντι στο ως σήμερα σύστημα (με το οπλοστάσιο επιχειρημάτων για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης να αναδύεται από το «για όλα φταίει ο καπιταλισμός -το ΚΚΕ τώρα «δικαιώνεται»), άλλο τόσο κατηγορώ τη δεξιά για την εμμονική στήριξή της σε ολοφάνερα αποτυχημένα μοντέλα. Προφανώς με κεντρικό πρόταγμα για την ίδια όχι την επιζήτηση ενός μέλλοντος καλύτερου για όλους, αλλα την αναπαραγωγή  του συστήματος που τής προσέδωσε τον ηγεμονικό ρόλο που κατέχει τις 2 τελευταίες δεκαετίες και την επιδίωξη διαιώνισης των προνομίων της που απορρέουν απ’ αυτή την ηγεμονία της.

Αρκεί να υπενθυμίσω ότι πριν την πανδημία οι οικονομίες κινούνταν σε ρυθμούς με ασθμένουσες αναπτυξιακές αποδόσεις οριακά θετικού προσήμο, με την δημιουργικά παραγωγική βάση τους να είναι αποκαλυτικά αναιμική των μικρών ορίων της και ολοένα και περισσότερο εξαρτώμενη από συσσώρευση νέου χρέους, αντί η συμβολή της όποιας παραγωγικότητας να είναι προς αποφόρτιση του. Αυτή είναι η αγωνία όσων επείγονται να γυρίσουμε στην προτεραία κατάσταση προ πανδημίας; Μπορεί να υπάρχει αισιοδοξία για το αύριο των παιδιών μας, όταν το μόνο παράθυρο που τους ανοίγουμε στο μέλλον είναι μια χωλή καθημερινότητα ημιαπασχόλησης, κακοπληρωμένων αμοιβών, εγκληματικά ανεπαρκών συστημάτων δημόσιας υγείας, ποιοτικής παιδείας για λίγους και διαρκούς αγωνίας λόγω των απειλών για τοπικές ή ευρύτερες συγκρούσεις; Κι αν δεν αλλάξουμε αυτά μετά την πανδημία, τότε ποιό μάθημα θα επιβεβαιώνεται ότι έχουμε πάρει από την παγκόσμια υγειονομική δοκιμασία που περνάμε;

Να είμαι, όμως, σαφής! Σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνώ με την αντίληψη ορισμένων  ισχυρών πόλων του σημερινού συστήματος, ότι η πανδημία είναι «ευκαιρία»! Αντίθετα, η πανδημία είναι καταστροφή και μόνο καταστροφή. Και θεωρώ σημείο-κλειδί, ως ερμηνεία του πόθεν  η άγονη στάση της διεθνούς συντήρησης απέναντι στα όσα αποκάλυψε η πανδημία ως αστοχίες του κυριάρχου συστήματος, τη «θεωρία της ευκαιρίας» ως οδηγό για τη μεταπανδημική εποχή. Αλίμονο, αν οι αναδυόμενες αναγκαίες αλλαγές που θα πρέπει να υπάρξουν στη συνέχεια, προσλαβάνονται ως «ευκαιρία» και όχι ως ανάγκη!

(Για να αποδείξω πόσο εμμονική -και τελικά εσφαλμένη και επικίνδυνη- είναι η θέση ότι «όλα πρέπει να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν την πανδημία», ως συλλογικό στόχο μας περί μέλλοντος, θα χρησιμοποιήσω 2 παραδείγματα:

α. Πρώτο παράδειγμα είναι η προσπάθεια υπερασπισμού ακόμη και σήμερα της θέσης ότι τα μνημόνια υπήρξαν επιτυχημένο μοντέλο «διάσωσης» υπερχρεωμένων οικονομιών! Η αθροιστική ύφεση της μνημονιακής περιόδου, που στην Ελλάδα υπερέβη το ¼ του ΑΕΠ της χώρας και η απογείωση του χρέους από ποσοστό της τάξης 130% του ΑΕΠ σε 180% στο τέλος των μνημονίων (και παρά το κούρεμα-PCI και την απομείωση που συμφωνήθηκε στο 3ο μνημόνιο) μαρτυρούν τον παραλογισμό της ίδιας εμμονής. Και μιλώ μόνο για τους αριθμούς που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, αφήνοντας την παράμετρο πλήρους δανειακού εξανδραποδισμού της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας όσον αφορά τις πηγές χρηματοδότησής της, από διακρατικές συμφωνίες υπό τη διαρκή αίρεση συναίνεσης ξένων κοινοβουλίων, σ’ ένα αδιανόητα δυσκίνητο και αντιπαραγωγικό χρηματοδοτικό μοντέλο τόσο για τον δανειζόμενο όσο και για τους δανειστές. Όπως παραμερίζω και τις ανοησίες των πολιτικών προσχημάτων περί «μεταρρυθμίσεων», όταν στην παγκόσμια καπιταλιστική πρακτική είναι εμπεδωμένο ότι μεταρρυθμιστικές απόπειρες ευδοκιμούν σε συνθήκες χρηματοδοτικής άνεσης και σε επενδυτικό περιβάλλον που ευνοεί την ανάληψη επενδυτικού ρίσκου, αντί της πλασματικής σιγουριάς από δανεισμό. Ίσως, μάλιστα, είναι τυχαίο αλλά καίρια και συμβολικά κρίσιμο ότι οι ίδιοι που τότε ασπάστηκαν το αφήγημα ότι «τα μνημόνια είναι ευκαιρία» και σήμερα εισηγούνται  τη «θεωρία της ευκαιρίας» ως οδηγό για τη μεταπανδημική εποχή.

β. Δεύτερο παράδειγμα (πάντα των ίδιων συστημικών κύκλων, των πολιτικών εκπροσώπων τους και των υποστηρικτών τους) είναι η άρνηση τους σήμερα ακόμη και «να μπούν στη συζήτηση» περί απομείωσης του αναγκαστικού χρέους που παρήχθη επί πανδημίας.

(Το ίδιο έκαναν οι ίδιοι και την εποχή των μνημονίων. Στην Ελλάδα ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, και ο τότε επικεφαλής του συνεργαζόμενου κυβερνητικά με τη ΝΔ εναπομένοντος ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Βενιζέλος, στα προεκλογικά προγράμματά τους τον Ιανουάριο του 2015 δήλωναν ότι δεν χρειαζόταν απομείωση του ελληνικού χρέους (που οι ίδιοι «φόρτωσαν» ως το 175% του ελληνικού ΑΕΠ) και δεσμεύονταν ότι δεν θα το ζητήσουν από τις χώρες-δανειστές μας. Ευτυχώς οι Έλληνες πολίτες αποφάσισαν διαφορετικά και με την απομείωση του ελληνικού χρέους από την επόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιτεύχθηκε μερική διαχείριση του προβλήματος. Κυρίως, όμως, αυτό που επετεύχθη ήταν η ιστορικής αξίας απόφαση της ΕΕ -που ως τότε αρνείτο πεισματικά- «να μπει στη συζήτηση» ρύθμισης του χρέους ως μέσου χειρισμού του ελληνικού οικονομικού  προβλήματος, που ως τότε όλα σχετικά μ’ αυτό είχαν εναποτεθεί στα μνημόνια. Με ανατριχίλα αντιλαμβάνεται κανένας σήμερα, ότι η καταστροφή, για την Ελλάδα του σημερινού χρέους στο 205,5% του ΑΕΠ μας, θα ήταν αναπόφευκτη αν είχαν εισακουστεί οι Σαμαράς-Βενιζέλος και δεν είχε προηγηθεί η απομείωση του ελληνικού χρέους που εξασφάλισε ο ΣΥΡΙΖΑ).

Έστω, όμως, ότι μετά το 2010 η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα-μέλος της ευρωζώνης με πρόβλημα χρέους (που δεν ήταν) και έτσι τότε δύσκολα θα συναινούσαν και άλλες χώρες-μέλη σε πρακτικές απομείωσης δημόσιων χρεών (παρ’ όλο που το εισηγούνταν ανοιχτά και επίσημα θεσμοί-στυλοβάτες του προπανδημικού καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ). Σήμερα, με γενικευμένο το πρόβλημα του χρέους, φυσικά λόγω των αστοχίων του προ πανδημίας οικονομικού μοντέλου, που η πανδημία εξετροχίασε, και με άλλες χώρες να ανοίγουν τη συζήτηση για απομείωση των αναγκαστικών δημόσιων χρεών που συσσωρεύτηκαν λόγω πανδημίας, η Ελλάδα τί λόγο έχει να αρνείται «να μπει σ’ αυτή τη συζήτηση»; Ποιά είναι τα κίνητρα όσων υποστηρίζουν αυτήν την αυτοτιμωρητική αυτοεξαίρεση από το αυτονόητο, αν όχι ότι οι ίδιοι έχουν αυτοαναγορευτεί αναρμοδίως σε παιδαγωγοί της χώρας, των πολιτών της και των επόμενων γενεών, με βαρύτατες αρνητικές συνέπειες για όλους μας; Και ποιά πολιτική ηγεσία δικαιούται να αφαιρεί απερίσκεπτα αναγκαίους πόρους από τις ερχόμενες γενιές; Και, τελικά, πόσο όμοια είναι η στάση αυτή με το «Γερούν γερά» των ίδιων, όταν η όποια τότε κυβέρνηση της χώρας διαπραγματευόταν την απομείωση του χρέους όλων των Ελλήνων, ζητώντας από τους δανειστές μας να μη σβήσουν ούτε 1 ευρώ οφειλών μας; Είναι υπερβολή ο όρος «5η φάλαγγα» για όλους αυτούς;

Βεβαίως το πρόβλημα δεν είναι πια ελληνικό, αλλά διεθνές και γενικευμένο! Η επίκληση των ελληνικών περιστατικών εδώ δεν γίνεται επειδή είμαστε στην Ελλάδα και μιλάμε ελληνικά, αλλά διότι, αρέσει-δεν αρέσει σε ορισμένους, στη χώρα μας κρίθηκαν πάρα πολλά για τη σημερινή αποδεικτική εμπέδωση (γενικά αποδεκτή πλέον στην Ευρώπη και όλους σχεδόν τους επίσημους φορείς του παγκόσμιου καπιταλισμού) ότι τελικά έχει δίκιο ο Κέινς και όχι ο Σόιμπλε, καθώς και ότι οι οικονομικές αστοχίες αντιμετωπίζονται με επεκτατικές νομισματικές πολιτικές και όχι με δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Έτσι, τούτων λεχθέντων νομίζω πως επιβεβλημένη απολύτως μετά την πανδημία είναι η επανεξέταση των κλισαρισμένων πριν ακόμη έρθει ο κορωνοϊός καταστροφικών καπιταλιστικών παραδοχών, στα ακόλουθα κυρίως σημεία:

-την άμεση αποκατάσταση του ρυθμιστικού και -εφ’ όσον απαιτείται, όπως στη σημερινές συνθήκες- παραγωγικά αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα στην οικονομία,

-την ενσωμάτωση των υποδομών κοινωνικής θωράκισης των κοινωνιών στις αναπτυξιακές δραστηριότητες του μέλλοντος, και

-την προέλευση και κατανομή των πόρων χρηματοδότησης των οικονομιών από δημόσια ταμεία (ιδίως λόγω του αναγκαστικού χαρακτήρα του δανεισμού επί πανδημίας), και όχι από αποθέματα ιδιωτών αποκτηθέντα και συσσωρευμένα προ κορωνοϊού, και με προσφυγή κυρίως στο ισχυρό καπιταλιστικό όπλο της έκδοσης πληθωριστικού χρήματος,

-την αναθεώρηση του απαξιωτικού για τον ρόλο του δημόσιου τομέα αφηγήματος και τον μεγάλο διάλογο που θα πρέπει να γίνει για τα όρια των δραστηριοτήτων ιδιωτών σε πεδία και μεσα οικονομικής πολιτικής,

-τη μεγάλη μακροπρόθεσμη παγκόσμια επένδυση στην ίση παιδεία για όλους,

-την αναθεώρηση του ολοφάνερα περιελθόντος σε αδιέξοδο σημερινού μοντέλου στη σχέση παραγωγής-προστασίας του περιβάλλοντος,

-την τιθάσευση περαιτέρω συσσώρευσης χρέους, που εκτός από αντιπαραγωγικό ιαι αντιαναπτυξιακό δεδομένο μετατρέπεται πλέον και σε καίριο αίτιο εμβάθυνσης των διακρατικών και κοινωνικών ανισοτήτων, οξύνοντας το πολιτικό πρόβλημα ελλείμματος δημοκρατίας, και

-την αναζωογονητική για τις κοινωνίες εμβάπτιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε νέες διαδικασίες αμεσότερης και πληρέστερης αποτύπωσης της λαϊκής βούλησης με τη συνδρομή της τεχνολογίας και δημόσιων δικτύων, που οφείλουμε στις επόμενες γενιές να κληρονομήσουμε όσο το δυνατό πιο απελευθερωμένες από τις σημερινές δουλείες των ελεγχόμενων και εποπτευόμενων από μη δημοκρατικά νομιμοποιημένες διαδικασίες και λειτουργίες κοινωνικών δικτύων.

Χωρίς αυτά, διερωτώμαι, μπορεί κανένας στα σοβαρά να διατείνεται ότι μετά το τέλος της πανδημίας (που ακόμη αργεί, όσο και να εκβιάζουν οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες τις κοινωνίες με καταναγκαστικές επιλογές δήθεν θωράκισης κατά του κορωνοϊού, που ήδη αποδείχτηκαν ελπίδες φρούδες) θα έχουμε μπει σε μια νέα εποχή;

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Μενού